RSS

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΔΟΓΜΑΤΑ

24 Jan
  • Η ιστορία του κόσμου και του πολιτισμού φτιάχνεται όχι από αδιαμφισβήτητες συμφωνίες, αλλά από μεγάλες αντιθέσεις που φέρνουν την εξέλιξη και τη σύνθεση.

Η Κρήτη των 400 χρόνων βενετικής κατάκτησης (13ος-16ος αι.) και ταυτόχρονα συνύπαρξης δύο θρησκευτικών δογμάτων αποτελεί ένα ζωντανό, ακόμα, παράδειγμα.

«Δεν λείπουν βυζαντινές εκκλησίες που έγιναν βενετικές, ούτε καθολικές που ξανάγιναν σχισματικές, όπως δεν λείπουν και υβριδικοί ναοί, όπου δίπλα στην τράπεζα του λατίνου ιερέα τοποθετείται η τράπεζα του έλληνα παπά και όπου ο ένας λαός και ο άλλος προστρέχουν από κοινού στα χριστιανικά μυστήρια», σημειώνει ο ιταλός ερευνητής Τζουζέπε Τζερόλα στις αρχές του 20ού αιώνα, καταγράφοντας, πρώτος, ως ερευνητής του Βενετικού Ινστιτούτου Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών τα μεσαιωνικά μνημεία της Κρήτης, έργο αναφοράς στη μετέπειτα μελέτη των βυζαντινών και μεσαιωνικών εκκλησιαστικών μνημείων του νησιού. Εκτοτε η έρευνα για τη βυζαντινή και βενετική Κρήτη -πλούσια και πολύπλευρη- «σκόνταφτε» σε αναπάντητα ερωτήματα που προκαλούσαν άλλοτε η αρχιτεκτονική, άλλοτε η ζωγραφική αλλά τελικά αφορούσαν τους πολιτικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς, θρησκευτικούς όρους ζωής.

Η Ολγα Γκράτζιου, καθηγήτρια Βυζαντινής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, περπάτησε υπομονετικά την επαρχία της Κρήτης, παρατηρώντας λεπτομερώς τα βυζαντινά και βενετικά στοιχεία στα απειράριθμα ταπεινά και μη εκκλησάκια της περιόδου από τον αρχή της βενετικής κτήσης (13ος αιώνας) έως τον 15ο αι. στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών «Η δυτική τέχνη στην Κρήτη». Σε συνδυασμό και με την έρευνα των πηγών, τα συμπεράσματα συγκεντρώθηκαν στην έκδοση «Η Κρήτη στην ύστερη μεσαιωνική εποχή. Η μαρτυρία της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Μια μελέτη στέρεης επιστημονικότητας, αλλά και γοητευτικού διηγηματικού λόγου.

Προνομιακοί μάρτυρες της εποχής τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα. Και δεδομένου ότι στην εποχή που μελετάται εκλείπουν εκείνα των κοσμικών κτιρίων (ιδιωτικών και δημόσιων), η μελετήτρια περιορίστηκε στα εκκλησιαστικά, με σκοπό όχι την καταγραφή αρχιτεκτονικών τύπων και τεχνικών, αλλά μέσα από αυτά την αποκάλυψη της κοινωνίας που τα δημιούργησε. «Είναι οι κοινωνικές και ιδεολογικές αντιθέσεις που διατηρούν και ενισχύουν πολιτισμικές παραδόσεις» σημειώνει.

Και η υλική απόδειξη; Οι γνωστές ως διπλές ή δίδυμες εκκλησίες που φέρουν ανατολικά δύο κόγχες ιερού, για να λειτουργούν και τα δύο δόγματα. «Πολιτική συνύπαρξης ή διατήρηση διαχωριστικών γραμμών;» θέτει η συγγραφέας το ερώτημα. Κάτι πολύ περισσότερο: οπωσδήποτε πολιτικό μήνυμα που μεταφέρει την ισχύ των κατακτητών, αλλά και ειρηνική διευθέτηση και απόπειρα προσηλυτισμού. Ενώ μετά τη Σύνοδο της Φλωρεντίας το 1439, όπου αυξάνεται η παρουσία τέτοιων εκκλησιών, προώθηση της πολιτικής της ένωσης των εκκλησιών. Σε τελευταία ανάλυση, αυτοί οι ναοί «εκφράζουν πράγματι τη συναίνεση που δημιουργήθηκε μέσα από τριβές, όταν η ένωση δεν μπόρεσε να επιβληθεί» σημειώνει η συγγραφέας, επισημαίνοντας ότι «οι αντιπαραθέσεις και οι ανάγκες της καθημερινότητας οδήγησαν σε νέες ισορροπίες και φυσικά οι αντιθέσεις συνυπήρχαν με την αμοιβαία ανοχή και αναγνώριση του άλλου».

Την ίδια στιγμή, στο κοινωνικό και οικονομικό πεδίο συνέβαιναν και άλλες αλλαγές. Η έκρηξη της οικοδομικής δραστηριότητας σε κοινωνίες μάλλον ευημερούσες, η επικοινωνία με βενετούς τεχνίτες και αρχιτέκτονες, η σύνθεση και ανταλλαγή παραδόσεων και τεχνικών, η έκρηξη οικοδομικών επαγγελμάτων, η εξειδίκευση σε επαγγέλματα, η εξέλιξη της λιθοξοϊκής, τα λατομεία, η διεύρυνση του εμπορίου είναι συμπεράσματα στα οποία οδήγησε η μελέτη των εκκλησιών.

Εκκλησιών που δεν ήταν ακριβώς βυζαντινές, ούτε ακριβώς βενετικές. Τι ήταν λοιπόν; Εκατοντάδες ταπεινά εκκλησάκια (που λόγω του πλήθους τους ακόμα δεν έχουν καταγραφεί πλήρως), με λιτή όψη, καμαροσκέπαστα και μονόχωρα εσωτερικά, με βυζαντινές τοιχογραφίες, με τα παράθυρα ή την πόρτα να περιβάλλονται από λαξευμένα περίτεχνα θυρώματα με οξυκόρυφη απόληξη και που η εσωτερική τους καμάρα είναι κι αυτή ελαφρώς οξυκόρυφη, γοτθική θα τη λέγαμε.

Η συγγραφέας σημειώνει ότι από τη μια οι τοπικές παραδόσεις και από την άλλη τα μοναστικά τάγματα δημιούργησαν την «έκφραση μιας μεσογειακής εκδοχής του γοτθικού ρυθμού στις παρυφές της πανευρωπαϊκής επιτυχίας».

Αφορμή για να ξεκινήσει αυτή η ερευνητική της περιπέτεια ήταν η Παναγία στον Πρίνο Μυλοποτάμου στο Ρέθυμνο. Ενα κτίσμα ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Μετέωρο; Οχι: «Ανάμεσα στα δόγματα, το δόγμα του κυρίαρχου και το άλλο, που ήταν κυρίαρχο. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα σε δύο κόσμους είναι ένα χαρακτηριστικό που διατηρήθηκε μέσα στο χρόνο. Ο σημερινός επισκέπτης, αν έρθει γνωρίζοντας τη βυζαντινή αρχιτεκτονική, βλέπει ένα δυτικότροπο κτίριο, αλλά αν έρθει ως γνώστης της μεσαιωνικής δυτικής αρχιτεκτονικής, βλέπει μια βυζαντινή εκκλησία με τρούλο!».

  • ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΜΥΡΙΛΛΑ, Επτά, Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011
Advertisements
 
Leave a comment

Posted by on January 24, 2011 in Κρήτη

 

Tags: ,

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: