
-
Τα ευρήματα των ανασκαφών σε βουλγαρικό έδαφος αναμένεται να αναδείξουν την ελληνική επιρροή στην περιοχή
- ΜΑΡΙΑ ΘΕΡΜΟΥ | Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010



Εξαιρετικά ψηφιδωτά δάπεδα με παραστάσεις νέων ανδρών σε σκηνές πάλης έφερε στο φως η αρχαιολογική έρευνα έξω από την Σπάρτη, συγκεκριμένα στο χωριό Μαγούλα. Τα λουτρά της «Αράπισσας» είναι σήμερα η ονομασία της περιοχής όπου ήρθαν στο φως τα ψηφιδωτά και πράγματι λουτρά, όπως φαίνεται, υπήρχαν εκεί ήδη από την αρχαιότητα.
Τα ευρήματα αποκαλύφθηκαν σε ένα οικόπεδο, όπου ανασκάφηκαν τα κατάλοιπα κτιρίων της ύστερης Ρωμαϊκής εποχής (2ος – 3ος μ. Χ αιώνας) που είχαν τα ψηφιδωτά δάπεδα, για το λόγο αυτό το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο αποφάσισε την απαλλοτρίωσή του. Σε μικρή απόσταση άλλωστε από το συγκεκριμένο οικόπεδο υπάρχει ένα ακόμη, που έχει ήδη απαλλοτριωθεί και όπου βρίσκονται επίσης κατάλοιπα αρχαίων κτιρίων. Πρόκειται δηλαδή, όπως θεωρούν οι αρχαιολόγοι για ένα μεγάλο λουτρικό συγκρότημα, του οποίου τα όρια δεν έχουν ακόμη αποσαφηνισθεί. Read the rest of this entry »

Τις πρώτες της μέρες στο Ιράκ διανύει ελληνική αρχαιολογική αποστολή, που μόλις άρχισε ανασκαφές στο ιρακινό Κουρδιστάν πλησίον της πόλης Ερμπίλ, που ήταν τα αρχαία Αρβηλα.
Πρόκειται για την ομάδα του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών υπό τον αρχαιολόγο κ. Κώστα Κοπανιά, η οποία έλαβε άδεια ανασκαφής στις περιοχές Τελ Ναδέρ και στο Τελ Μπάκτρα ύστερα από πολλές συνεννοήσεις του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών και της ελληνικής πρεσβείας στη Βαγδάτη με τους αρμόδιους φορείς της Κουρδικής Περιφερειακής Κυβέρνησης στο Ερμπίλ και της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης στην Βαγδάτη. Ενδιαφέρον μάλιστα είναι το γεγονός ότι οι έλληνες αρχαιολόγοι έχουν οργανώσει ένα διαδυκτιακό ημερολόγιο στο οποίο καταγράφουν καθημερινά την πορεία της ανασκαφής δίνοντας παράλληλα πολλές πληροφορίες για τη ζωή σε αυτή τη μακρινή περιοχή.
Το ιρακινό Κουρδιστάν είναι από αρχαιολογικής άποψης μία «terra incognita», καθώς υπήρξε επί δεκαετίες μία περιοχή σχεδόν πλήρως απομονωμένη από τον έξω κόσμο.
Ηδη όμως στο Ερμπίλ δραστηριοποιούνται αρκετές ξένες αρχαιολογικές αποστολές: Από τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Τσεχία, την Ολλανδία και την Ιταλία.
Η Ερμπίλ βρίσκεται κοντά στον ποταμό Τίγρη και έχει ιστορία ίσως και 8000 ετών, είναι δηλαδή μία από τις παλαιότερες θέσεις στον κόσμο αφού από εκεί πέρασαν Σουμέριοι, Βαβυλώνιοι, Ασσύριοι, Ελληνες και το Ισλάμ. Read the rest of this entry »
Με απαγόρευση των γερμανικών αρχαιολογικών ανασκαφών στην Τουρκία απειλεί τη Γερμανία ο Τούρκος υπουργός Πολιτισμού σε περίπτωση που αυτή δεν επιστρέψει μέχρι τον Ιούνιο ένα αρχαίο άγαλμα της Σφίγγας.
Η Σφίγγα παραμένει από το 1915 στο μουσείο της Περγάμου στο Βερολίνο, όπου είχε αρχικά μεταφερθεί απλώς για να αποκατασταθεί. Είχε ανακαλυφθεί από Γερμανούς αρχαιολόγους στην αρχαία πόλη των Χεταίων, Χατούσα, ανατολικά της Άγκυρας.
Ο Τούρκος υπουργός Πολιτισμού δήλωσε ότι αν από σήμερα μέχρι την έναρξη της περιόδου ανασκαφών δεν υπάρξει συμφωνία για την επιστροφή της Σφίγγας, θα ακυρώσει την άδεια για ανασκαφές στη Χατούσα και θα τις αναθέσει σε Τούρκους αρχαιολόγους. Παράλληλα ζήτησε από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο να αφιερώσει περισσότερα κεφάλαια για την προστασία και τη συντήρηση του αρχαιολογικού χώρου της Χατούσα, που χρονολογείται από την Εποχή του Χαλκού.
Σημειώνεται ότι το ίδιο αποφασίστηκε νωρίτερα φέτος για τις ανασκαφές στον ρωμαϊκό αρχαιολογικό χώρο του Αλζανόι στη δυτική Τουρκία, όπου το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο διεξήγαγε ανασκαφές από το 1926.
Μια από τις σημαντικότερες αρχαιολογικές σωστικές ανασκαφές των τελευταίων ετών στον ελλαδικό χώρο, που έφεραν στην επιφάνεια ευρήματα μοναδικής αξίας, παρουσιάστηκε χθες το βράδυ στη διάρκεια ενημερωτικής εκδήλωσης που διοργάνωσε ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Νομού Καβάλας στη νέα πτέρυγα του αρχαιολογικού μουσείου της πόλης. Πρόκειται για τη σωστική ανασκαφή που πραγματοποιήθηκε στο Λιθοχώρι του σημερινού Δήμου Νέστου την περίοδο 2006 – 2010 με αφορμή την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου της Εγνατίας Οδού.
Τα σημαντικά ευρήματα της ανασκαφής, ορισμένα μοναδικά στον ελλαδικό χώρο, καθώς και οι πληροφορίες που προκύπτουν από τη μελέτη τους, παρουσίασαν χθες το βράδυ ενώπιον ενός πολυπληθούς ακροατηρίου οι αρχαιολόγοι Βασίλης Πούλιος, Δ. Μεγγίδης και Ε. Κοσμίδου υπό το γενικό τίτλο: «Άνθρωποι, άλογα και οχήματα στην αρχαία Θράκη – Η ιστορία ενός ευγενή ιππέα από το Λιθοχώρι Καβάλας». Όπως τόνισαν οι αρχαιολόγοι κατά τη διάρκεια της ανασκαφής βρέθηκαν διάφορα αρχιτεκτονικά λείψανα όπως: Τμήμα κτηρίου (αγροικία ή σταθμός της αρχαίας Εγνατίας), τα θεμέλια ενός πύργου, δυο ανισομεγέθη κυκλικοί ταφικοί περίβολοι και δυο τοίχοι. Όλα χρονολογούνται από τα τέλη του 1ου έως τα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ.
Επίσης, ερευνήθηκε εκτεταμένο νεκροταφείο με ενταφιασμούς και καύσεις ανθρώπων καθώς επίσης και ενταφιασμούς αλόγων με ιππήλατα οχήματα. Το νεκροταφείο χρονολογείται από τον 5ο αιώνα π.Χ. ως τα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ. . Τη ρωμαϊκή περίοδο το νεκροταφείο αποκτά οργανωμένη μορφή και χωρίζεται σε δυο περιοχές. Η μια από τις δυο περιοχές του νεκροταφείου, με ενταφιασμούς ανθρώπων, αλόγων και οχημάτων παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και για το λόγο αυτό αποφασίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού η διατήρηση των αρχαίων κατάλοιπων και η δημιουργία ενός κλειστού επισκέψιμου αρχαιολογικού χώρου. Το σημαντικότερο εύρημα της ανασκαφής είναι τα υπολείμματα ενός ιππήλατου οχήματος το οποίο σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 1ου αιώνα μ.Χ. . Από το όχημα ξεχωρίζει περίτεχνη χάλκινη διακόσμηση σε μορφή δωρικής ζωοφόρου όπου εικονίζονται τρεις από τους άθλους του Ηρακλή: Με την Κερυνίτιδα έλαφο, τον Ερυμάνθιο κάπρο και τις Στυμφαλίδες όρνιθες. Οι παραστάσεις αυτές είναι μοναδικές στον ελλαδικό χώρο. Το όχημα έσερνε ζεύγος αλόγων, οι σκελετοί των οποίων βρέθηκαν δίπλα του, ενώ ένας διπλανός σκελετός αλόγου πρέπει να ανήκει στο εφεδρικό άλογο. Σ’ αυτό το τελευταίο υπήρχε χάλκινο ομφάλιο ασπίδας το οποίο φέρει τη στατική επιγραφή T GAI SITA. Όπως τόνισαν οι αρχαιολόγοι πρόκειται προφανώς για το όνομα του ιδιοκτήτη της ασπίδας ο οποίος πρέπει να είναι και ο ιδιοκτήτης του οχήματος.
Τα περισσότερα άλογα έφεραν ιπποσκευές, από τις οποίες σώθηκαν τα χάλκινα και σιδερένια εξαρτήματα και προσαρτήματα, μερικά από τα οποία βρίσκονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Στο νεκροταφείο ανήκει σε παραπλήσιο αρχαίο οικισμό και εντάσσεται στην αρχαία Θράκη, το δυτικό όριο της οποίας εκείνη την εποχή τοποθετείται στο σημερινό Δημοτικό Διαμέρισμα Πετροπηγής του Δήμου Νέστου.
Οργανωμένο νεκροταφείο με ενταφιασμούς ανθρώπων, αλόγων και οχημάτων στο σημερινό ελλαδικό χώρο της αρχαίας Θράκης βρίσκεται για δεύτερη φορά μετά από εκείνα της Μικρής Δοξιπάρας του νομού Έβρου. Αντίθετα, όπως επισήμαναν οι αρχαιολόγοι, έχουν βρεθεί παρά πολλά υπολείμματα στη γειτονική Βουλγαρία. Αυτός ο τρόπος ενταφιασμού απηχεί τα ταφικά έθιμα των αρχαίων Θρακών που ανήκουν στην αριστοκρατία της εποχής, τους γαιοκτήμονες και υποδηλώνει το κύρος, τον πλούτο και την ανώτερη θέση του νεκρού.
ΑΠΕ-ΜΠΕ
Στο συμπέρασμα αυτό έχει καταλήξει η διεπιστημονική ομάδα έρευνας των περιοχών Πλακιάς και Πρέβελη Κρήτης με βάση τα ευρήματα των ετών 2008-2009, που εν τω μεταξύ μελετήθηκαν. Γι’ αυτό η έρευνά τους περιελήφθη στις δέκα σημαντικότερες ανακαλύψεις του 2010, σύμφωνα με το διεθνές επιστημονικό περιοδικό «Archaeology».
Το ενδιαφέρον σε αυτή την έρευνα είναι ότι εντοπίστηκαν αδιαμφισβήτητα τεκμήρια κατοίκησης της Κρήτης πριν από τη Νεολιθική περίοδο (7000-3000 π.Χ.), κάτι που δεν ήταν ώς τώρα γνωστό παρά τη μακρόχρονη διερεύνηση της κρητικής προϊστορίας. Μάρτυρες της φιλόξενης για τον άνθρωπο κρητικής γης είναι τα παλαιολιθικά εργαλεία που βρέθηκαν στα πρανή κατακρημνισμένων σπηλαίων και συγκεκριμένα σε ανυψωμένες θαλάσσιες αναβαθμίδες, που οι γεωλόγοι χρονολογούν στα 130.000 χρόνια.
Με δεδομένο ότι η Κρήτη δεν έχει πρόσβαση από στεριά εδώ και 5 εκατομμύρια χρόνια, το μόνο που μπορεί κανείς να υποθέσει είναι ότι οι άνθρωποι που έφτιαξαν αυτά τα εργαλεία έφθασαν εκεί μέσω θαλάσσης.
Οταν ξεκίνησε το 2008 την επιφανειακή έρευνά της στην περιοχή του Πλακιά, στη Νότια Κρήτη, η ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον Thomas Strasser (Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών) και την Ελένη Παναγοπούλου (Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας Νοτίου Ελλάδος), δεν φιλοδοξούσε να βρει παρά μόνο μεσολιθικά κατάλοιπα (10000-7000 π.Χ.). Ανακάλυψε, όμως, μαζί με τα μεσολιθικά και παλαιολιθικές θέσεις, οι κυριότερες των οποίων εντοπίστηκαν στο φαράγγι της Πρέβελης και χρονολογούνται από 130.000 έως 700.000 χρόνια πριν από σήμερα. Οι παλαιολιθικές θέσεις ήταν σε σπήλαια που τότε ήταν παραθαλάσσια. Σήμερα, λόγω τεκτονικών μεταβολών, βρίσκονται στην ενδοχώρα.
Οι ακριβείς χρονολογήσεις των ευρημάτων αποτελούν αντικείμενο μελέτης, που διεξάγεται σε εργαστήρια των Ηνωμένων Πολιτειών. «Τα δεδομένα για εκείνες τις περιόδους ανατρέπονται διαρκώς», μας λέει η Ελένη Παναγοπούλου. Δηλώνει πανευτυχής για τη διάκριση που επιφυλασσόταν στην ερευνητική ομάδα τους από το αρχαιολογικό περιοδικό. Επισημαίνει όμως πως «η συγκίνηση τη στιγμή της ανακάλυψης είναι ανυπέρβλητη».
Οι έρευνες, βεβαίως, θα συνεχιστούν και σε άλλα σημεία του νησιού με χορηγίες διεθνών ιδρυμάτων, καθώς το υπουργείο Πολιτισμού δεν έχει προς το παρόν καμία τέτοια δυνατότητα. Η αρχαιολόγος ελπίζει κάποτε το ΥΠΠΟΤ να έχει να διαθέσει λίγα χρήματα και για τα παλαιολιθικά.
Παλαιότερα η ίδια μαζί με τον καθηγητή Ράνελ είχαν βρει μεσολιθικά κατάλοιπα σε διάφορες θέσεις στο Αιγαίο. Το ενδιαφέρον τους στράφηκε στην Κρήτη για να μελετήσουν ένα συγκεκριμένο μοντέλο αποκατάστασης του παλαιοπεριβάλλοντος. Αλλωστε στο ερευνητικό τους πρόγραμμα, εκτός από αρχαιολόγους-παλαιοανθρωπολόγους, μετέχουν και γεωλόγοι και ειδικοί στα φυτικά κατάλοιπα.
Την πρώτη χρονιά, το 2008, ερεύνησαν -σε συνεργασία με τον καθηγητή Κέτρις Ράνελ- την παράκτια ζώνη από τον Πλακιά μέχρι τον Αγιο Παύλο και εντόπισαν μεσολιθικά εργαλεία. Την επόμενη χρονιά, όταν επανήλθαν, είδαν εργαλεία σε στρώματα χαλαζία.
«Μας φάνηκαν παλαιολιθικά, κι έτσι ακριβώς ήταν, όπως αποδείχτηκε από τις χρονολογήσεις των πετρωμάτων», λέει η κ. Παναγοπούλου. «Τα εργαλεία (χειροπελέκεις και τσεκούρια) παραπέμπουν στην Αχελαία πολιτισμική παράδοση, η οποία συνδέεται με τους χόμο χαϊντελμπεργκένσις και χόμο ερέκτους (παρακλάδια του χόμο σάπιενς). Και, δεδομένου ότι η Κρήτη ήταν και τότε νησί, αποτελούν την αρχαιότερη ένδειξη πρώιμης ναυσιπλοΐας, διεθνώς».
Το επόμενο βήμα τους θα είναι η αναζήτηση μεσολιθικών εργαλείων με ανασκαφικές μεθόδους. Γιατί αυτά είναι που προσφέρουν «ακριβέστερες χρονολογήσεις». Ως εκ τούτου, η έρευνα της παλαιολιθικής Κρήτης σε σχέση με τον πρώτο κάτοικο του νησιού μόλις άρχισε. * [Ελευθεροτυπία, Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011]
Νομίσματα του Φιλίππου Β΄, του Σεύθη Γ΄, του Λυσίμαχου, του Κάσσανδρου και του Δημήτριου Πολιορκητή σε ένα λάκκο λατρευτικών προσφορών στη Βουλγαρία! Η ανασκαφή που διεξάγεται από το Ιδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού σε συνεργασία με το Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Ακαδημίας Επιστημών της Βουλγαρίας στη θέση Χάλκα Μπουνάρ (βορειοανατολικά της Φιλιππούπολης και νοτιοδυτικά της Σευθόπολης), μία περιοχή στην οποία κατά την αρχαιότητα εξαπλώνονταν οι Οδρύσαι Θράκες δείχνει ότι οι άνθρωποι που κατοικούσαν εκεί στα τέλη του 4ου και τις πρώτες δεκαετίες του 3ου αιώνα π.Χ. ήταν σε συνεχή επαφή με τη Μακεδονία και τις ελληνικές αποικίες της Θράκης. Στάχτη με μεγάλες ποσότητες κεραμικής (ντόπιας αλλά και εισηγμένης από την Ελλάδα) καθώς και ειδώλια βρέθηκαν επίσης μέσα στο λάκκο. Τα ευρήματα αυτά και πολλά ακόμη πρόκειται να παρουσιάσουν σήμερα στο Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος» οι αρχαιολόγοι δρ Μιλένα Τόνκοβα από βουλγαρικής πλευράς και δρ Αθανάσιος Σίδερης προϊστάμενος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού.
Η Χάλκα Μπουνάρ εντοπίστηκε το 1999 τυχαία στη διάρκεια αγροτικών εργασιών, όπως γρήγορα έγινε αντιληπτό όμως η θέση αυτή κατοικήθηκε από την Ύστερη Νεολιθική περίοδο έως τα Ρωμαϊκά χρόνια. Μεταξύ των ευρημάτων μάλιστα περιλαμβάνονται σημαντικές οικίες και οικοσκευή του νεολιθικού πολιτισμού Καράνοβο (μέσα 6ης χιλιετίας π.Χ.), κεραμικοί κλίβανοι, εργαλεία, κεραμική και νομίσματα της Πρώιμης Ελληνιστικής εποχής (323-270 π.Χ.).
Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους αυτή η ελληνιστική μπορεί να λειτουργούσε και ως εμπορικός σταθμός, ακριβώς όπως και η γειτονική της Πίστυρος. Και ο λόγος είναι ότι στην αρχαιότητα βρισκόταν σχεδόν ακριβώς πάνω στη διασταύρωση δύο μεγάλων ρωμαϊκών δρόμων, οι οποίοι πιθανότατα ακολουθούσαν την πορεία παλαιότερων οδών επικοινωνίας της Κλασικής και Ελληνιστικής εποχής. Η μία από αυτές τις οδούς συνέδεε τα δυτικά Βαλκάνια με τις ακτές του Εύξεινου Πόντου και το Βυζάντιο (μέσω της Serdica και της Φιλιππούπολης), ενώ η άλλη ένωνε τις αιγαιακές ακτές (Άβδηρα και Μεσημβρία μέσω Ροδόπης) με τη Σευθόπολη, την πρωτεύουσα του βασιλιά των Θρακών Σεύθη Γ΄. Να σημειωθεί ότι σήμερα η κοντινότερη σύγχρονη μεγάλη πόλη είναι η Στάρα Ζαγόρα, η οποία ταυτίζεται με τη ρωμαϊκή Augusta Traiana.
Βιοτεχνικές δραστηριότητες όπως η κεραμική (εντοπίστηκαν τέσσερις κεραμικοί κλίβανοι για ψήσιμο αγγείων) αλλά και οικιακή υφαντουργία (λόγω της ύπαρξης μεγάλου αριθμού βαριδιών αργαλειού) φανερώνουν τις ασχολίες των κατοίκων. Σημαντικά όμως είναι και τα εισηγμένα ελληνικά αγγεία: εμπορικοί αμφορείς για μεταφορά κρασιού, κυρίως από την Κνίδο της Μικράς Ασίας, αλλά και των μικροί μελαμβαφείς κάνθαροι, μικρά ποτήρια κρασιού δηλαδή που εντοπίστηκαν σε πολυάριθμα θραύσματα κυρίως. Εχουν εντοπισθεί όμως και μεταλλικά εργαλεία καθώς και λίγες χάλκινες πόρπες.
Παρ΄ όλο λοιπόν που οι γνώσεις μας για τη διείσδυση του ελληνικού στοιχείου στο εσωτερικό της Θράκης παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένες οι αρχαιολόγοι ελπίζουν ότι με την έρευνα θα μπορέσουν να φωτίσουν το ρόλο που διαδραμάτισε η ελληνική επιρροή στον πλέον εξελληνισμένο λαό από τους γειτονικούς των αρχαίων Ελλήνων, πέρα από τις ήδη γνωστές αποικίες των ακτών του Εύξεινου Πόντου.
Ιδρυμα Μείζονος Ελληνισμού _ Ελληνικός Κόσμος (Πειραιώς 254, Ταύρος, Τηλ. 212 254 0350) Σήμερα, ώρα 18:30. Ο «Ελληνικός Κόσμος» συναντά… τη Μιλένα Τόνκοβα και τον Αθανάσιο Σίδερη. Eίσοδος ελεύθερη
Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artId=371946&dt=08/12/2010#ixzz17Uz2Wwd9
Νέα στοιχεία στο φως

Νέες ταφές του Δημόσιου Σήματος, συγκεκριμένα τέσσερις σαρκοφάγους που χρονολογούνται από το τρίτο τέταρτο του 4ου αιώνα π.Χ., έφερε στο φως η αρχαιολογική έρευνα σε οικόπεδο της οδού Μυκάλης 66-68 απέναντι από τον Κεραμεικό. Γιατί η περίφραξη γύρω από τον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι αποτελεί και το όριο του επίσημου νεκροταφείου της Αρχαίας Αθήνας, του περίφημου Δημοσίου Σήματος, όπου ενταφιάζονται οι επιφανείς πολίτες. Αντιθέτως, οι ανασκαφές στη γύρω περιοχή αποκαλύπτουν διαρκώς νέους τάφους, οι οποίοι ανήκουν στο νεκροταφείο. Στην προκειμένη περίπτωση μάλιστα, όπως αναφέρει Το Βήμα, η μία από τις τέσσερις ταφές ήταν ασύλητη, ενώ όλες οι άλλες περιελάμβαναν σκελετικό υλικό.
Οι τάφοι βρίσκονται σε περίβολο, γεγονός που ενδεχομένως σημαίνει την ταφή οικογένειας, ενώ μεταξύ των ευρημάτων ήταν μια επιτύμβια λήκυθος και ένα μεγάλο επιτύμβιο λιοντάρι (μήκους 2 μ. και ύψους 1,5 μ.) και τα δύο μαρμάρινα. Η ύπαρξη του λέοντος δείχνει ότι συνόδευε την ταφή επιφανούς νεκρού. Το σύνολο βρίσκεται σε έναν από τους αρχαίους παράδρομους του Δημόσιου Σήματος με πλάτος 3 μέτρα, καθώς εντοπίστηκαν και τα αναλλήμματά του. Το οικόπεδο, πάντως, θα απαλλοτριωθεί σύμφωνα με απόφαση του ΚΑΣ, καθώς μάλιστα το υπουργέιο Πολιτισμού στοχεύει στην αναβάθμιση της περιοχής και στην ενοποίηση του Κεραμεικού με την Ακαδημία Πλάτωνος.
«Η περιοχή είναι δύσβατη. Το πυκνό δάσος εμποδίζει την ορατότητα, ωστόσο και από απόσταση φαίνονται τα ερείπια του τείχους», λέει στο «Εθνος» ο Χαράλαμπος Ιντζεσίλογλου, αρχαιολόγος της ΙΓ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.
Η αρχαία πόλη είναι κηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος από τη δεκαετία του ‘60 και εκτείνεται στην περιοχή του Κεραμιδίου, από το ακρωτήρι Δερματάς μέχρι το ακρωτήρι Πουρί.
Οπως όλα δείχνουν, πρόκειται για την αρχαία Κασθαναία, η οποία άκμασε στην κλασική και ελληνιστική περίοδο, ενώ δεν αποκλείεται να υπήρχε ζωή και για πολλά περισσότερα χρόνια. Εκτός από τον Ηρόδοτο, αναφορά στην πόλη γίνεται και από τον Στράβωνα που τη θεωρεί «κώμη εξαρτώμενη από τη Δημητριάδα», ενώ σύγχρονοι περιηγητές, όπως ο Γάλλος Μαζιέρ, σημείωσαν πως τα τείχη της Κασθαναίας μπορούν να συγκριθούν σε ποιότητα κατασκευής μόνο με το τείχος της Δημητριάδας.
«Αν καταφέρουμε να ξεκινήσουμε μια ανασκαφή, θα πρέπει να αρχίσουμε από τον καθαρισμό της περιοχής. Αν είμαστε τυχεροί και αποδείξουμε επιγραφικά ότι πρόκειται για την αρχαία Κασθαναία, θα καταγράψουμε μια πολύ σημαντική επιτυχία», σημειώνει ο κ. Ιντζεσίλογλου.
Τα τείχη που περιβάλλουν την αρχαία πόλη, χρονολογούνται στον 5ο-3ο π.Χ. αιώνα. Μια εξίσου ενδιαφέρουσα θέση που κεντρίζει τους αρχαιολόγους στο Πήλιο είναι το Παλιόκαστρο, μεταξύ Ζαγοράς και Πουρίου. Και εκεί υπάρχει μια αρχαία πόλη, κρυμμένη μέσα σε πυκνό δάσος και εκτιμάται ότι θα βρεθούν ίχνη κατοίκησης των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων.
Η ανασκαφή αναμένεται να φέρει στο φως μια σημαντική αρχαιολογική ανακάλυψη, ειδικά αν συνδυαστεί με την αποκάλυψη μιας άλλης σπουδαίας πόλης, της αρχαίας Μελιβοίας, πόλης του φημισμένου από τους ομηρικούς χρόνους βασιλιά Φιλοκτήτη, που βρίσκεται περίπου 10 χιλιόμετρα βορειότερα και αρχίζει σιγά σιγά να βγαίνει στο φως από τη λήθη των αιώνων και τα βάθη της γης.
Μαρία Ριτζαλέου, Εθνος, 01/11/2010