-
Γιατί οι Βρετανοί αντιστέκονται στις διεθνείς πιέσεις και πώς μπορεί να αντιδράσει η Ελλάδα
- Του Α. ΧΑΝΙΩΤΗ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 5 Ιουλίου 2009

Οι μετόπες του Παρθενώνα (οι πρωτότυπες και τα εκμαγεία όσων βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο) όπως εκτίθενται στο Μουσείο της Ακρόπολης
Το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης άνοιξε και μάγεψε. Δεν πέτυχε μόνο τους δύο κύριους στόχους του, να στεγάσει τα ευρήματα της Ακρόπολης με τον καλύτερο τρόπο και να ενισχύσει την εκστρατεία για την ενοποίηση των γλυπτών του Παρθενώνα, πέτυχε και κάτι ακόμα: να είναι βάλσαμο στα χρόνια της μιζέριας. Το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης δεν είναι μόνο ένα πολύ καλό και σύγχρονο μουσείο, είναι πολύ καλύτερο από το Βρετανικό Μουσείο. Ο γλυπτός διάκοσμος του Ναού της Αθηνάς εκτεθειμένος με έναν αισθητικά δόκιμο τρόπο και με ορατό το κτίριο του Παρθενώνα αναδεικνύεται· γίνεται εμφανέστερη η σημασία του για την ιστορία της τέχνης και του πολιτισμού και φαίνεται η σχέση του με την τέχνη που προηγήθηκε και την τέχνη που ενέπνευσε. Γιατί λοιπόν το Βρετανικό Μουσείο εμμένει στην άρνησή του να συμβάλει στην αποκατάσταση της ενότητας ενός έργου τέχνης μοναδικής αξίας; Για να χρησιμοποιήσω τον τίτλο της εκστρατείας για την επανένωση των γλυπτών του Παρθενώνα «why not?». Γιατί όχι;
▅ Το Βρετανικό Μουσείο
Η θεά Αθηνά τη στιγμή που καταβάλλει τον Γίγαντα Εγκέλαδο (από τη σύνθεση με θέμα τη Γιγαντομαχία που κοσμούσε το ανατολικό αέτωμα του αρχαίου ναού της Αθηνάς Πολιάδος)
Τώρα που το Βρετανικό Μουσείο έχει μείνει χωρίς επιχειρήματα για την έκθεσή τους στον χώρο του, τώρα που για πρώτη φορά υπάρχουν ρεαλιστικές προοπτικές για την ενιαία παρουσίασή τους στην Αθήνα, τώρα που διαφαίνεται η προοπτική διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα της Unesco χρειάζεται να επανεξετάσουμε το θέμα με νηφαλιότητα, χωρίς να δημιουργούμε οι ίδιοι αδιέξοδα. Πρόσφατα ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠαΣοΚ και πρώην υπουργός Πολιτισμού κ. Ευάγγελος Βενιζέλος πρότεινε την έκθεση των Γλυπτών που βρίσκονται στο Λονδίνο ως «ένα ιδεατό παράρτημα του Βρετανικού Μουσείου». Η πρόταση αυτή, που έμμεσα προϋποθέτει ότι η Ελλάδα θα αναγνωρίσει στο Βρετανικό Μουσείο την κυριότητα επί των Γλυπτών, ίσως σε πρώτη ματιά να σοκάρει, αλλά είναι η μόνη πρόταση που αντιμετωπίζει το ουσιαστικότερο εμπόδιο για την επανένωση των γλυπτών του Παρθενώνα.
Ο βασικός λόγος που η βρετανική πλευρά αντιστέκεται πεισματικά στις διεθνείς πιέσεις δεν είναι κάποια μη ορθολογική προσήλωση στις ιδεολογικές παραδόσεις της πάλαι ποτέ αυτοκρατορίας της. Ο λόγος, ομολογούμενος ή μη, είναι άλλος. Αν το Βρετανικό Μουσείο παραχωρήσει τα γλυπτά του Παρθενώνα με τρόπο που έστω και έμμεσα θα δημιουργήσει την υπόνοια ότι μέχρι σήμερα τα κατέχει παράνομα, θα θέσει το ίδιο σε αμφισβήτηση τη νομιμότητα όσων συλλογών απέκτησε πριν από τη διαμόρφωση διεθνών κανόνων για το Δίκαιο των αρχαιοτήτων. Το να θέσει σε αμφισβήτηση την κυριότητα του μεγαλύτερου μέρους των συλλογών του θα ήταν πράξη αυτοκτονίας. Οσοι λοιπόν φωνάζουν σήμερα «κλέφτες, δώστε μας όσα μας κλέψατε», ουσιαστικά ζητούν από το Βρετανικό Μουσείο να συναινέσει στη διάλυσή του. Για αυτό τον λόγο το Βρετανικό Μουσείο επιμένει στην κυριότητα των Ελγινείων, για αυτό τον λόγο μιλά για δανεισμό (γνωρίζοντας πολύ καλά ότι αν τα γλυπτά του Παρθενώνα έρχονταν στην Ελλάδα έστω, θεωρητικά, για προσωρινή έκθεση, δεν υπάρχει η παραμικρή περίπτωση να ξαναφύγουν). Για το Βρετανικό Μουσείο (αλλά και για όλα τα αντίστοιχα μουσεία παγκόσμιου πολιτισμού) το θέμα της κυριότητας δεν είναι κάποια ιδιοτροπία, αλλά θέμα επιβίωσης.
▅ Νομικό προηγούμενο
Οι μετόπες του Παρθενώνα όπως εκτίθενται στο Βρετανικό Μουσείο
Ενα δεύτεροεμπόδιο έχουν δημιουργήσει κάποιοι υποστηρικτές της επιστροφής των Γλυπτών με την άποψη ότι η παραχώρηση των γλυπτών του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης καθιστά νομικό προηγούμενο γενικά για τη διεκδίκηση μνημείων και έργων τέχνης. Είναι ασύγκριτα δυσκολότερο να ευοδωθούν διαπραγματεύσεις με το Βρετανικό Μουσείο, όταν το αποτέλεσμά τους θα ερμηνευθεί ως προηγούμενο για το Δίκαιο των αρχαιοτήτων. Η υποστήριξη προς το Βρετανικό Μουσείο όσων φοβούνται ένα προηγούμενο θα είναι πολύ ισχυρότερη. Για αυτό η ελληνική πλευρά θα πρέπει να προβάλει τη μοναδικότητα της περίπτωσης των γλυπτών του Παρθενώνα. Και μπορεί να το κάνει δικαιολογημένα. Αντίθετα από την κεφαλή της Νεφερτίτης, τον βωμό του Περγάμου, τον θησαυρό της Τροίας κι άλλα έργα τέχνης που έγιναν για πρώτη φορά γνωστά μετά την ανακάλυψή τους σε ανασκαφές και αφού αποκτήθηκαν από ιδιώτες ή μουσεία, χωρίς να έχουν προηγουμένως κάποια συμβολική σημασία για τη χώρα προέλευσής τους, ο Παρθενώνας και ο γλυπτός διάκοσμός του ήταν ανέκαθεν τα ορατά και γνωστά σύμβολα ενός ολόκληρου πολιτισμού. Είναι ευκολότερο για τους Βρετανούς να επανεξετάσουν τη στάση τους αν γνωρίζουν ότι πρόκειται για μοναδική περίπτωση που δεν θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου για όλα τα μεγάλα μουσεία.
Ολα τα ΜΜΕ εξαίρουν τον διεθνή θαυμασμό για το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης και την υποστήριξη από μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινής γνώμης. Αναρωτιέμαι όμως πότε κάποιος παραιτήθηκε από κάτι που θεωρεί κεκτημένο μόνο κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης. Χωρίς να υποτιμώ στο ελάχιστο τη σημασία της ενημέρωσης της κοινής γνώμης και της εκστρατείας που με σημαντική επιτυχία πραγματοποιούν επί δεκαετίες και το ελληνικό ΥΠΠΟ και διεθνείς επιτροπές, θεωρώ λανθασμένη την εκτίμηση ότι το Βρετανικό Μουσείο θα ενδώσει χωρίς να λάβει εγγυήσεις ότι η παραχώρηση των γλυπτών του Παρθενώνα στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης δεν θα απειλήσει την ίδια του την ύπαρξη.
▅ Νηφάλιες διαπραγματεύσεις
Το αυθεντικό κεφάλι που τοποθετήθηκε συμβολικά στο εκμαγείο της μετόπης του Παρθενώνα από τον υπουργό Πολιτισμού κ. Α. Σαμαρά κατά την τελετή των εγκαινίων του Μουσείου της Ακρόπολης
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι χρειάζονται σοβαρές και νηφάλιες διαπραγματεύσεις, χωρίς συναισθηματικές κορόνες. Ενα πάγιο λάθος της ελληνικής πολιτικής διεκδικήσεων, από το Κυπριακό ως το Μακεδονικό, είναι να ανάγει ανέφικτους στόχους σε αδιαπραγμάτευτους στόχους, να φανατίζει την κοινή γνώμη και ύστερα να απορεί που απέτυχε. Ως προς αυτό, δυστυχώς, ο νυν υπουργός Πολιτισμού έχει βεβαρημένο παρελθόν και με την ομιλία του στα εγκαίνια του Νέου Μουσείου έθεσε τις βάσεις όχι για λύσεις, αλλά για αδιέξοδα. Θα ήταν λάθος η Ελλάδα να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις χωρίς να έχει σαφή ιεράρχηση στόχων και ομοφωνία. Ο προσδιορισμός προτεραιοτήτων είναι στοιχειώδες θεμέλιο κάθε πολιτικής· η ενιαία στάση απαραίτητη για ένα τέτοιο εθνικό θέμα. Η επανένωση των γλυπτών του Παρθενώνα πρέπει να κρατηθεί έξω από τον στίβο των κομματικών αντιπαλοτήτων και των μικροπολιτικών φιλοδοξιών. Σε ένα τέτοιο ζήτημα θα πρέπει να διαμορφωθεί με συναίνεση (και όχι μονόπλευρα από τη νυν πολιτική ηγεσία του ΥΠΠΟ) εθνική πολιτική με σαφή στόχο. Τι επιδιώκουμε; Την ενοποίηση όλων των γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα; Την εκ των υστέρων καταδίκη του λόρδου Ελγιν; Την ταπείνωση του Βρετανικού Μουσείου με ομολογία του ότι παρανομεί επί δύο αιώνες; Σε ποιον στόχο δίνουμε προτεραιότητα; Για ποιον στόχο θα βρούμε αποτελεσματικούς συμμάχους;
Η διαπραγμάτευση είναι η τέχνη του πραγματισμού και των λεπτών διακρίσεων. Δυστυχώς, μερικές φορές και τα ΜΜΕ και οι πολιτικές ηγεσίες του ΥΠΠΟ δεν κάνουν τις απαραίτητες διακρίσεις, δημιουργώντας έτσι αδιέξοδα και καταστρέφοντας τις κατάλληλες βάσεις για συνομιλίες με τους Βρετανούς. Μια πρώτη σύγχυση αφορά τον ρόλο του Ελγιν και του Βρετανικού Μουσείου. Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι ο λόρδος Ελγιν δεν ήταν εντολοδόχος του Βρετανικού Μουσείου, δεν αφαίρεσε τα γλυπτά του Παρθενώνα για λογαριασμό του Βρετανικού Μουσείου, αλλά ενεργώντας αυτοβούλως. Ναι, ο Ελγιν ερμήνευσε κατά το δοκούν το σουλτανικό φιρμάνι (αν όντως υπήρξε ποτέ τέτοιο φιρμάνι) για να προχωρήσει, αδηφάγος και αδίστακτος, σε πραγματική λεηλασία. Οποιος διαβάζει τις αναφορές των πρακτόρων του για τον βάναυσο τρόπο με τον οποίο αφαιρέθηκαν τα Γλυπτά, αισθάνεται και σήμερα τον ίδιο αποτροπιασμό και την οργή που εξέφρασε και τότε ο λόρδος Βύρων στο ποίημά του Η κατάρα της Αθηνάς. Ωστόσο, άλλο ζήτημα είναι οι ενέργειες του Ελγιν τα έτη 1802- 1804 και άλλο ζήτημα είναι η εκ των υστέρων (το 1816) απόκτηση των Γλυπτών από το Βρετανικό Μουσείο με έγκριση του βρετανικού Κοινοβουλίου.
Είναι λάθος να συγχέουμε τις δύο ενέργειες και η διάκρισή τους μπορεί να μας επιτρέψει να καταδικάσουμε τις πράξεις του Ελγιν χωρίς να καταδικάζουμε και το Βρετανικό Μουσείο, που όταν απέκτησε τα γλυπτά του Παρθενώνα, εκτελώντας απόφαση του βρετανικού Κοινοβουλίου, δεν παραβίασε κανέναν νόμο, είτε βρετανικό είτε διεθνή. Μπορεί η απόφαση του βρετανικού Κοινοβουλίου να μην ήταν δίκαιη ή ηθική (και υπήρχαν μέλη του που εξέφρασαν διαφορετική άποψη), αλλά όταν έγινε η αγορά των Ελγινείων Μαρμάρων (πριν από την ίδρυση συντεταγμένης ελληνικής πολιτείας, πριν από τη θέσπιση Διεθνούς Δικαίου για την προστασία πολιτιστικών αγαθών και πριν από τη θέσπιση ελληνικών νόμων για την προστασία των αρχαιοτήτων) έγινε νόμιμα. Η Ελλάδα δεν μπορεί να προσφύγει σε διεθνή δικαστήρια για τη διεκδίκησή τους. Η εκτίμηση ότι ενδεχόμενη αναγνώριση της κυριότητας του Βρετανικού Μουσείου επί των Ελγινείων Μαρμάρων αποτελεί εκ των υστέρων νομιμοποίηση των πράξεων του Ελγιν είναι κατά τη γνώμη μου εσφαλμένη και δεν μας φέρνει πιο κοντά στον στόχο μας να δούμε τα Γλυπτά εκτεθειμένα στην Αθήνα.
Το πρόβλημα της ιδιοκτησίας
Η διάκριση ανάμεσα στο φυσικό αντικείμενο και στο έργο τέχνης
Για έναν Ελληνα είναι αδιανόητο να θεωρούνται τα γλυπτά του Παρθενώνα, η κατ΄ εξοχήν έκφραση του ελληνικού πνεύματος και πολιτισμού, ιδιοκτησία του Βρετανικού Μουσείου. Αλλά και στο σημείο αυτό είναι επιβεβλημένη μια λεπτή, αλλά ουσιώδης διάκριση: η διάκριση ανάμεσα στο φυσικό αντικείμενο και στο έργο τέχνης. Το Βρετανικό Μουσείο έχει την κυριότητα επί φυσικών αντικειμένων, των Ελγινείων Μαρμάρων. Δεν είχε, ούτε έχει, ούτε και θα έχει ποτέ την κυριότητα ενός συνολικού έργου τέχνης, των αρχιτεκτονικών γλυπτών του Ναού της Αθηνάς Παρθένου. Ως διαπραγματευτική βάση η ελληνική πλευρά θα μπορούσε να αναγνωρίσει στο Βρετανικό Μουσείο την κυριότητα των συγκεκριμένων φυσικών αντικειμένων, που αγόρασε το 1816, διατηρώντας παράλληλα την αδιαμφισβήτητη κυριότητα του έργου τέχνης: του Παρθενώνα και των γλυπτών του ως συνολικής δημιουργίας. Ισως μια τέτοια διάκριση να εξασφάλιζε την επιστροφή των Ελγινείων στην Ελλάδα, τη μόνιμη έκθεσή τους στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης και την αποκατάσταση ενός αριστουργήματος του ελληνικού πολιτισμού, προστατεύοντας ταυτόχρονα το Βρετανικό Μουσείο από διασυρμό και από τη δαμόκλειο σπάθη του νομικού προηγούμενου.
Δεν είμαστε οι μόνοι και οι πρώτοι που έχουμε βρεθεί μπροστά σε ένα τέτοιο δίλημμα. Τον Μάρτιο του 2008 σε ένα συνέδριο για τον επαναπατρισμό πολιτιστικών αγαθών στις χώρες προέλευσής τους, η εκπρόσωπος μιας φυλής του Καναδά εξήγησε με πραγματισμό ότι όταν έγινε σαφές ότι η επιστροφή μιας τελετουργικής μάσκας με τεράστια συμβολική σημασία ήταν δυνατή μόνο ως δάνειο του Βρετανικού Μουσείου, που την είχε αποκτήσει το 1937 και διατηρεί την κυριότητα, η φυλή της δέχτηκε τον όρο αυτό, προτάσσοντας τον στόχο της επιστροφής. Και ως Ελληνας και μελετητής της Κλασικής Αρχαιότητας χωρίς τον παραμικρό δισταγμό δίνω προτεραιότητα στην εσαεί ακεραιότητα ενός υπέροχου δημιουργήματος του ελληνικού πολιτισμού, πάνω από οποιαδήποτε άλλο κίνητρο ή συναισθηματισμό. Δεν αισθάνομαι να θίγεται η αξιοπρέπειά μου ή να μειώνεται η αξία των επιτευγμάτων του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού αν ένα μέρος των εκθεμάτων του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης είναι «ιδεατό παράρτημα του Βρετανικού Μουσείου». Η καλύτερη αποκατάσταση της αδικίας του Ελγιν είναι να επανέλθουν τα Γλυπτά που αφαίρεσε στην Αθήνα, έστω κι αν για να γίνει αυτό η Ελλάδα αποδεχτεί ότι η κυριότητα επί των συγκεκριμένων αντικειμένων παραμένει στο Βρετανικό Μουσείο. Στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης η έκφραση «Ελγίνεια Μάρμαρα» θα ξεχαστεί για πάντα και τα γλυπτά θα γίνουν πάλι γνωστά μόνο με το όνομα του εμπνευστή τους: τα παρθενώνια γλυπτά του Φειδία. Ο λόρδος Ελγιν ας βρει τότε τη θέση που του αξίζει, σε κάποια υποσημείωση της Ιστορίας.
- Ο κ. Αγγελος Χανιώτης είναι καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.