RSS

Σπουδαιότερο το Μουσείο από το Μνημείο;

21 Jun

Eνα πολιτισμικό σύμβολο που συνοψίζει ταυτόχρονα την Αισθητική του Λόγου, το Ηθος της Ελευθερίας και τη Λογική της Ομορφιάς». Αν υποθέσουμε πως η προηγούμενη φράση, στο σύνολό της αλλά και αναλυμένη στα συστατικά της μέλη, έχει κάποιο νόημα, ποιο μνημείο θα σκεφτόμασταν σχεδόν αυτόματα ότι περιγράφει και προσδιορίζει; Πριν βιαστεί κανείς να εικάσει ότι οι λέξεις αυτές, με τη λυρικοφάνειά τους και με τα τόσα βαριά κεφαλαία τους (τα οποία υποτίθεται ότι προσδίδουν όγκο και κύρος, αλλά τελικά μοιάζουν με κτερίσματα), δεν μπορεί παρά να αφορούν τον Παρθενώνα, σπεύδω να πω ότι αυτό που εγκωμιάζεται εδώ με τέτοιον οίστρο δεν είναι το περίφημο μνημείο της κλασικής αρχαιότητας, αλλά η έναρξη λειτουργίας του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης. Αδύνατο; Αδιανόητο; Και όμως, έτσι ισχυρίζεται ένας καθ’ ύλην αρμόδιος, ο υπουργός Πολιτισμού, σε ειδικό μήνυμά του. Ιδού τι άλλο γνωστοποιεί ο κ. Αντώνης Σαμαράς: «Το υπέρτατο μνημείο του αρχαίου κλασικού πολιτισμού αποκτά το δικό του Μουσείο – επιτέλους! Σε δύσκολους καιρούς, οι άνθρωποι αναζητούν σύμβολα να κρατηθούν. Και η έναρξη λειτουργίας του Μουσείου Ακρόπολης είναι ένα τέτοιο σύμβολο στους σημερινούς δύσκολους καιρούς. Ενα πολιτισμικό σύμβολο που συνοψίζει ταυτόχρονα την Αισθητική του Λόγου» κ.τ.λ., κ.τ.λ.

Μήπως χάσαμε τα μέτρα και τα σταθμά; Μήπως διογκώνουμε την αξία ενός κτίσματος για να φανούμε μέγιστοι εμείς, που απλώς έτυχε να είμαστε οι εγκαινιστές, δίχως να έχουμε καμιά σπουδαία συμβολή έως την επικοινωνιακώς αποδοτική στιγμή της κορδέλας; Ας προσπαθήσουμε να ξανασκεφτούμε τα πράγματα, απεγκλωβισμένοι, όσο είναι δυνατόν, από τη γοητεία των κεφαλαίων, που αναλαμβάνουν να διαλαλήσουν ότι εδώ μιλάμε για βαρυσήμαντα πράγματα. Αν η έναρξη λειτουργίας ενός Μουσείου, η αναγκαιότητα, αλλά και η ποιότητα του οποίου δεν βρίσκει σύμφωνη όλη την αρχαιολογική και εν γένει την επιστημονική κοινότητα, είναι ένα τόσο σπουδαίο σύμβολο, τότε τι είναι ο Παρθενώνας και με ποιες λέξεις θα τιμήσουμε τη δική του αίγλη όταν η αμετροέπειά μας βιάζεται να ξοδέψει σε άλλα εγκώμια αυτές που θα του ταίριαζαν; (Οσον αφορά την επίσης συμβολική Ολυμπία, αφότου η νήπια πρόνοιά μας επέτρεψε να καεί, κάηκε και η πολλή μας όρεξη να της αφιερώνουμε ασυγκράτητο τον στόμφο μας και όχι από την ντροπή παρά από τον φόβο ότι θα σηκωθούν καταπάνω μας οι μαυρισμένες πέτρες του ιερού χώρου).

Δεν είναι κακό να ονειρεύεται κανείς δόξα αθάνατη και να πιστέψει πως το όνομά του, συσχετισμένο με κάποιο σπουδαίο γεγονός, θα γραφτεί χρυσογράμματο και κεφαλαιογράμματο βέβαια, στις δέλτους της Ιστορίας (ή, απλούστερα και κυνικότερα ότι θα αναδειχθεί σαν επικρατέστερος ανάμεσα στους δελφίνους, με την ίδια μέθοδο που άλλοι δελφινοποιήθηκαν κεφαλαιοποιώντας ολίγη από την όποια λάμψη των Ολυμπιακών). Και ο Περικλής, άλλωστε, για να πάμε στην πηγή των πραγμάτων, την «αΐδιον δόξαν» που θα χάριζαν στην Αθήνα τα έργα αντέτασσε ως επιχείρημα στους αντιπάλους του και αντιπάλους τού θρησκευτικού – καλλιτεχνικού του προγράμματος. Ας θυμηθούμε, για να έχουμε ίσως και ένα μέτρο συγκρίσεως με τα σημερινά, όσο ιστορεί ο Πλούταρχος βιογραφώντας τον Αθηναίο πολιτικό. Στις ζωηρότατες συνελεύσεις του δήμου, λοιπόν, οι αντίπαλοι του Περικλή έλεγαν ότι η πλην Αθηνών Ελλάδα «ύβριν υβρίζεται», διότι όσα προσφέρει για τις ανάγκες του πολέμου κατά των Περσών, τα χρησιμοποιούν οι Αθηναίοι «για να καλλωπίζουν την πόλη τους και να τη στολίζουν σαν γυναίκα φιλάρεσκη, με λίθους πολύτιμους, με αγάλματα και ναούς πανάκριβους» («την πόλιν καταχρυσούντας και καταστολίζοντας ώσπερ αλαζόνα γυναίκα, περιαπτομένην λίθους πολυτελείς και αγάλματα και ναούς χιλιοταλάντους»). Ο Περικλής, ρήτορας γερός, απάντησε με δύο επιχειρήματα, συντάσσοντας το ένα σαν οραματιστής και το άλλο σαν πραγματιστής. Είπε δηλαδή ότι μόλις τελειώσουν τα έργα, η πόλη θα αποκτήσει δόξα αθάνατη, ενώ όσο θα γίνονται θα έχουν δουλειά οι άνεργοι, τα δε μνημεία θα αποτελούν ερέθισμα για κάθε μορφής τέχνη. Ετσι σχεδόν όλη η πόλη θα έχει μισθό και θα τρέφεται και θα στολίζεται ταυτόχρονα («σχεδόν όλην ποιούσαν έμμισθον την πόλιν εξ αυτής άμα κοσμουμένην και τρεφομένην»).

Αλλά βέβαια τα μεγέθη είναι διαφορετικά, κραυγαλέα διαφορετικά. Ούτε όλη η σημερινή πόλη βρίσκει βέβαια δουλειά χάρη στο Μουσείο της Ακρόπολης ούτε υπάρχει κανείς χριστιανός ή εθνικός ή ινδουιστής ή ό,τι άλλο που να εξισώνει τη συμβολική αξία του νέου κτίσματος με την αξία του Παρθενώνα και των έργων του, «υπερηφάνων μεν μεγέθει, μορφή δ’ αμιμήτων και χάριτι». Κανένας, εκτός ίσως από τον υπουργό Πολιτισμού, ο οποίος καταπώς φαίνεται, μαζί με τη σκυτάλη του Μουσείου (για να διανύσει το τελευταίο, χρονικώς μικρότερο, διάστημα μιας μακράς διαδρομής) παρέλαβε και τη σκυτάλη του στόμφου, ανέκαθεν αγαπητού στον χώρο του συγκεκριμένου υπουργείου (αρκεί να θυμηθούμε την «Πολιτιστική Ολυμπιάδα» και τη ρητορική που την είχε συνοδεύσει, γεμάτη «άξονες» και κεφαλαία αρχικά). Δηλαδή τι; Στους όντως «δύσκολους σημερινούς καιρούς, όπου οι άνθρωποι (ενδέχεται να) αναζητούν σύμβολα για να κρατηθούν», υπήρξε έστω ένας, πλην των κατά καιρούς υπουργών ή των εργολάβων και μιας μερίδας επιστημόνων που σχετίζεται με την κατασκευή, που «να κρατηθεί» από το Νέο Μουσείο και να πιστέψει ότι η δημιουργία του σφραγίζει την εποχή μας και μάλιστα σε οικουμενικό επίπεδο; Υπήρξε ένας που να αφεθεί στην πίστη ότι τώρα πια θα ξαναβγούνε τα φτερά τα πρωτινά μας τα μεγάλα; Κάτι τέτοια στομφώδη, περί ακμαίας εθνικής αυτοπεποίθησης, περί νέας αρχής και περί της Ελλάδας ως οδηγού των εθνών ακούγαμε και πέντε χρόνια πριν, με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αλλά και με το Γιούρο της Πορτογαλίας (σ’ αυτά τα τρόπαια, ορισμένοι, με επικεφαλής τον τότε πρόεδρο της Βουλής, πρόσθεταν ακόμα και τον «θρίαμβο» της Ελένης Παπαρίζου στη Γιουροβίζιον).

Ο υπουργός μάς καλεί «να εμπνευστούμε» από το «διαχρονικό μήνυμα του Μουσείου», προσοχή, το διαχρονικό μήνυμα του Μουσείου που εγκαινιάστηκε χθες και όχι του Μνημείου, του Παρθενώνα δηλαδή. Μας διαβεβαιώνει μάλιστα ότι το Μουσείο «είναι Ελληνικό επειδή είναι Οικουμενικό». Αν καταλαβαίνω σωστά την εξίσωση του υπουργού, η οικουμένη είναι ελληνική, η υφήλιος είναι ένας δορυφόρος του οιονεί αυτοκρατορικού ελληνικού κέντρου, το οποίο τη φωτίζει, την παιδαγωγεί, την καθοδηγεί. Η συμβολή του αρχαίου ελληνικού πνεύματος (με τις ποικίλες εκδηλώσεις του, από την επινόηση της δημοκρατίας έως τα αριστουργήματα του λόγου και του χεριού) στον πολιτισμό αν όχι της οικουμένης, πάντως μεγάλου τμήματός της, είναι τεράστια – και αναγνωρισμένη. Καιρός ωστόσο να θυμηθούμε, και κυρίως να ενστερνιστούμε, μία από τις θεμελιώδεις ιδέες αυτού του πνεύματος: το μέτρο.

  • Tου Παντελη Μπουκαλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21/6/2009
 

Tags:

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: