RSS

Monthly Archives: July 2010

Τετράπτυχο μνημειακό σύνολο στη Νάξο

Είσοδος στη λαξευτή σήραγγα του αρχαίου υδραγωγείου

Σε ειδική εκδήλωση που θα γίνει στη Νάξο (24,25/7), θα παραδοθεί στο ΥΠΠΟ-Τ και στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων ένα συντηρημένο, από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, με χρηματοδότηση των ΠΕΠ Νοτίου Αιγαίου, σημαντικό αρχαίο μνημειακό σύνολο στο νησί, που συναποτελούν τα εξής μνημεία: Το αρχαίο υδραγωγείο Μελάνων – Νάξου. Ενα αρχαίο ιερό συνδεόμενο με τις πηγές του και τα γύρω αρχαία λατομεία. Τα δύο κολοσσιαία ημίεργα αγάλματα Κούρων που βρέθηκαν στα λατομεία. Τα ερείπια μιας παλαιοχριστιανικής βασιλικής στη διαδρομή που οδηγεί στο υδραγωγείο.Το υδραγωγείο, σημαντικό τεχνικό έργο της αρχαιότητας, κατασκευάσθηκε πριν από το τέλος του 6ου π.Χ. αιώνα, με γραμμή κουμπωτών πηλοσωλήνων, μήκους 11 χιλιομέτρων, τύπου ανάλογου με τα γνωστά αθηναϊκά υδραγωγεία της ίδιας εποχής. Στους ρωμαϊκούς χρόνους η γραμμή των σωλήνων αντικαταστάθηκε με κτιστή αύλακα, που χρησιμοποιήθηκε μέχρι τον 8ο μ.Χ. αιώνα. Το υδραγωγείο κατά την αρχαιότητα διέθετε σήραγγα μήκους 220 μ., η οποία κατά τη ρωμαιοκρατία απέκτησε – στην είσοδο και την έξοδο – φρέατα καθαρισμού, με εντυπωσιακούς θολωτούς διαδρόμους πρόσβασης στη λαξευτή σήραγγα. Δώδεκα χαρακτηριστικά τμήματα του υδραγωγείου συντηρήθηκαν, προστατεύθηκαν και έγιναν επισκέψιμα.

Η λατρεία στο ιερό των πηγών ξεκίνησε τον 8ο π.Χ. αιώνα, με ένα μικρό μονόχωρο ναό. Τον 7ο και τον 6ο π.Χ. αιώνα προστέθηκαν δύο ακόμη ναϊκά οικοδομήματα. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του είναι ότι, δίπλα στη λατρεία μιας θεότητας του νερού και της ευφορίας, σ’ αυτό, λατρεύθηκαν και δύο ήρωες – προστάτες των τεχνιτών που δούλευαν στα αρχαία λατομεία της ίδιας περιοχής. Η δουλειά και τα αφιερώματά τους στο ιερό αποκαλύπτουν άγνωστες πτυχές του πρωτοπόρου έργου των Νάξιων μαρμαροτεχνιτών στην ανάπτυξη της ελληνικής αρχιτεκτονικής και γλυπτικής. Το ιερό ανασκάφηκε, τα ερείπιά του στερεώθηκαν και διαμορφώθηκαν σε επισκέψιμο χώρο.

Στα λατομεία της περιοχής βρέθηκαν και δύο ημίεργα (ατελείωτα) αγάλματα Κούρων. Ο ήδη επισκέψιμος Κούρος του Φλεριού εντάχθηκε, με απαλλοτρίωση, σε έκταση που σώζει χαρακτηριστικές λατομίες, ώστε να καταδείχνεται η θέση του μέσα στο λατομείο. Προσβάσιμος, μέσω πλακόστρωτου, έγινε και ο δεύτερος Κούρος, που είναι πιο ψηλά στο βουνό. Δίπλα του τοποθετήθηκαν τα πόδια και η πλίνθος του αγάλματος, που ανασυντέθηκαν από σπασμένα τεμάχια που βρέθηκαν στις γύρω ξερολιθιές..

Κοντά στο τελευταίο τμήμα του υδραγωγείου βρέθηκαν περιορισμένα ερείπια χριστιανικού ναού του Αγίου Στεφάνου. Τα ερείπια ανήκαν σε μεγάλη παλαιοχριστιανική βασιλική, μήκους 23,5 μ., με περισσότερες οικοδομικές φάσεις. Ο χώρος απαλλοτριώθηκε, όλο το μνημείο προστατεύθηκε, από την καταστροφική γεωργική δραστηριότητα, και αναστηλώθηκε (μερικά).

Τέλος, σε αίθουσα του παλιού σχολείου του Κουρουνοχωρίου, που παραχωρήθηκε στο ΥΠΠΟ-Τ, οι επισκέπτες του μνημειακού συνόλου μπορούν να βλέπουν χαρακτηριστικά ευρήματα από το ιερό των πηγών και το υδραγωγείο. [ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 23 Ιούλη 2010]

 

Απλήρωτη η νυχτερινή αρχαιοφύλαξη

Την πλήρη αδιαφορία και την ανευθυνότητα του υπουργείου Πολιτισμού – Τουρισμού για τα μεγάλα εργασιακά και μισθολογικά προβλήματα του κλάδου των νυχτοφυλάκων, κατήγγειλε σε συνέντευξη Τύπου η Πανελλήνια Ενωση Νυχτοφυλάκων – Αρχαιοφυλάκων (ΠΕΝΑ). Συγκεκριμένα δεν έχει καταβληθεί, μέχρι σήμερα, η νόμιμη αποζημίωση για νυχτερινή εργασία, παρά το γεγονός ότι εκδοθεί πολλές θετικές για τους αρχαιοφύλακες δικαστικές αποφάσεις. Ταυτόχρονα καταστρατηγείται και το ωράριό τους και δεν εφαρμόζεται η ισχύουσα νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία το προβλεπόμενο ωράριο είναι 6 π.μ. – 10 μ.μ. για την ημερήσια φύλαξη και 10 μ.μ. – 6 π.μ. για τη νυχτερινή.

«Οι τεράστιες ελλείψεις στο μόνιμο φυλακτικό προσωπικό του υπουργείου και το σημερινό απαράδεκτο καθεστώς της ανασφαλούς εργασίας των συμβασιούχων» οδηγούν «στο τραγικό φαινόμενο της ελλιπούς φύλαξης αρχαιολογικών χώρων και μουσείων», τονίζει η Ενωση. Χαρακτηριστικό της απαράδεκτης κατάστασης, όπως αναφέρεται, είναι και η απουσία θεσμοθετημένου καθηκοντολογίου και κανονισμού λειτουργίας αρχαιολογικών χώρων και μουσείων, φαινόμενο πρωτοφανές για μια χώρα με μοναδικούς αρχαιολογικούς θησαυρούς και μάλιστα σε μια εποχή που κορυφώνεται η δράση της οργανωμένης εγκληματικότητας και αρχαιοκαπηλίας.

Οι νυχτοφύλακες λένε χαρακτηριστικά πως πολύ συχνά ένας νυχτοφύλακας πρέπει μόνος του να φυλάξει έναν τεράστιο αρχαιολογικό χώρο ή ένα μουσείο, χωρίς μάλιστα τη νόμιμη αποζημίωση νυχτερινής απασχόλησης. Η ΠΕΝΑ αναφέρει πως παρά τις αλλεπάλληλες παραστάσεις διαμαρτυρίας της προς το ΥΠΠΟ-Τ μέχρι σήμερα έχει εισπράξει μόνο άρνηση και αδιαφορία στα δίκαια αιτήματά της. [Ριζοσπάστης, Τετάρτη 21 Ιούλη 2010]

 

Τουριστικά … εγκαίνια του Μουσείου Θάσου

Ακρως τουριστικό «χρώμα» είχαν τα εγκαίνια (10/7) του Αρχαιολογικού Μουσείου Θάσου, από τον υπουργό Πολιτισμού – Τουρισμού Παύλο Γερουλάνο. Στα εγκαίνια παραβρέθηκε και η «Friendship Arabia Expedition», μια ομάδα επιχειρηματιών στον τομέα του Τουρισμού, με επικεφαλής τον Αli Mushaima, που ξεκίνησαν από το Μπαχρέιν, με τελικό προορισμό το νησί της Θάσου. Ο Α. Mushaima είχε γνωστοποιήσει στον Ελληνα υπουργό την «επιθυμία» του γι’ αυτό τον προορισμό, στη διάρκεια της Διεθνούς Τουριστικής Εκθεσης στο Ντουμπάι, τον περασμένο Μάη, όπου παραβρέθηκε ο Π. Γερουλάνος.

Οσον αφορά στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θάσου, ο υπουργός, αφού είπε ότι «τα σπουδαία εκθέματά του συνθέτουν “μικρές ιστορίες” που αφηγούνται μιαν άλλη ιστορία μεγαλύτερη: Την ιστορία μιας ακμαίας αρχαίας ελληνικής πόλης, ενός νησιού που σήμερα δημιουργεί το δικό του πολιτισμό», μπήκε στην ουσία του κυβερνητικού προσανατολισμού, τονίζοντας: «Αυτά που εγκαινιάζουμε σήμερα δεν αποτελούν μόνο μια σπουδαία επένδυση στον πολιτισμό. Αποτελούν, ταυτόχρονα, μια σπουδαία επένδυση και στον τουρισμό, που είναι ο σημαντικότερος μοχλός ανάπτυξης για τα νησιά μας και συνολικά για την οικονομία της πατρίδας μας. Κάθε περιφέρεια της χώρας βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια μεγάλη πρόκληση: Να επιλέξει και να ισχυροποιήσει την αναπτυξιακή ταυτότητά της. Και ένα μουσείο δίνει τεράστιες δυνατότητες ορισμού και ανάδειξης μιας ταυτότητας, αν η κοινωνία την αναδείξει, επίμονα».

Τέλος, είπε ότι τους επόμενους 6-12 μήνες θα εγκαινιαστούν (ξαναεγκαινιαστούν στην πραγματικότητα ) περισσότερα από 20 μουσεία σε όλη την Ελλάδα, και ότι το αν «πετύχουν το στόχο τους» (σ.σ. εννοούσε τον τουριστικό στόχο τους) «εξαρτάται από την τοπική κοινωνία». ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τρίτη 13 Ιούλη 2010

 

«ΞΕΝΙΑ»: Προς πώληση η αρχιτεκτονική κληρονομιά

  • Στη «λίστα» του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας, που εξήγγειλε τον Ιούνη η κυβέρνηση, περιλαμβάνεται και ένα κεφάλαιο της σύγχρονης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της χώρας
Το Ξενία Βυτίνας το 2008

Το 1997, ο τότε γενικός γραμματέας του ΕΟΤ, υπεραμυνόμενος της κυβερνητικής πολιτικής ξεπουλήματος της περιουσίας του Οργανισμού στους ιδιώτες, είπε στους εργαζόμενους του «Ξενία» Λαγονησίου που τότε αντιδρούσαν σε αυτή την… «αξιοποίηση»: «Το κράτος δεν είναι καλός επιχειρηματίας (…) Το ελληνικό κράτος πρέπει να νοικοκυρευτεί, δεν μπορεί να έχει ζημιογόνες επιχειρήσεις. Τελειώσαμε, δεν υπάρχουν λεφτά να στηρίξουν το “Ξενία” Λαγονησίου»!

Η αλήθεια είναι ότι το τότε κυβερνητικό στέλεχος ήταν υπέρ το δέον «σεμνό» ως προς τις δυνατότητες του αστικού κράτους και των κυβερνήσεών του. Στα χρόνια που ακολούθησαν από τις παραπάνω δηλώσεις αποδείχθηκε ότι αυτό το κράτος ήταν αρκούντως ικανό στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της «αγοράς» και ως προς τα οικονομικά «φιλέτα» των «Ξενία». Ηταν μια ουσιαστικά σύντομη διαδικασία, η οποία κατέληξε σε έναν πρώτο «σταθμό» στις αρχές του περασμένου Ιούνη και την ανακοίνωση, από την κυβέρνηση (σ.σ. πάλι του ΠΑΣΟΚ) του ξεπουλήματος… των πάντων, υπό τον εκπληκτικό τίτλο «Αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας για την ανάπτυξη και την ποιότητα ζωής»! Σε αυτή την περιουσία περιλαμβάνονται και τα «Ξενία», τα οποία προγραμματίζονται να βγουν στο «σφυρί» ως εξής: «Πώληση μεμονωμένων ή δημιουργία επενδυτικού σχήματος στο οποίο θα εισφερθούν τα δικαιώματα εκμετάλλευσης όλων των “Ξενία”, αξιοποίηση με συμβάσεις παραχώρησης, Ενδεχόμενη εισαγωγή της εταιρείας στο ΧΑΑ, με διακράτηση του 51% ή 34%».

  • Στοιχεία αρχιτεκτονικής κληρονομιάς
Παλαιότερη φωτογραφία του «Ξενία» Ναυπλίου
EUROKINISSI

Οταν ξεπουλιέται η λαϊκή περιουσία, οι υποδομές της χώρας (λιμάνια, αεροδρόμια, ενέργεια, επικοινωνίες κλπ.), η γη, το νερό, ακόμη και ο αέρας και ο ήλιος (σ.σ. βλ. φωτοβολταϊκά «πάρκα» και ανεμογεννήτριες από ιδιωτικές εταιρείες) στο κεφάλαιο, φαντάζει μάλλον σόλοικο να ασχολείται κανείς με μερικές δεκάδες μεταπολεμικά κτίρια που είχαν κατασκευαστεί για τουριστικούς σκοπούς. Στην προκειμένη περίπτωση τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά.Ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων, ο οποίος υπερασπίζεται εδώ και χρόνια τα «Ξενία» από την απαξίωση, την εγκατάλειψη και την κατεδάφισή τους (σ.σ. ανεξάρτητα από τις κατά καιρούς προτάσεις χρήσης που είναι προς συζήτηση), παρουσιάζει την «εκστρατεία», υπό τον τίτλο «Σώστε τα “Ξενία”», ως εξής: «Το πρόγραμμα των τεχνικών υπηρεσιών του ΕΟΤ για τη μελέτη και ανέγερση των “Ξενία”, που ξεκίνησε το 1950 από τον Χ. Σφαέλλο, έμελλε να εξελιχθεί την περίοδο 1957-1967 σε πραγματικό εργαστήριο αρχιτεκτονικής σκέψης, με τον αρχιτέκτονα Αρη Κωνσταντινίδη, προϊστάμενο της Υπηρεσίας Μελετών και με άξιους συνεργάτες σημαντικούς αρχιτέκτονες της εποχής. Με βάση ένα στερεό και ουσιαστικό θεωρητικό υπόβαθρο, όπως αυτό παρουσιάζεται στα κείμενα του Αρη Κωνσταντινίδη, κατά το σχεδιασμό επιδιώκεται η επιλογή του κατάλληλου χώρου και προσανατολισμού, η ένταξη στο τοπίο, η σχέση του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, η απλότητα και σαφήνεια της μορφής, η ειλικρίνεια στη χρήση των υλικών, η τυποποίηση στην κατασκευή, αλλά και η ένταξη των μονάδων αυτών στη ζωή του κάθε τόπου. Το εγχείρημα έδωσε μία από τις σημαντικότερες ενότητες δημοσίων κτιρίων μεταπολεμικά σχεδιασμένων υπό μια συνολική αρχιτεκτονική θεώρηση. Τα “Ξενία” αποτελούν σήμερα σημείο αναφοράς για τους Ελληνες και ξένους αρχιτέκτονες ως μία σύγχρονη, καθαρή και ειλικρινής αρχιτεκτονική έκφραση, που με συνέπεια ερμήνευσε τις αρχές του μοντέρνου κινήματος μέσα από έναν κώδικα πολιτισμικής εντοπιότητας».

Το «Ξενία» Κυλλήνης στα τέλη της περασμένης δεκαετίας

Πιο απλά, τα «Ξενία» ανήκουν στη νεότερη αρχιτεκτονική κληρονομιά του λαού. Δηλαδή, εκτός από το ότι αποτελούν δημόσια περιουσία, η οποία έτσι κι αλλιώς πρέπει να προστατευθεί από την ιδιωτικοποίηση, είναι ταυτόχρονα και σημαίνοντα στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Εδώ έγκειται η ιδιαιτερότητά τους και αυτό είναι άλλωστε και το στοιχείο που υπογραμμίζεται στο πλήθος των παρεμβάσεων που έκανε και το ΚΚΕ όλα αυτά τα χρόνια, ακόμη και σε επίπεδο ΕΕ, υπέρ της προστασίας τους, της διατήρησης του δημόσιου καθεστώτος τους και της λειτουργίας τους υπέρ του λαού. Για παράδειγμα, σε Ερώτηση το 2005 στο Ευρωκοινοβούλιο για τα «Ξενία», το ΚΚΕ διαπιστώνει ότι «η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας δεν εμποδίζεται ούτε από την ανάγκη διάσωσης σημαντικών κτιρίων και του περιβάλλοντος χώρου τους, που αποτελούν κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς και μαρτυρία της αρχιτεκτονικής και οικονομικής ιστορίας της Ελλάδας». Θυμίζει την άμεση εμπλοκή του μεγάλου αρχιτέκτονα Αρη Κωνσταντινίδη στη δημιουργία των «Ξενία» της δεκαετίας του 1960, τα οποία η Ερώτηση χαρακτηρίζει «κοσμήματα της ελληνικής και διεθνούς αρχιτεκτονικής, τα οποία αν και είναι καταξιωμένα σε διεθνή σχετικά βιβλία και περιοδικά, κινδυνεύουν με κατεδάφιση».Πράγματι, τα περίπου 40 «Ξενία» που κατασκευάστηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος «περνούν» κατά τη 10ετία του ’70 σε «καθεστώς» σταδιακής απαξίωσης, διαδικασία που θα οδηγήσει σε επικίνδυνες καταστάσεις ακόμη και για την ύπαρξή τους. Ο ΕΟΤ, αρχικά και αργότερα η ΕΤΑ ΑΕ (Εταιρεία Τουριστικών Ακινήτων) αρχίζουν τις μισθώσεις στους ιδιώτες, ενώ η ΕΤΑ, προσανατολισμένη στην κρατική πολιτική της αγοραίας «αξιοποίησης», ξεκινά διαδικασίες ξεπουλήματος, με δυσμενή αποτελέσματα τόσο για τα ίδια τα κτίρια, όσο και για το εργασιακό καθεστώς. Κάποια άλλα, όπως τα «Ξενία» Ιωαννίνων και Ηρακλείου, κατεδαφίζονται, άλλα υπολειτουργούν και τα περισσότερα περιμένουν να καταρρεύσουν.

  • Στο «σφυρί»

Οι κυβερνήσεις και στην περίπτωση των «Ξενία» ακολουθούν τη γνωστή τακτική της αδιαφορίας, η οποία οδηγεί στη συλλογική απαξίωση ώστε να «πέσει», σαν ώριμο φρούτο, χωρίς αντιδράσεις, το ξεπούλημα. Το οποίο είχε ξεκινήσει ήδη από τη δεκαετία του ’90 στο πλαίσιο της πολιτικής εξυπηρέτησης του κεφαλαίου του τουρισμού από το αστικό κράτος με ένα «σμπάρο», δηλαδή την ιδιωτικοποίηση των «Ξενία», που θα έφερνε «δυο τρυγόνια»: Την παράδοση αυτής της σημαντικής υποδομής σε μερικά από τα καλύτερα σημεία της χώρας και, ταυτόχρονα, τη «ρύθμιση» του ανταγωνισμού από το κράτος προς όφελος του κεφαλαίου του τουρισμού, αφού τα «Ξενία» μέχρι τότε ήταν δημόσια περιουσία. Μάλιστα, οι τιμές εκκίνησης του ξεπουλήματος παρέπεμπαν ουσιαστικά σε «δώρο».

Σε επίπεδο ασκούμενης πολιτικής, αυτή η τακτική κατέληξε σε «τεχνάσματα» που θυμίζουν το γνωστό… «στρίβειν διά του αρραβώνος». Για παράδειγμα, το Κεντρικό Συμβούλιο Νεοτέρων Μνημείων (ΚΣΝΜ) του υπουργείου Πολιτισμού… «ξύπνησε» το Γενάρη του 2005 όταν κλήθηκε να εκφέρει γνωμοδότηση για το χαρακτηρισμό ή μη ως μνημείου του «Ξενία» Ιωαννίνων (σ.σ. το οποίο όπως είπαμε τελικά κατεδαφίστηκε). Εκείνη η συζήτηση είναι χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζει το ελληνικό κράτος την πολιτιστική κληρονομιά. Ετσι, η πλευρά που τελικά μειοψήφησε θεωρούσε ότι τα «Ξενία» «συμβολοποιούν» το ξεκίνημα της τουριστικής κίνησης «με μια κρατική έμφαση» και αποτελούν ξεχωριστό κεφάλαιο στην ελληνική αρχιτεκτονική. Πρόκειται περί «ομοειδών» κτιρίων, ανεξαρτήτως του αρχιτέκτονά τους, «που έχουν προσδώσει μια ξεχωριστή αναφορά στα τοπία του τουριστικού χώρου, με διακριτή παρουσία», συστατικά τα οποία δόθηκαν από τον Αρη Κωνσταντινίδη. Επιπλέον, αν ξεκινούσε η «φάμπρικα» μη χαρακτηρισμών, θα κινδύνευαν και άλλα «Ξενία». Η πλευρά που τελικά πλειοψήφησε «πιάστηκε» από το ότι το συγκεκριμένο «Ξενία» δεν είχε την «υπογραφή» του Κωνσταντινίδη και «δε διακρίνεται» για κάτι ξεχωριστό στην αρχιτεκτονική του από αισθητικής αλλά και ιστορικής άποψης. Και ότι τα «Ξενία» θα έπρεπε να προσεγγίζονται «κατά περίπτωση». Το κωμικοτραγικό της υπόθεσης είναι πως σύσσωμο το συμβούλιο συμφώνησε ότι όσα «Ξενία» πέρασαν στους ιδιώτες, έχουν αλλοιωθεί πλήρως…

Τρία χρόνια μετά, τον Ιούνη του 2008, σχεδόν 60 χρόνια μετά την έναρξη κατασκευής των «Ξενία», το ελληνικό κράτος, μέσω του ΚΣΝΜ, αποφάσισε το χαρακτηρισμό ως μνημείων πέντε «Ξενία»: Ηγουμενίτσας (1959, αρχιτέκτονας Αρης Κωνσταντινίδης), Βυτίνας (1965, Μπέτσιος), Καλαμπάκας (1960, Κωνσταντινίδης), Πλαταμώνα (1962, Βώκος), Παλιουρίου Χαλκιδικής (1962, Κωνσταντινίδης). Και πάλι όμως το «πνεύμα» της εισήγησης ήταν στο πλαίσιο του «εφικτού», δηλαδή της αγοραίας εκμετάλλευσής τους. Ετσι, η Διεύθυνση Νεότερης και Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς του ΥΠΠΟ πρότεινε στο ΚΣΝΜ να κηρυχθούν ως μνημεία μόνο τα κελύφη των κτιρίων και όχι το εσωτερικό τους! Δηλαδή, μια «μισή» κήρυξη που στην πράξη θα σήμαινε ολόκληρη καταστροφή, αφού, ειδικά με τον τρόπο που είναι χτισμένα τα «Ξενία», δεν «υπάρχει» κέλυφος με τη στενή έννοια του όρου. Αρα οποιαδήποτε αλλαγή του εσωτερικού τους θα σήμαινε συνολική αλλοίωση. Ανάλογη πρόταση έκαναν και οι εκπρόσωποι της ΕΤΑ, η οποία, όπως είχε σημειωθεί εισηγητικά, αρχικά αρνούνταν ακόμη και την πιθανότητα κήρυξης.

Ευτυχώς, τόσο μέλη του ΚΣΝΜ, όσο και ο εκπρόσωπος του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων τεκμηρίωσαν την ανάγκη για ολική κήρυξη των κτιρίων. Μεταξύ άλλων αναφέρθηκαν στην αρχιτεκτονική τους λιτότητα, στην αξιοθαύμαστη ένταξή τους στο περιβάλλον, αλλά και στο χαρακτήρα τους, όχι ως «μικρές “Μεγάλες Βρετανίες”» αλλά ως «μοτέλ» που απευθύνονταν στα μικρά και μεσαία εισοδήματα. Τότε ο «Ρ» σημείωνε στο σχετικό ρεπορτάζ: «Ακριβώς εδώ είναι και το ζήτημα που προκύπτει μετά την κήρυξή τους ως μνημείων: Αν και αυτή η κήρυξη αποτελεί σίγουρα ένα θετικό προηγούμενο, ωστόσο κάθε άλλο παρά ξεκαθαρίζει από μόνη της το ιδιοκτησιακό καθεστώς των “Ξενία”. Θα παραμείνουν στο κράτος ή θα συντηρηθούν με χρήματα του λαού και ως μνημειακά “φιλέτα” πλέον θα ξεπουληθούν στο τουριστικό κεφάλαιο; Το οποίο σίγουρα θα τα μετατρέψει σε …”μικρές “Μεγάλες Βρετανίες”;». Πολύ σύντομα, όπως είδαμε, το κράτος φρόντισε τουλάχιστον για το δεύτερο, ανεξάρτητα αν θα τα καταφέρει ή όχι, αφού αυτό εξαρτάται από το κερδοσκοπικό ενδιαφέρον της τουριστικής «αγοράς».

  • Μνημεία – «κράχτες»

Μπρος γκρεμός (δηλαδή κερδοσκοπική «αξιοποίηση») και πίσω ρέμα (δηλαδή εγκατάλειψη) είναι η σημερινή κατάσταση για τα περισσότερα από τα εναπομείναντα «Ξενία». Ακόμα και τα κηρυγμένα ως μνημεία δεν εξαιρούνται. Ετσι, το «Ξενία» Ηγουμενίτσας μπορεί να στεγάζει τα ΤΕΙ της πόλης, αλλά, όπως είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει από κοντά και κλιμάκιο της ΝΕ Θεσπρωτίας του ΚΚΕ πέρυσι, κτίριο και σπουδαστές βιώνουν καταστάσεις εγκατάλειψης και αδιαφορίας. Τα «Ξενία» Καλαμπάκας, Πλαταμώνα, Παλιουρίου και Βυτίνας «βιώνουν» την εγκατάλειψη. Είναι χαρακτηριστική η περιγραφή του «Ρ» το 2008 για το τελευταίο: «Ενα σπάνιο στολίδι, το “Ξενία” στη Βυτίνα – βρίσκεται στους πρόποδες του Μαινάλου, χωμένο μέσα στα έλατα – που χτίστηκε με χρήματα του ελληνικού λαού και θα μπορούσε να εξυπηρετεί τις λαϊκές οικογένειες για διακοπές υψηλού επιπέδου σε προσιτή τιμή, κείτεται τώρα ρημαγμένο από την αχρησία 12 ετών.

Ετσι, αντί να αποτελεί μέρος ξεκούρασης και αναψυχής των ανθρώπων του μόχθου, έχει εγκαταλειφθεί στη φθορά του χρόνου και έχει μετατραπεί μέχρι και σε …στάβλο για να κουρνιάζουν τα πρόβατα το μεσημέρι προκειμένου να προφυλαχτούν από την ήλιο (…) Η εικόνα που συναντά κανείς αντικρίζοντας το εν λόγω συγκρότημα είναι αποκαρδιωτική. Τα δωμάτια είναι σε άθλια κατάσταση, καθώς οι τοίχοι έχουν αρχίσει και ξεφτίζουν, τα κρεβάτια είναι σπασμένα και τα στρώματα σκισμένα, οι ντουλάπες και οι πόρτες έχουν σκεβρώσει. Οι χώροι της κουζίνας και του εστιατορίου βρίσκονται στο έλεος της βρωμιάς, της σκόνης και όλα σχεδόν τα αντικείμενα στο χώρο – από καρέκλες, τραπέζια μέχρι πάγκοι και ψυγεία – είναι σπασμένα (…)».

Την ίδια εποχή, το 2008, που γραφόταν το παραπάνω ρεπορτάζ και που, όπως είπαμε, το κράτος χαρακτήρισε τα πέντε «Ξενία», το τότε υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης ετοιμαζόταν να τα μετατρέψει με «πιλοτικές αποκαταστάσεις» σε «πρότυπες ξενοδοχειακές μονάδες υψηλών προδιαγραφών» και να τα παραδώσει για εκμετάλλευση στους ιδιώτες. Για το «Ξενία» Βυτίνας μάλιστα είχε ήδη προκηρυχτεί διαγωνισμός και είχαν κατατεθεί προσφορές, μετά το «πράσινο φως» που είχε δώσει η διυπουργική επιτροπή. Το «μοντέλο» που είχε επιλέξει η ΕΤΑ για το συγκεκριμένο μνημείο ήταν η «μακροχρόνια εκμίσθωση». Αλλωστε, ακόμη και ο χαρακτηρισμός τους ως μνημείων αποτελεί για την «αγορά» αλλά και το κράτος απλώς έναν διαφημιστικό «κράχτη».

Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ,ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 11 Ιούλη 2010
 

Γιάννης Χαμηλάκης: «Η Ελλάδα έχει γεμίσει από νεκρούς αρχαιολογικούς χώρους»

  • ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΟΥ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 10 Ιουλίου 2010
  • Αισθανόμαστε και είμαστε προνομιούχοι που έχουμε μια πρωτεύουσα διάστικτη από αρχαιολογικούς χώρους υψηλής αισθητικής αξίας και συμβολισμού. Είναι, όμως, αυτοί οι χώροι ομαλά ενταγμένοι στην καθημερινότητα της πόλης; Τους ζούμε ή κρατάμε τις αποστάσεις μας; Ο αρχαιολόγος Γιάννης Χαμηλάκης εξηγεί και ανιχνεύει μια σχέση έντασης.

Θα περίμενε κανείς ότι οι κάτοικοι της Αθήνας αισθανόμαστε μεγάλη οικειότητα με τα κάθε λογής κατάλοιπα της αρχαιότητας. Αισθανόμαστε σχεδόν σαν στο σπίτι μας διασχίζοντας τον χώρο της Ρωμαϊκής Αγοράς, πηγαίνοντας βόλτα στο Ολυμπιείο ή για περπάτημα στον λόφο του Φιλοπάππου. Αλλά δεν είναι έτσι. Είναι διάχυτη η αίσθηση ότι, αντί για οργανικά κομμάτια της πόλης, οι αρχαιολογικοί χώροι ξεχωρίζουν σαν νησίδες απομονωμένες από την τύρβη της καθημερινότητας, ότι κατά κάποιον τρόπο οφείλουμε να τα ατενίζουμε με δέος, αντί για τη φυσικότητα με την οποία περιβάλλουμε ό,τι αισθανόμαστε δικό μας.

Δεν έχουμε καταφέρει να ενσωματώσουμε με επιτυχία στον αστικό ιστό και τον αστικό βίο τούς χώρους και τα μνημεία του παρελθόντος – ώς εδώ συμφωνεί ο Γιάννης Χαμηλάκης, καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον, ο οποίος, πέρα από τους λόγους, ενδιαφέρεται για τους τρόπους με τους οποίους αυτό θα μπορούσε να αλλάξει. Ανάμεσα στον θαυμασμό, το δέος και την υπερπροστασία, πώς καλλιεργείται το γνήσιο ενδιαφέρον και η άμεση επαφή με τα ίχνη της Ιστορίας μας; Πόσο σφιχτά κρατά η επίσημη αρχαιολογία τα κλειδιά της ερμηνείας και πώς θα μπορούσε να παρέμβει θετικά στη σχέση των τοπικών κοινωνιών με την κληρονομιά τους;

– Στην Αθήνα ζούμε και κινούμαστε συνέχεια ανάμεσα σε αρχαιολογικούς χώρους. Είναι, όμως, ενταγμένοι στον αστικό βίο;

«Οι πρωτοβουλίες που έχουν αναπτύξει σχετικά με ακριβώς αυτό το θέμα διάφορες συλλογικότητες στην Αθήνα τα τελευταία χρόνια μαρτυρούν ότι έχουμε πρόβλημα. Ή ότι ένα μέρος, τουλάχιστον, του πληθυσμού της πόλης αισθάνεται ότι δεν μας είναι όσο οικείοι θα έπρεπε, ότι δεν επικοινωνούν με τις τοπικές κοινωνίες όσο τα μέλη τους θα επιθυμούσαν».

– Ιστορικά, ο ρόλος της αρχαιολογίας στην ελληνική κοινωνία με ποιον τρόπο έχει επηρεάσει τη σχέση μας με τους αρχαιολογικούς χώρους;

«Να θυμίσουμε ότι τα υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος δεν τα ανακαλύπτουν απαραίτητα οι αρχαιολόγοι, όπως τείνουμε να πιστεύουμε. Συχνά οι αρχαιότητες είναι ορατές και απτές και σε αυτές τις περιπτώσεις οι αρχαιολόγοι τις εντάσσουν σε ένα διαφορετικό, επιστημονικό, θεσμικό και νομικό πλαίσιο. Η αρχαιολογία στην Ελλάδα -και γενικότερα- αναπτύσσεται σαν επιστήμη τον 19ο αιώνα, στο πλαίσιο της εθνικής ιδεολογίας και της συγκρότησης του εθνικού κράτους, δηλαδή στο πλαίσιο της ιδεολογίας και των πρακτικών της δυτικής νεωτερικότητας. Πρόκειται, λοιπόν, για τη νεωτερική αρχαιολογία. Πιστεύω, όμως, ότι μπορούμε να μιλήσουμε και γι’ αυτό που έχω ονομάσει προνεωτερικές αρχαιολογίες: δηλαδή πρακτικές και αφηγήσεις που αφορούν τις αρχαιότητες, από ανθρώπους και κοινωνικές ομάδες πριν από την εδραίωση της αρχαιολογίας ως νεωτερικής επιστήμης. Αν εξετάσουμε πρακτικές όπως είναι, για παράδειγμα, τα σπόλια -η ενσωμάτωση αρχαίων θραυσμάτων σε νεότερα κτίσματα- θα δούμε ότι οι άνθρωποι δεν ήταν αδιάφοροι στην παρουσία των αντικειμένων από άλλους χρόνους. Αντιθέτως, τα είχαν προσέξει, πολλές φορές είχαν κατασκευάσει ιστορίες και αφηγήσεις γύρω από τη βιογραφία τους και σε πολλές περιπτώσεις τα είχαν ενσωματώσει στην καθημερινότητά τους».

– Πώς αλλάζει αυτό με τη νεωτερική αρχαιολογία;

«Η νεωτερική αρχαιολογία άλλαξε τα πάντα, εφόσον καθιέρωσε τους αρχαιολογικούς χώρους ως ξεχωριστούς που θα πρέπει να περιχαρακωθούν, να αποτελέσουν πια σχεδόν αποκλειστικά αντικείμενο επιστημονικής μελέτης και στη συνέχεια αντικείμενο αποθαυμασμού από το κοινό. Ουσιαστικά, όρισε ότι αυτοί οι χώροι θα έπρεπε από εκεί και πέρα να είναι κάτι διαφορετικό. Αυτό φυσικά είχε θετικές συνέπειες όσον αφορά την επιστημονική συζήτηση, αλλά είχε και αρνητικές συνέπειες, με κυριότερη την αποξένωση της τοπικής κοινωνίας από τις αρχαιότητες – συνέπειες που τις ζούμε έως σήμερα».

– Υπάρχει μια αίσθηση ότι οι αρχαιολόγοι είναι εκείνοι που αποφασίζουν για τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε όλοι οι υπόλοιποι με τις αρχαιότητες και κατά συνέπεια για τον τρόπο που έως ένα βαθμό προσλαμβάνουμε το παρελθόν μας. Είναι έτσι; Και πρέπει να είναι έτσι;

«Αυτό είναι αλήθεια και έχει και μια βάση. Στηρίζεται και στη νομοθεσία και στην τεχνική οργάνωση της αρχαιολογίας σαν τον αποκλειστικό διαχειριστή του υλικού παρελθόντος. Ετσι, ο κανόνας, ειδικά στην ελληνική περίπτωση, είναι να έχουμε κυρίως μια τεταμένη σχέση και πολλές φορές κάποιες συγκρούσεις ανάμεσα στην αρχαιολογική υπηρεσία και τις τοπικές κοινωνίες παρά το αντίθετο. Το τελευταίο διάστημα έχουν μπει δυναμικά στη σκηνή κάποιες πρωτοβουλίες που αμφισβητούν τον ρόλο της αρχαιολογίας ως αποκλειστικού διαχειριστή του υλικού παρελθόντος. Μια και μιλάμε για την Αθήνα, εγώ έχω υπόψη μου και έχω συνομιλήσει με κατοίκους της Πρωτοβουλίας του Φιλοπάππου, για παράδειγμα, την οποία θεωρώ πολύ ελπιδοφόρα».

– Γιατί θεωρείτε ότι τέτοιες κινήσεις είναι ελπιδοφόρες;

«Κινήσεις κατοίκων σαν κι αυτή θέτουν εκ των πραγμάτων το ζήτημα της δημόσιας αρχαιολογίας. Εως σήμερα έχουμε κρατική αρχαιολογία, με την έννοια της οργάνωσης κρατικής υπηρεσίας, αλλά δεν έχουμε ακόμη δημόσια αρχαιολογία, με την έννοια της συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών στην αρχαιολογική διαδικασία. Επίσης, τέτοιες κινήσεις θέτουν το ζήτημα του τι είναι και τι πρέπει να είναι ένας αρχαιολογικός χώρος. Αναδεικνύουν επίσης την ανάγκη να ξαναμπούν οι αρχαιολογικοί χώροι στη ζωή της πόλης. Γιατί ναι μεν οι αρχαιολογικοί χώροι πρέπει να προστατεύονται και να αποτελούν αντικείμενο μελέτης και φροντίδας της κρατικής υπηρεσίας, αλλά μπορούν παράλληλα να λειτουργήσουν και διαφορετικά, ως χώροι αναψυχής για παράδειγμα. Το βασικό σημείο της διαφωνίας των κατοίκων με την Εφορεία της Ακρόπολης, απ’ ό,τι ξέρω, αφορούσε σχέδια που προέβλεπαν ο λόφος να μετατραπεί σε περίκλειστο αρχαιολογικό χώρο με κάγκελα, ωράριο, φύλακες, ίσως εισιτήριο, και απαγόρευση πολλών δραστηριοτήτων. Δηλαδή, ενώ ο χώρος αυτή τη στιγμή είναι ζωντανός, θα γινόταν αποκλειστικά τουριστικός».

– Το επιχείρημα των αρχαιολόγων σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ότι αν δεν περιφρουρηθούν, οι αρχαιολογικοί χώροι κινδυνεύουν από βανδαλισμούς ή εγκατάλειψη.

«Ως ένα βαθμό έχουν δίκιο γιατί υπάρχουν περιπτώσεις καταστροφών, αλλά οι περισσότερες καταστροφές οφείλονται στο ότι ορισμένοι χτίζουν παράνομα θέλοντας να επεκτείνουν τις ιδιοκτησίες ή τις επιχειρήσεις τους. Από την άλλη, πολλοί χώροι που έχουν περιφραχθεί και είναι αποκλειστικά τουριστικοί, τελικά εγκαταλείπονται τόσο από την υπηρεσία που δεν έχει τους πόρους για να τους αναδείξει όσο και από τις τοπικές κοινωνίες που τους βλέπουν πια σαν χώρους εκτός της ζωής τους. Και δυστυχώς η Ελλάδα έχει γεμίσει από αρχαιολογικούς χώρους που είναι νεκροί, εντελώς αποξενωμένοι από την καθημερινότητα. Ενώ στου Φιλοπάππου οι κάτοικοι έχουν δείξει τη διάθεση να προστατεύσουν και να κρατήσουν ζωντανό τον χώρο, γεγονός που η επίσημη αρχαιολογία οφείλει να δει θετικά».

– Γιατί μέχρι σήμερα δεν βλέπουν θετικά την εμπλοκή των κατοίκων οι εκπρόσωποι της επίσημης αρχαιολογίας;

«Πιστεύω ότι, εν μέρει, έχουν ακόμη την αντίληψη της αποκλειστικότητας όσον αφορά τη διαχείριση των αρχαιολογικών χώρων. Πιστεύουν ότι από τη στιγμή που θεσμικά είναι υπεύθυνοι για τους χώρους αυτούς, πρέπει να είναι και αποκλειστικοί διαχειριστές τους. Οι αρχαιολόγοι φυσικά είναι ειδικοί επιστήμονες και η γνώμη τους είναι πολύ σημαντική, από την άλλη νομίζω ότι σιγά σιγά θα πρέπει να απεμπολήσουν ένα μέρος της εξουσίας τους, να δεχτούν ότι υπάρχουν και άλλες ερμηνείες και άλλες έγνοιες για τους αρχαιολογικούς χώρους, που θα πρέπει και αυτές να ακουστούν».

– Τι μπορεί να χάνουμε βιώνοντας μια σχέση έντασης με τους αρχαιολογικούς χώρους κι έχοντας, με έναν τρόπο, εσωτερικεύσει την πεποίθηση ότι είναι κάτι ξεχωριστό – ότι δεν θα περάσουμε μέσα από αρχαιολογικό χώρο για να πάμε στη δουλειά μας, ότι δεν θα πάμε για τζόκινγκ κ.λπ.

«Συμβαίνει ένα παράδοξο: από τη μια η αρχαιολογία προβάλλεται ως, μεταξύ άλλων, ένα κεφάλαιο που έχει κατά καιρούς λειτουργήσει ως το πιο σημαντικό, συμβολικό, ιδεολογικό όπλο για την εθνική ιδεολογία και για το κράτος γενικότερα. Και από την άλλη έχουμε την αποξένωση για την οποία συζητάμε. Η κατάσταση θα μπορούσε να είναι διαφορετική αν οι αρχαιολογικοί χώροι ήταν μέρος της καθημερινότητας της πόλης, αν οι άνθρωποι μπορούσαν να έχουν μια πιο άμεση, πολυ-αισθητηριακή επικοινωνία με τους χώρους και τα μνημεία. Τότε θα είχαμε μια εντελώς διαφορετική σχέση με το υλικό παρελθόν και την αρχαιότητα συνολικότερα. Δεν θα υπήρχε η απόλυτη εξιδανίκευση, γιατί η άμεση επαφή μάς εξοικειώνει και με την πολυχρονικότητα των μνημείων».

– Γιατί έχει ενδιαφέρον η πολυχρονικότητα των μνημείων;

«Ολα τα μνημεία και οι αρχαιολογικοί χώροι δεν ήταν ποτέ χώροι αποκλειστικά μιας συγκεκριμένης εποχής. Για παράδειγμα, για την κυρίαρχη ιδεολογία, η Ακρόπολη είναι αποκλειστικά ή κυρίως κλασικό μνημείο, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένας χώρος που ενσωματώνει και εκπροσωπεί πολλούς διαφορετικούς χρόνους, πολλές διαφορετικές πολιτισμικές φάσεις. Η άμεση εμπειρία με τον χώρο στην ολότητά του -και όχι μόνο με τις όψεις που προβάλλονται σήμερα- φέρνει τον επισκέπτη σε επαφή με όλες αυτές τις διαφορετικές πολιτισμικές φάσεις, γεγονός πολύ σημαντικό καθώς περιέχει και μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα άποψη για την αρχαιότητα. Υποχωρεί έτσι η εξιδανικευμένη εικόνα της μονοχρονικότητας, παύουμε να μιλάμε μόνο για την κλασική εποχή».

– Εχετε διατυπώσει την άποψη ότι από εδώ και πέρα οποιαδήποτε σχέδια έχουν να κάνουν με την ενσωμάτωση των αρχαιολογικών χώρων στην αστική ζωή πρέπει να λαμβάνουν οπωσδήποτε υπόψη τις γνώμες και τις πρωτοβουλίες των κατοίκων. Ωστόσο, μήπως υπάρχει ο κίνδυνος να ενίστανται διαρκώς οι κάτοικοι, οπότε τα έργα να μην προχωρούν; Επειτα, δεν είναι απαραίτητο ότι οι κάτοικοι έχουν δίκιο.

«Σίγουρα, δεν σημαίνει ότι οτιδήποτε ακούγεται από οποιαδήποτε πρωτοβουλία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να σταματούν τα έργα προκειμένου να εξεταστεί κάθε αίτημα. Δεν θα πρέπει να περάσουμε στον απόλυτο σχετικισμό, να δεχτούμε δηλαδή πως ό,τι λέγεται από οποιαδήποτε ομάδα είναι σωστό. Αλλωστε πολλές φορές μέσα σε μια πρωτοβουλία πολιτών συνυπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις αλλά και συμφέροντα. Αλλά η αρχή είναι σημαντική – ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Από εκεί και πέρα, στο πλαίσιο του διαλόγου μπορεί να τεθούν ερωτήματα και σκέψεις που θα οδηγήσουν σε συνθέσεις ή γνώμες που θα απορριφθούν. Δεν είμαι της άποψης ότι καθετί που προέρχεται από την τοπική κοινωνία πρέπει απαραίτητα να είναι αποδεκτό από τη διοίκηση ή τα υπουργεία».

– Πικνίκ σε αρχαιολογικούς χώρους μπορούμε να φανταστούμε;

«Φυσικά. Νομίζω, μάλιστα, ότι πρέπει να συμβαίνει».

– Ωστόσο, έχουμε και ένα κακό προηγούμενο στην Ελλάδα όσον αφορά τη φροντίδα μας για τον δημόσιο χώρο. Οταν οι παραλίες μας είναι γεμάτες σκουπίδια, γιατί να αισθάνεται κανείς ασφαλής ότι τα ίχνη ενός πικνίκ δεν θα παραμείνουν στον αρχαιολογικό χώρο;

«Υπάρχει αυτή η διάσταση. Ομως όταν κανείς νιώσει ότι ένας χώρος είναι μέρος της ζωής του, τείνει να τον προστατεύει. Στην περίπτωση του Φιλοπάππου, για παράδειγμα, οι ίδιοι οι κάτοικοι ενδιαφέρονται πολύ και προσπαθούν να φροντίζουν για την καθαριότητα, οργανώνουν και περιπολίες το καλοκαίρι για τον φόβο πυρκαγιάς».

  • Ο Ναός του Ποσειδώνα στον Πόρο

– Εχετε παραδείγματα χώρων που είναι με επιτυχία ενσωματωμένοι στη ζωή μιας τοπικής κοινωνίας;

«Μπορώ να αναφέρω ένα παράδειγμα που γνωρίζω καλά λόγω της προσωπικής ενασχόλησης. Πρόκειται για τον Ναό του Ποσειδώνα στον Πόρο. Η όλη προβληματική του ανασκαφικού προγράμματος τα τελευταία τρία χρόνια είναι ότι παράλληλα με την έρευνα θέλαμε να αναπτύξουμε και μια σειρά από άλλες πρωτοβουλίες γύρω από την ενσωμάτωση του χώρου στην τοπική κοινωνία. Ετσι, ένας κοινωνικός ανθρωπολόγος, ο Αρης Αναγνωστόπουλος, και ένας αρχαιολόγος ήμασταν από την αρχή υπεύθυνοι αποκλειστικά γι’ αυτήν την πλευρά του προγράμματος, που από τη μια περιλάμβανε αυτό που ονομάζουμε αρχαιολογική εθνογραφία, δηλαδή συνεντεύξεις και άμεση καθημερινή επαφή με τους κατοίκους ώστε να δούμε αρχικά τις απόψεις τους και πώς προσλαμβάνουν την ανασκαφική δραστηριότητα, αλλά και την αρχαιολογία γενικότερα, και από την άλλη προγράμματα σε συνεργασία με τα σχολεία, ξεναγήσεις, ακόμη και παραστάσεις στον χώρο. Αυτό που αποδείχτηκε ότι είχε μεγάλη σημασία για την τοπική κοινωνία είναι ότι για πρώτη φορά ο χώρος άνοιξε για νέες δραστηριότητες, ενώ νωρίτερα, για πολλά χρόνια, ήταν ένας κλειστός χώρος ανασκαφής, περιφραγμένος με συρματόπλεγμα».

info:Ανάμεσα στα βιβλία του Γιάννη Χαμηλάκη, τα οποία αγγίζουν το θέμα της δημόσιας αρχαιολογίας, είναι τα «The Nation and its Ruins: Antiquity, Archaeology and National Imagination in Greece» (2007, Oxford University Press, Βραβείο Edmund Keeley, του Modern Greek Studies Association), και οι συλλογικοί τόμοι «Αρχαιολογία και Ευρωπαϊκή Νεωτερικότητα. Παράγοντας και Καταναλώνοντας τους “Μινωίτες”» (2010, επ. με τη Ν. Momigliano, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου), και «Archaeological Ethnographies» (2009, επιμ. με τον Α. Αναγνωστόπουλο).

 

Η οροφή δεν άντεξε να περιμένει το ΥΠΕΞ

  • Σε διατηρητέο κτίριο του Ινστιτούτου Βενετίας μετά την άρνηση της Πολιτείας να εγκρίνει την ανακαίνιση

  • Tης Oλγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Πέμπτη, 8 Iουλίου 2010
  • ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ. Aντιμετωπίζει πολλά προβλήματα το τελευταίο διάστημα το Iνστιτούτο Bενετίας, οι επιστήμονες που ζουν εκεί και κάνουν έρευνα καθώς και τα μέλη της ελληνικής κοινότητας. Aυτή τη φορά έπεσε, στην κυριολεξία, η… οροφή στο κεφάλι τους!

H διευθύντρια του Iνστιτούτου Xρύσα Mαλτέζου, έπειτα από υπόδειξη των Bενετών αρχιτεκτόνων (για την ακρίβεια του αρχιτεκτονικού γραφείου που έχει αναλάβει την επισκευή του Δουκικού Παλατιού, αλλά και την αποκατάσταση και άλλων ακινήτων που ανήκουν στην περιουσία του Iνστιτούτου Bενετίας, δηλαδή έμπειρων ειδικών) πήρε την απόφαση, έχοντας το ποσόν που απαιτούνταν για επισκευή ενός ακόμα ακινήτου διατηρητέου κτιρίου, που ανήκε στον πρόεδρο της Eλληνικής Kοινότητας Bενετίας, Σπύρο Kονόμο. Mάλιστα, ήταν κτίσμα που υπήρχε καταχωρισμένο στο κτηματολόγιο της Bενετίας από την εποχή του Nαπολέοντα. Tο κτίριο, 19ου αιώνα, είχε σοβαρές φθορές, τόσο που οι ένοικοί του είχαν σταματήσει να πληρώνουν το ενοίκιο, έως ότου αποκατασταθούν τα προβλήματα.

Aπό τον περασμένο Iανουάριο μπήκαν οι σκαλωσιές στο κτίριο, αλλά όταν ήρθαν οι επιθεωρητές του υπουργείου Eξωτερικών (στο οποίο εντάσσεται διοικητικά το Iνστιτούτο Bενετίας) υπέδειξαν ότι το κτίριο δεν είναι επικίνδυνο και δεν χρήζει τόσο μεγάλης επισκευής. Aπαιτεί μόνο κάτι μικρές διορθώσεις για τις οποίες θα φρόντιζε το YΠEΞ. Aπό τότε οι σκαλωσιές γύρω από την παλιά οικία του Σπύρου Kονόμου παρέμειναν και περίμεναν τις εντολές του YΠEΞ και εν τω μεταξύ το Iνστιτούτο Bενετίας έχει πληρώσει (για τα έξοδα της σκαλωσιάς και για αποζημίωση στον δήμο Bενετίας) 50 χιλ. ευρώ!

Την περασμένη εβδομάδα, οι αντοχές του κτιρίου διέψευσαν τις πραγματογνωμοσύνες. Γιατί ένα μέρος της οροφής αυτού του παλιού οικήματος κατέρρευσε και έπεσε ακριβώς πάνω στο κρεβάτι του ενοίκου. Eυτυχώς που δεν ήταν βράδυ, και ο άνθρωπος που συνήθως κοιμόταν σ’ αυτό το κρεβάτι έλειπε από το σπίτι!!!

«Tο είχαμε προβλέψει» είπαν οι Bενετοί αρχιτέκτονες, ενώ η Πυροσβεστική της Bενετίας με επιστολή της ενημέρωσε την κ. Xρύσα Mαλτέζου ότι το κτίριο χρήζει άμεσης επισκευής και κλείδωσε το κατεστραμμένο δωμάτιο. Aπό την πλευρά τους οι υπεύθυνοι του Iνστιτούτου Bενετίας έδωσαν εντολή να προχωρήσει αμέσως η επισκευή και η αποκατάσταση του κτιρίου του Σπύρου Kονόμου και έστειλαν όλα τα σχετικά έγγραφα στο υπουργείο Eξωτερικών, απ’ όπου δεν έχουν πάρει όμως καμία απάντηση.

Nα σημειώσουμε ότι τα τελευταία χρόνια, το Iνστιτούτο Bενετίας και τα μέλη της Eλληνικής Kοινότητας έχουν δώσει μεγάλο βάρος στην αποκατάσταση και τη διάσωση ιστορικών κτιρίων στη Bενετία που ανήκουν στην περιουσία της ελληνικής κοινότητας. Στο συγκρότημα Campo dei Greci αναστηλώθηκαν η Φλαγγίνειος Σχολή, το Mουσείο των Eικόνων και το καμπαναριό του Aγίου Γεωργίου, αναδεικνύοντας, για μια ακόμη φορά, όψεις και ιστορικά κτίρια μιας ανθηρής και ακμάζουσας ελληνικής κοινότητας, σε μια πόλη με τεράστια ιστορία.

 

Ηρώδειο 2010, και η πολιτική του «ράβε – ξήλωνε» επιβιώνει

  • Το ΚΑΣ απέκλεισε διάσημους από το Ηρώδειο

    Αυτή τη φορά η ασυνέπεια δικαιολογήθηκε με την τουριστική κρίση. Ξεχνώντας τι έλεγε πέρυσι, το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ) δέχτηκε να παραχωρήσει το Ηρώδειο για εκδηλώσεις εκτός του επίσημου Φεστιβάλ, παρότι το μνημείο χρειάζεται χρόνο για συντήρηση. Από τα 33 αιτήματα το ΚΑΣ δέχτηκε τα 16, στηριζόμενο στις προτάσεις της αρμόδιας επιτροπής αλλά άφησε πολλούς διάσημους μετεξεταστέους, όπως η Μονσερά Καμπαγιέ.

    Αποφάσεις της τελευταίας στιγμής χωρίς επιχειρήματα για την έγκριση ή την απόρριψη καλλιτεχνών

  • Της Γιωτας Συκκα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 08/7/2010

Σε διψήφιο νούμερο υπολογίζεται από όλους η πτώση του τουρισμού. Κάποιοι μιλούν για 10% και οι πιο απαισιόδοξοι για 30%. Ισως εκεί βασίστηκε το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο και, αναιρώντας ακόμη μια φορά τον εαυτό του, δέχτηκε να παραχωρήσει το Ηρώδειο σε εκτός του Ελληνικού Φεστιβάλ εκδηλώσεις. Η ανάγκη της τόνωσης της τουριστικής κίνησης της χώρας κρίθηκε επιτακτική, ενώ η αναμονή της ένταξης των αναστηλωτικών εργασιών του Ηρωδείου στο ΕΣΠΑ αναγκαία, αφού αλλιώς δεν μπορούν να αρχίσουν τα έργα. Το μνημείο ταλαιπωρείται από τη συνεχή χρήση, μας το λένε χρόνια, αλλά η κρίση είναι μεγαλύτερο πρόβλημα αυτή την περίοδο.

Ομως, πώς την αντιμετωπίζει το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού; Με σπασμωδικές κινήσεις βάζοντας την τελευταία στιγμή εκδηλώσεις στο μνημείο ή με προγραμματισμό και δελεαστικές προτάσεις οι οποίες θα προσελκύσουν το κοινό;

Σε αυτήν την περίπτωση τα διεθνή ονόματα που συνήθως «τραβούν» τους ξένους επισκέπτες της χώρας μας στο Ηρώδειο -όσοι δεν τρέχουν στα νησιά- απαιτούν έγκαιρη ενημέρωση από τα τουριστικά γραφεία. Τα προγράμματα της τελευταίας στιγμής δηλώνουν επαρχιωτισμό και δεν έλκουν ούτε τους Ελληνες. Αυτοί δεν πηγαίνουν ούτε στις συναυλίες των δήμων, όπως μαρτυρούν τα εισιτήρια και οι περισσότεροι διοργανωτές.

  • Οι μετεξεταστέοι

Από τα 33 αιτήματα για την παραχώρηση του μνημείου η αρμόδια επιτροπή την οποία συγκροτούν οι: Ν. Διβάρη – Βαλάκου (αναπλ. προϊσταμένη της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων), Ελ. Κουντούρη (προϊσταμένη της Γραμματείας του ΚΑΣ), Αντ. Σκλεπάρης (προϊστάμενος του Τμήματος Εκπαίδευσης Θεάτρου και Χορού). Λ. Καρυτινός (αρχιμουσικός), Χρ. Αναστασίου (συνθέτης), Κ. Αρβανιτάκης (σκηνοθέτης), Π. Βερέμη (διευθύντρια της ΚΣΟΤ), Γ. Ζάννος (νομικός) αξιολόγησε τι ταιριάζει στον χώρο και στις δικές της προτάσεις βασίστηκε το ΚΑΣ στην τελευταία του συνεδρίαση (χθες τα ξημερώματα). Εκτός του μνημείου μένουν η Τζέσι Νόρμα, ο κινηματογραφικός συνθέτης Σιγκέρου Ουμεμπαγιάσι με τις υπέροχες μουσικές που έγραψε για τα «Ιπτάμενα στιλέτα» και το «2046», η Μονσερά Καμπαγιέ που η αλήθεια είναι πως την έχουμε ξαναδει στο Ηρώδειο, όπως και οι Ιάπωνες τυμπανιστές ΤΑΟ που κρίθηκαν πολύ θορυβώδεις. Σε αυτούς το ΚΑΣ έδειξε τον δρόμο του Λυκαβηττού.

Επίσης η Σεζάν Ακσού, η Ντούλτσε Πόντες, η Ισπανίδα ερμηνεύτρια Λουθ Κασάλ, η Ορχήστρα Μίκης Θεοδωράκης που ετοίμαζε νέα γενέθλια για τον δημοφιλή Ελληνα συνθέτη, ο Χρήστος Νικολόπουλος για τα 45 του χρόνια στο τραγούδι, πρόταση των εργαζομένων της Ολυμπιακής Αεροπορίας για την ίδρυση Μουσείου Πολιτικής Αεροπορίας κ. ά.

Το ΚΑΣ ήταν θετικό μεταξύ άλλων στην οργανωτική επιτροπή των Special Olympics, στη Λυρική Σκηνή, στη συνεργασία του Μισέλ Λεγκράν με τον Μίμη Πλέσσα και την Βίκυ Λέανδρος, στο θέατρο του Νέου Κόσμου με τις «Τρωάδες», στον ΘΟΚ, στον Αντρέα Μποτσέλι, στο ΚΘΒΕ, στο Αμφιθέατρο, στο Μουσικό Σύνολο Μάνος Χατζιδάκις.

  • Εργα σε αναμονή

Στο μεταξύ, το μνημείο περιμένει τις απαραίτητες εγκρίσεις γα τη συνέχιση των έργων ώς το 2013. Αλλά και χρόνο ώστε να είναι ελεύθερο προκειμένου να προχωρήσει στην απαραίτητη «θεραπεία».

Οι σχετικές μελέτες έχουν εγκριθεί και περιλαμβάνουν λάξευση τοποθετημένων στηθαίων και ύστερα αναστήλωση της ανατολικής παρόδου με την τοποθέτηση έξι σειρών εδωλίων από νέο πεντελικό μάρμαρο, αναστήλωση του μαρμάρινου θυρώματος της ανατολικής παρόδου η οποία θα δώσει ολοκληρωμένη μορφή στην περιοχή αυτή.

Επίσης, στερέωση και αποκατάσταση επισφαλών τμημάτων των εξωτερικών όψεων του ανατολικού και δυτικού μετωπικού τοίχου του κοίλου που παρουσιάζουν ετοιμορροπίες, επίσης των τριών τόξων του περιμετρικού τοίχου του κοίλου που έχουν καταπέσει, στεγάνωση και μερική αντικατάσταση των μαρμάρινων δαπέδων των πλατύσκαλων του άνω διαζώματος και συνέχιση της συντήρησης των αρχαίων ειδωλίων του κοίλου.
[+] ΓPAΦHMA

Δεν ξεκαθαρίζονται εξαρχής τα κριτήρια επιλογής

H Καλλιτεχνική Επιτροπή αξιολόγησε τα αιτήματα για τις εκτός του Ελληνικού Φεστιβάλ παραστάσεις. Αν είναι υψηλής αισθητικής η ποιότητά τους για να παρουσιαστούν στο συγκεκριμένο μνημείο και αν πρόκειται να γίνουν για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Είναι ένα βήμα. Σε αυτές τις εισηγήσεις βασίστηκε το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο πριν γνωμοδοτήσει. Ομως στις συνεδριάσεις αυτές αποδεικνύεται ακόμη μία φορά πως άλλα θέλει κι άλλα αποφασίζει το ΚΑΣ. Για την τύχη των μνημείων αυτό αποφασίζει!

  • Προηγούμενες αποφάσεις

Ηταν φανερό πως η πολιτική ηγεσία ήθελε να γίνουν επιπλέον εκδηλώσεις στον χώρο. Ομως αρκεί αυτό για να ξεχαστούν οι προηγούμενες αποφάσεις και οι επιφυλάξεις των αρχαιολόγων, αλλά και της αρμόδιας εφορείας αρχαιοτήτων τα χρόνια που πέρασαν, για την καταπόνηση του μνημείου το οποίο δεν έχει χρόνο να δεχτεί την ετήσια φροντίδα; Αλλά και η περσινή παρατήρηση του Γ. Λούκου, διευθυντή του Ε.Φ., ότι το Ηρώδειο δεν είναι ταβέρνα να το νοικιάζουμε; Ο Γ. Λούκος ήθελε να υπάρχει πάντα μια απόσταση των δικών του εκδηλώσεων από τις παραχωρήσεις. Για ένα διάστημα τα κατάφερε. Τι έγινε λοιπόν και ό,τι αποφασίζει το ΚΑΣ τον προηγούμενο χρόνο τον επόμενο το ανατρέπει;

Το θέμα δεν είναι ότι οι προηγούμενοι, η Ν.Δ. στην προκειμένη περίπτωση, φρόντιζαν το μνημείο και οι νυν (ΠΑΣΟΚ) αδιαφορούν για αυτό. Οπως δείχνει δεκαετίες τώρα η ιστορία, το Ηρώδειο πάντα υπέφερε από τους φιλοξενούμενούς του όποια κυβέρνηση κι αν ήταν στην εξουσία.

Δικαιολογίες του τύπου οι Ιάπωνες τυμπανιστές είναι θορυβώδεις και το θέαμα που παρουσιάζουν ξεπερνά τα επιτρεπόμενα (100) ντεσιμπέλ (το κάθε τύμπανο ζυγίζει 400 κιλά) ευσταθούν όταν δεν τους έχεις ξαναδώσει τον χώρο. Στους ΤΑΟ έδειξαν το θέατρο Λυκαβηττού, στον Χρήστο Νικολόπουλο επίσης ή κάποιο στάδιο, γιατί φοβήθηκαν τον κόσμο. Στην Αγνή Μπάλτσα και τον Ξαρχάκο, επειδή αναβλήθηκε η μία εκ των δύο περσινών τους παραστάσεων, είπαν «ναι». «Εχουν κύρος», δικαιολογήθηκαν, ενώ για τη Λυρική Σκηνή η δικαιολογία ήταν ότι αντιμετωπίζει «οικονομικά προβλήματα». Την Τζέσι Νόρμαν δεν έγινε σαφές γιατί την «έκοψαν». Ούτε τη Λουζ Καζάλ.

Κάπως έτσι δημιουργούνται οι παρεξηγήσεις. Επειδή δεν ξεκαθαρίζεται εξαρχής ποια θεάματα μπορούν και ποια δεν μπορούν να σταθούν στο Ηρώδειο. Αν θέλουν να το γεμίζουν ή όχι. Αν η συχνή τους εμφάνιση σ’ αυτό είναι αποτρεπτική ή δεν έχει σημασία. Αν τα εκάστοτε γενέθλια είναι δικαιολογία για κάποιους «πελάτες». Και βέβαια αν ο χαρακτηρισμός μιας εκδήλωσης σε «φιλανθρωπικού χαρακτήρα» κρύβει διάφορες παγίδες εκτός από το αίτημα να απαλλαγούν οι διοργανωτές από την καταβολή του απαραίτητου τέλους χρήσης του χώρου. Το ΚΑΣ πρέπει να τα βρει με τον εαυτό του. Για να μην υποχωρεί στις άνωθεν πιέσεις και κυρίως να μην γκρινιάζει για την καταπόνηση του Ηρωδείου.

Αποψη

Ο χρυσός ως «άνθραξ»

Του Νικου Bατοπουλου

Περιθώρια για ανοχή των αποτυχημένων πρακτικών του παρελθόντος δεν υπάρχουν. Η Αθήνα έχει την τύχη να διαθέτει ένα από τα ωραιότερα αμφιθέατρα του κόσμου, το Ηρώδειο, και όσοι καλλιτέχνες έχουν εμφανιστεί στη σκηνή του αντικρίζοντας τον φωταγωγημένο Παρθενώνα μιλούν για μοναδική εμπειρία. Εχουμε στα χέρια «χρυσάφι», αλλά δεν έχουμε πείσει ότι γνωρίζουμε τον τρόπο να συνδέσουμε αυτόν τον πλούτο με τη σύγχρονη ζωή και το διεθνές περιβάλλον.

Το Ηρώδειο δεν μπορεί ούτε ξέφραγο αμπέλι να είναι ούτε να προσδιορίζει την ταυτότητά του από τις επιλογές και το γούστο των μελών του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Η Ελλάδα έχει υποχρέωση να κρατήσει το Ηρώδειο ως ένα θέατρο υψηλών προδιαγραφών και να το διαφημίζει ως ένα τόπο όπου το διεθνές κοινό μπορεί να δει και να ακούσει τους «τοπ» καλλιτέχνες του κόσμου, με λάμψη και μαγεία, σε ένα μοναδικό περιβάλλον. Για να το επιτύχει κανείς αυτό (και να βοηθήσει και την Αθήνα να αποκτήσει λίγο γκλάμορ και λίγα χρήμα παραπάνω) πρέπει να έχει ένα ευέλικτο σχήμα διοίκησης και η χρήση του θεάτρου να προσαρμοστεί στα περιθώρια αντοχής του που θα ορίσουν οι αρχαιολόγοι.

Αλλά, για να γίνει το Ηρώδειο ταυτόσημο της υψηλής τέχνης, πρέπει πρώτα η ίδια η Ελλάδα να το θέλει και να δείξει ότι μπορεί να το επιτύχει με σοβαρότητα και χωρίς συμπλέγματα. Θέατρα για «όλους» χωρίς χαρακτήρα, έχουμε πολλά. Ηρώδειο, έχουμε ένα. Και μάλιστα στα πόδια της Ακρόπολης στην καρδιά της πρωτεύουσάς μας. Για μια πόλη, τόσο προβληματική και τόσο εχθρική στους επισκέπτες της, όπως η Αθήνα, η ύπαρξη ενός τέτοιου «δώρου» θα έπρεπε να θεωρείται ευλογία.

Το Ηρώδειο έχει τις προδιαγραφές να φέρει στην Αθήνα αυτούς που θέλουμε, αλλά δεν το λέμε καθαρά. Θέλουμε τους καλύτερους καλλιτέχνες της όπερας, του easy listening, του θεάτρου, και κοινό που θα ξοδέψει για να συνδυάσει άρτον και θεάματα στην Αθήνα και τα νησιά. Αλλά για να γίνει αυτό δεν μπορεί να εμπλέκεται ο γηραλέος μηχανισμός ούτε να στήνονται προγράμματα στο πόδι. Τα πράγματα είναι απλά. Αλλά η απλότητα προϋποθέτει ευφυΐα.

Αποψη

Η διαχείριση του παρελθόντος μας

Tου Θαναση Π. Δαβακη*

Η κλασική κληρονομιά αποτέλεσε για αιώνες το υπόβαθρο ενός ολόκληρου πολιτισμού, ο οποίος μπορεί, συνεκδοχικά, να αποκληθεί «Δυτικός» και απλώνεται σήμερα πολύ πέραν των συνόρων της Ευρώπης, από την Αλάσκα ώς το Βλαδιβοστόκ. Οι Ελληνες διεκδικούμε αυτό το παρελθόν ως ουσιαστικό τμήμα της ταυτότητάς μας. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή αρχαιολατρία μεταφυτεύθηκε μέσω του Νεοελληνικού Διαφωτισμού στην Ελλάδα. Σε αρκετές περιπτώσεις τα αρχαία μνημεία αντιμετωπίσθηκαν ως ιεροί, απαραβίαστοι χώροι, των οποίων η χρήση δεν επιτρεπόταν ούτε καν για καλλιτεχνικά δρώμενα (αναφέρουμε ενδεικτικώς τον σάλο με τις φωτογραφήσεις της Nelly’s στην Ακρόπολη στη διάρκεια του Μεσοπολέμου).

Οι διατάξεις των νομικών κειμένων που αναφέρονται στη διατήρηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, ήδη από το 1834, είναι εξαιρετικά αυστηρές, προβλέποντας τη μη εξαγωγή αρχαίων, τη διαφύλαξη του μνημειακού χαρακτήρα τους και ουσιαστικά τον «καθαγιασμό – ιεροποίησή» τους. Η αρχαιότητα εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ως συμβολικό ή και νομιμοποιητικό κεφάλαιο, συχνά καταδυναστεύοντας την καθημερινότητά μας. Σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιείται η κλασική αρχαιότητα προκειμένου να ασκηθεί κάποιας μορφής εξωτερική ή οικονομική πολιτική, προκαλώντας άλλοτε ευμενή και άλλοτε δυσμενή σχόλια των ξένων. Ενδεικτικό της σχέσης μας με τα κατάλοιπα της αρχαίας κληρονομιάς είναι οι έντονες αντιδράσεις που προκλήθηκαν όταν υπήρξαν σκέψεις για την έκθεσή τους στο εξωτερικό. Το 1978 στο Ηράκλειο διαδήλωσαν περίπου 30.000 Κρητικοί, πολλοί από τους οποίους ίσως δεν είχαν επισκεφθεί ποτέ στη ζωή τους το Μουσείο Ηρακλείου, επειδή θα εξάγονταν κάποια αρχαία από αυτό. Η λαϊκή κινητοποίηση είχε υποκινηθεί από την τότε αντιπολίτευση αλλά και εξαιτίας του ότι οι απλοί Κρητικοί είχαν πιστέψει ότι η ελληνική πολιτεία δεν προστάτευε τις αρχαιότητες. Η παραχώρηση της Στοάς του Αττάλου και του Ηρωδείου έχει επίσης προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις, μολονότι και τα δύο μνημεία είναι ανακατασκευασμένα και ουσιαστικά αποτελούν αρχιτεκτονήματα του σήμερα.

Από την άλλη πλευρά, ιδιώτες, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, ποικιλώνυμοι πολιτιστικοί σύλλογοι ζητούν να «εκμεταλλευθούν» μνημεία και απαιτούν την άνευ όρων παραχώρησή τους. Μέχρι τώρα τα κεντρικά συμβούλια για την πολιτιστική κληρονομιά αντιμετωπίζουν τα αιτήματα αυτά περιπτωσιολογικά χωρίς συγκροτημένη πολιτική.

Η πολιτεία οφείλει να παρέμβει και να δώσει σαφείς απαντήσεις. Να καθορισθούν ποια μνημεία και για ποιες εκδηλώσεις παραχωρούνται ανά την Ελλάδα. Αυτό απαιτεί καταγραφή των αρχαιολογικών χώρων, μουσείων, αρχοντικών κ.ά., όπου υπάρχουν οι υποδομές για την τέλεση εκδηλώσεων. Να περιγραφούν τι είδους εκδηλώσεις πραγματοποιούνται και πού. Οι θεατρικές παραστάσεις συνάδουν με τα αρχαία θέατρα, αλλά μπορούν να πραγματοποιούνται και στο εσωτερικό ενός κάστρου ή στο προαύλιο μιας εκκλησίας; Οι αρχές αυτές θα τηρούνται και για το κράτος; Μπορεί να υπάρξουν δύο μέτρα και σταθμά; Προσωπικά θεωρώ ότι δεν πρέπει να υπάρχουν εξαιρέσεις, διαφορετικά ο νόμος γίνεται διάτρητος. Η πραγματοποίηση εκδηλώσεων ευνοεί τη διασύνδεση των μνημείων με την κοινωνία; Μήπως πρέπει να προαχθούν, προς αυτήν την κατεύθυνση εκπαιδευτικά προγράμματα, ώστε οι μαθητές να αποκτήσουν πολιτιστική και ιστορική συνείδηση;

Χρειάζεται να εξετασθεί και το άνοιγμα των μουσείων (σε συγκεκριμένες ημέρες) πέραν του συνήθους ωραρίου και με πραγματοποίηση μουσικών εκδηλώσεων για προσέλκυση της νεολαίας (Νύκτα Μουσείων κ.λπ). Ολα τα παραπάνω οφείλουμε να τα θέσουμε σε ένα λεπτομερή διάλογο γιατί οι προκλήσεις της νέας εποχής, όπως αυτή που ζήσαμε πρόσφατα με την υπόθεση του «Αβέρωφ», θα θέτουν όλο και πιο πιεστικά τα ζητήματα αυτά. Τα μνημεία μας τεκμηριώνουν και κάνουν χειροπιαστή την ιστορική μας μνήμη. Η έλλειψη σεβασμού ή αντιστρόφως η αποστασιοποιημένη ιεροποίησή τους μας αποκόπτει από την πηγή της σοφίας της παράδοσής μας, από τη μνήμη μας.

* Βουλευτής Λακωνίας, υπεύθυνος Τομέα Πολιτισμού της Ν.Δ.