RSS

Γιάννης Μόραλης, ο καλλιτέχνης και άνθρωπος, Χρήστος Δ. Λαμπράκης, δημιουργός, συναντήθηκαν στο όραμα και «έφυγαν», αφήνοντας κενό στον Πολιτισμό

22 Dec

Ενα εκφραστικό πορτρέτο του Γιάννη Μόραλη στην Αίγινα το 2000, φωτογραφία του Jean – Francois Bonhomme.

Tης Eλενης Mπιστικα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/12/2009,

Σκιάστηκε η εορταστική λάμψη αυτού του Δεκέμβρη που ελπίζαμε πως θα ‘ναι καλύτερος από τον περυσινό εκείνο, της βίας και της αναταραχής στο κέντρο της Αθήνας. Ηρθε όμως το διπλό άγγελμα του θανάτου, δύο ανθρώπων του πολιτισμού, για να κλείσει τις χαραμάδες αισιοδοξίας που είχαμε ελπίσει για τα φετινά Χριστούγεννα. Την Κυριακή 20 Δεκεμβρίου πέθανε, ήρεμα και αθόρυβα, στο σπίτι του της Αθήνας, ο Ι. Μόραλης. Τη Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου στο «Ωνάσειο Νοσοκομείο» όπου νοσηλευόταν καιρό «έφυγε» το πρωί ο εκδότης Χρήστος Δ. Λαμπράκης, από τους τελευταίους της παλαιάς φρουράς, συνεχιστής του έργου του πατέρα του στις εφημερίδες «Τα Νέα» και «Βήμα» και ιδρυτής – πρόεδρος το ΟΜΜΑ, Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, που εξελίχθηκε σε φωτεινό πόλο έπαλξης πολιτισμού και σχολείο μουσικής παιδείας για τις νέες και επερχόμενες γενιές. Με στόχο, εργατικοί, ακαταπόνητοι και οι δύο, διέφεραν στον τρόπο που αντιλαμβάνονταν τον τρόπο της δημιουργίας. Ο Γιάννης Μόραλης, μόνος μέσα στο ατελιέ του συνομίλησε με την τέχνη και της έμεινε πιστός ώς το τέλος, σε ευθεία, αταλάντευτη γραμμή. Ο Χρήστος Δ. Λαμπράκης, ανήσυχος και αναγεννησιακός, ήθελε το έργο του να θαμπώσει, αλλά και να εκπολιτίσει. Εξ ου και η ονομασία του Concert Hall «Μέγαρο Μουσικής Αθηνών» και μετά Θεσσαλονίκης. «Μέγα, Μείζον, Μέγαρον» ήταν ένα ευφυολόγημα που εξηγεί τη μεθόδευση για το μεγαλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Ευτυχώς το μουσικό μέρος, η προσφορά με το Μέγαρο και την Αίθουσα Τριάντη, τη Βιβλιοθήκη, το «MegaroPlus», τις εκδόσεις των βιβλίων και συλλεκτικών καταλόγων, τις εκθέσεις στο ισόγειο, όλα αυτά φέρουν την υπογραφή του Χρήστου Δ. Λαμπράκη που ήταν και φιλόξενος οικοδεσπότης. Μόνο τον τελευταίο καιρό δεν τον βλέπαμε στις πρεμιέρες να ρωτά τη γνώμη όλων «πώς ήταν; Σας άρεσε;». Εφερε μεγάλες συμφωνικές ορχήστρες ξένες, στέγασε τις Παρασκευές την ΚΟΑ, άργησε, αλλά έπαιξε και Μάνο Χατζιδάκι με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, ενώ με τις υποτροφίες «Μαρία Κάλλας» βοήθησε να αναδειχθούν νέες φωνές στο λυρικό τραγούδι. Στην αγαπημένη μητέρα του, Ελζα, στις αδελφές και τα ανίψια του συλλυπητήρια από τη στήλη που δεν έλειψε από τις «πρώτες» του Μεγάρου Αθηνών και του «Μουσικού Ιουλίου». Μέσα από τη δημοσιογραφία άνοιξε δρόμο, λεωφόρο, στη μουσική παιδεία του τόπου κι αυτό του το αναγνωρίζουν όλοι. Στα σκίτσα της συνεργάτιδός μας Ελλης Σολομωνίδη – Μπαλάνου θα βρούμε αυτόν τον ξεχωριστό αέρα του δημιουργού, στην περίπτωση του Γιάννη Μόραλη και του οραματιστή με πειθώ, Χρήστου Δ. Λαμπράκη.

  • Γιάννης Μόραλης, αυθεντικός

Ο Γιάννης Μόραλης ως καλλιτέχνης, δάσκαλος, άνθρωπος ήταν, είναι υπεράνω κάθε σύγκρισης. Οταν γράφαμε «ο κορυφαίος ζωγράφος» κι αντιδρούσε, δεν ήθελε υπερθετικά, ούτε επαίνους. Αρκεί να αγαπούσαμε τα έργα του κι εκείνον τον ίδιο μέσα απ’ αυτό, αλλά και σαν φίλο, συνταξιδιώτη σε μακριά πορεία που έχει σχέση με την τέχνη και με την ενημέρωση. Ισως αυτό να ‘ναι το τελευταίο του πορτρέτο, βγαλμένο τον Αύγουστο του 2009, ενώ έπινε τον καφέ του, στο ίδιο τραπεζάκι όπως πάντα, στο «Αιάκειον», στην αγαπημένη του Αίγινα. Ηταν εκεί η Λένα Εγγονοπούλου και νεαρές ζωγράφοι, παλιές φοιτήτριές του στην ΑΣΚΤ. Είχε κέφια, μας είπε και ανέκδοτο, χωρίσαμε κι ούτε ένα «γεια» δεν είπαμε, γιατί τέτοιες συναντήσεις είναι αορίστου συνεχούς διάρκειας, έτσι νομίζαμε. Εμελλε να ‘ναι η τελευταία και τώρα που κοιτάζω τη φωτογραφία με άλλη ματιά, δεν υπάρχει ίχνος χαμόγελου.

Μια απέραντη γαλήνια σοβαρότητα χαρακτηρίζει το έργο του, μια στιγμή αιωνιότητας, είτε είναι τα «Ερωτικά» του, είτε «Επιτύμβια», είτε η «Πανσέληνος»… Οι καλλιτεχνικές σελίδες ως πιο αρμόδιες θα μιλήσουν για το αυθεντικό της τέχνης του. Από τις πολλές φορές που στη ρότα της δημοσιογραφικής δουλειάς τον είχαμε συναντήσει, σε εκθέσεις έργων του, σε εγκαίνια ζωγράφων που υπήρξαν μαθητές, κάτι αξέχαστα Σάββατα μεσημέρια στης Πέγκυ Ζουμπουλάκη, ξεχωρίζουμε τα μεσημέρια Κυριακής στης Αγγέλας Νικολάου, στο πέτρινο σπίτι της, πνιγμένο στο δενδρολίβανο, απέναντι στη θάλασσα. Εκεί, στα ξύλινα τραπέζια και στους πάγκους που είχε φτιάξει με τα χέρια του ο Νίκος Νικολάου, ο Γιάννης, αχώριστος φίλος στα χρόνια του Παρισιού, με ένα ποτήρι ξανθό κρασί από τα πατητήρια της Αγγέλας και ολόγυρα τις σπιτικές πίτες, η κουβέντα του στραφτάλιζε και τον άκουγαν, μαγεμένες, οι φίλες της Αίγινας που τον συναντούσαν τα καλοκαίρια. Μετά του Νικολάου που έφυγε νωρίς, ήρθε η σειρά της Αγγέλας, και φέτος, έφυγε, πρόωρα, η Ρένα Γρηγοριάδου – Dumas. Ο Μάης που στόλιζε την πόρτα, κι ας είχε ξεραθεί, ήταν πάντα εκεί. Οι άνθρωποι φεύγουν, οι άδειες πολυθρόνες πληθαίνουν, μένει το έργο, η προσφορά που σφραγίζει τη μνήμη και δικαιώνει.

Advertisements
 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: