RSS

Αφροδίτη της Μήλου… Ενα μπαξίσι την έστειλε στο Λούβρο

06 Aug

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Γράφει η Μαίρη Αδαμοπούλου, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 4 Αυγούστου 2012

Ο λόρδος Ελγιν δεν ήταν ο πρώτος που ξεγύμνωσε από τα μαρμάρινα γλυπτά τον Παρθενώνα. Και μπορεί το Βρετανικό Μουσείο να έχει τη μερίδα του λέοντος, όμως τουλάχιστον άλλα οκτώ μουσεία της Ευρώπης εκθέτουν σπαράγματα από τα περίφημα γλυπτά που κοσμούσαν το μνημείο – σύμβολο της κλασικής αρχαιότητας.
Ο Ιερός Βράχος και τα μνημεία του μπορεί να είναι τα πιο γνωστά θύματα των κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών και ιδεολογικών τάσεων που καλλιέργησαν το φαινόμενο της σύλησης και της διασποράς των ελληνικών αρχαιοτήτων, δεν είναι όμως τα μόνα. «Ακρωτηριασμένος» από τους αρχαιολάτρες Ευρωπαίους είναι και ο περίφημος Θησαυρός του Ατρέως – ο εντυπωσιακότερος από τους εννέα θολωτούς τάφους που έχουν βρεθεί στις Μυκήνες – όταν ο πασάς του Μοριά αποφάσισε να κάνει δώρο σε έναν καλεσμένο του τους δυο κίονες της εισόδου. Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες της Φιγαλείας «έχασε» τη ζωφόρο του – βγήκε στο σφυρί – επειδή ο ίδιος πασάς περίμενε να αντικρίσει ασημένια αγάλματα και όχι μια σειρά από ανάγλυφες πλάκες. Και η Αφροδίτη της Μήλου με το σωστό μπαξίσι μπήκε σε «λάθος» πλοίο.
Η ιστορία έχει ως εξής: περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 1820, ένας αγρότης ονόματι Γιώργος σκάβει το χωράφι του όταν πέφτει κατά τύχη πάνω σε ένα αριστούργημα του 2ου αι. π.Χ., την περίφημη Αφροδίτη. Αυτόπτες μάρτυρες της ανακάλυψης είναι δύο αξιωματικοί του γαλλικού Ναυτικού, που ενημερώνουν τον ανώτερό τους κόμη ντε Μαρσελίς. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη μεταφορά της Αφροδίτης στο Παρίσι τοπικοί πρόκριτοι κι ένας ιερέας πείθουν τον χωρικό να τους πουλήσει το κρυμμένο σε έναν στάβλο άγαλμα και το φορτώνουν σε ένα πλοίο με προορισμό την Κωνσταντινούπολη κατά διαταγή του διερμηνέα του στόλου, Νικολάου Μουρούζη. Ο κόμης όμως καταφέρνει να κάμψει τους ενδοιασμούς και τους φόβους των προκρίτων και αφού καταβάλλει επιτόπου την τιμή του αγάλματος στον έλληνα χωρικό, το μεταφέρει το ίδιο βράδυ σε γαλλικό πλοίο. Οι μεν πρόκριτοι θα τιμωρηθούν με πρόστιμο και μαστίγωση επειδή δεν υπάκουσαν στον διερμηνέα, η Υψηλή Πύλη όμως θα επικυρώσει την κυριότητα του αγάλματος στους Γάλλους. Η Αφροδίτη ωστόσο θα περιπλανηθεί για περισσότερο από έναν χρόνο στη Μεσόγειο, έως ότου παραδοθεί στον βασιλιά Λουδοβίκο ΙΗ’ την 1η Μαρτίου του 1821.
Είναι μερικές μόνο τις ιστορίες αρχαιοκαπηλικής τρέλας που φιλοξενούνται στον τόμο «Ξενιτεμένες ελληνικές αρχαιότητες, αφετηρίες και διαδρομές», που εξέδωσε το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.
Ιστορίες που καταγράφουν το τεράστιο πρόβλημα της διασποράς των ελληνικών αρχαιοτήτων στο εξωτερικό ως απόρροια των συνθηκών και των τάσεων της εποχής, οι οποίες συνοψίζονται στα εξής: στην εμφάνιση της αστικής τάξης και του έθνους – κράτους που κατέστησαν τις αρχαιότητες περιζήτητες, καθώς η απόκτησή τους κάλυπτε την ανάγκη κοινωνικής καταξίωσης του κατόχου. Στη χρησιμοποίηση των αρχαιοτήτων σε καθαρά αισθητικό επίπεδο ως διακοσμητικού υλικού. Στην εκμετάλλευση του αρχαιολογικού έργου για την ικανοποίηση πολιτικών σκοπιμοτήτων από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Και βεβαίως στην εμφάνιση των αρχαιολογικών αποστολών που άρχισαν να κατακλύζουν τα ελεύθερα ή ακόμη υποδουλωμένα εδάφη και οι οποίες όχι ήταν απλώς πιο οργανωμένες από τους μεμονωμένους περιηγητές -συλλέκτες που είχαν ήδη αποψιλώσει τα ελληνικά μνημεία, αλλά έκλειναν και συμφωνίες για την εξασφάλιση της μισής εκ της σοδειάς των ευρημάτων.

Η μεγάλη διαρπαγή και διασπορά των αρχαιοτήτων

Σκορπισμένα σπαράγματα ελληνικού παρελθόντος

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Γράφει η Μαίρη Αδαμοπούλου

Φθινόπωρο του 1811. Οι έρευνες στον ναό που είχε σχεδιάσει ο αρχιτέκτονας του Παρθενώνα Ικτίνος, εκείνος του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες της Φιγαλείας, αρχίζουν από μέλη της αρχαιόφιλης εταιρείας των Ντιλετάντι, ύστερα από διαπραγματεύσεις του πασά του Μοριά Βελή – γιο του Αλή πασά – με τον γερμανό υποπρόξενο Γκέοργκ Κρίστιαν Γκρόπιους. Βάσει της συμφωνίας ο Βελής αναλαμβάνει τα μισά έξοδα της ανασκαφής με αντάλλαγμα την εκχώρηση των μισών ευρημάτων. Μέσα σε δύο μήνες ο ναός είχε αποκαλυφθεί και μελετηθεί. Φτάνει η ώρα της μοιρασιάς. Ο πασάς απογοητεύεται. Οι φήμες θέλουν την αρχαιολογική σκαπάνη να έχει αποκαλύψει αγάλματα από καθαρό ασήμι κι εκείνος βλέπει μπροστά του μόνο 23 πλάκες λευκού μαρμάρου με παραστάσεις κενταυρομαχίας και αμαζονομαχίας, αρκετά διαβρωμένες, που κάποτε συνέθεταν την εσωτερική ζωφόρο του ναού.
Χωρίς πολλή συζήτηση τις παραχωρεί για 400 λίρες και 150 αχθοφόροι τις φορτώνονται στους ώμους για να τις μεταφέρουν ώς το λιμάνι όπου περιμένει ένα πλοίο με προορισμό τη Ζάκυνθο. Η περιπέτεια της πολύτιμης ζωφόρου ωστόσο δεν τελειώνει εδώ. Διεθνής καθώς είναι η αποστολή – συμμετέχουν Βρετανοί και Γερμανοί – όλοι επιθυμούν το σημαντικό κλασικό σύνολο, το οποίο θεωρούνταν έργο του Φειδία, να καταλήξει στη χώρα τους. Γι’ αυτό και βγαίνει σε δημοπρασία την 1η Μαΐου 1814. Ζωηρό ενδιαφέρον εκδηλώνει ο βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος Α’. Η υψηλή τιμή δεν είναι επιχείρημα ικανό να κάμψει την επιθυμία του. «Λυγίζει» μόνο όταν πληροφορείται πως τα ανάγλυφα είναι σε κακή κατάσταση και ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις η ζωφόρος καταλήγει προς 19.000 λίρες στο Βρετανικό Μουσείο.
Θύμα του ίδιου πασά και ο Θησαυρός του Ατρέως, ο θολωτός τάφος των πολύχρυσων Μυκηνών (θεωρείται ότι ανήκε στον Αγαμέμνονα) ο οποίος έχασε τους δύο κίονες που πλαισίωναν την είσοδό του – σήμερα βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο. Οι κίονες αυτοί δωρήθηκαν από τον πασά στον Μπράουν Χάουι Πέτερ, φίλο και συμφοιτητή του λόρδου Μπάιρον. Αρχικά μεταφέρθηκαν στην έπαυλή του στην Ιρλανδία όπου και ξεχάστηκαν επί έναν αιώνα, μέχρι που το 1904 δωρήθηκαν από τους κληρονόμους του στο Βρετανικό Μουσείο.
«Η διαρπαγή και η διασπορά των ελληνικών αρχαιοτήτων, ωστόσο, δεν αποτελεί φαινόμενο μόνον των αιώνων που προηγήθηκαν της σύστασης του νεοελληνικού κράτους, αλλά προσφιλή τακτική λαφυραγώγησης και λεηλασίας έργων τέχνης ήδη από την αρχαιότητα», επισημαίνεται στις σελίδες αυτού του συλλογικού τόμου. Αφορμή της έκδοσης, το ομόθεμο σεμινάριο που διοργανώθηκε από το ΙΝΕ σε συνεργασία με το Επιστημονικό και Μορφωτικό Ιδρυμα Κυκλάδων με τη συμμετοχή διακεκριμένων ιστορικών και αρχαιολόγων.
«Ο ίδιος ο Αλέξανδρος, κινούμενος από νοσταλγία για την αγνότητα του αρχαίου αθηναϊκού πολιτισμού, έγινε συλλέκτης αρχαιοτήτων στην Πέλλα, οι ελληνιστικοί μονάρχες άρχισαν συστηματικά και με σεβασμό να συλλέγουν συντρίμμια και θραύσματα της κλασικής εποχής, ενώ η Σικυών έγινε τόπος συγκέντρωσης για εμπόρους τέχνης της αυτοκρατορίας. Παράλληλα, τον 2ο αι. π.Χ. ο βασιλιάς Ευμένης Β’ συνέλεξε “θησαυρούς τέχνης κάποιας αρχαιότητας” και ο αδελφός του Ατταλος Β’ “παλαιούς πίνακες ζωγραφικής”, γεγονότα που μαρτυρούν ότι ακόμα σε αυτή την περίοδο οι αρχαιότητες αποθησαυρίζονται.
Οι Ρωμαίοι αρπάζουν από τον ναό του Διός στο Δίον Πιερίας τα 25 χάλκινα αγάλματα των εταίρων που έπεσαν στη μάχη του Γρανικού ποταμού, έργα του Λυσίππου για να τα στήσουν – κατά μία άποψη – στο Πεδίον του Αρεως και οι στρατιώτες τους καταστρέφουν τα αρχαϊκά νεκροταφεία της Κορίνθου παίρνοντας μαζί τους τα αγγεία που συνόδευαν τους νεκρούς για να τα πουλήσουν», σημειώνουν οι συγγραφείς του τόμου. Τα επιστημονικά τεκμηριωμένα αλλά γραμμένα με τρόπο προσιτό και εύληπτο για το ευρύ κοινό κείμενα δεν στέκονται όμως μόνο στις συνθήκες και τα νομοθετικά πλαίσια, αλλά με γλαφυρό τρόπο καταγράφουν τις συνθήκες εξαγωγής των ελληνικών αρχαιοτήτων και το φάσμα της διασποράς τους, παραθέτοντας την περιπέτεια πίσω από διάσημα ξενιτεμένα αρχαία έργα τέχνης και σχεδιάζοντας τον παγκόσμιο χάρτη που όπου μπορεί κάποιος να βρει σκορπισμένα κομμάτια του ελληνικού παρελθόντος.
Η νομοθεσία για την προστασία των αρχαιοτήτων στα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους υποχωρούσε συχνά μπροστά στην πολιτική βούληση που πίστευε ότι με τις αρχαιότητες μπορούσε να εξασφαλίσει εθνικά οφέλη στην καλύτερη των περιπτώσεων ή να μην κακοκαρδίσει τις Μεγάλες Δυνάμεις, ζήτημα όχι μικρότερης σημασίας.
«Οι ελληνικές αρχαιότητες δεν συνιστούν μεγέθη εμπορεύσιμα, ανταλλάξιμα και διαπραγματεύσιμα, άλλα είναι έννοιες και αξίες αδιατίμητες, εθνική ιδιοκτησία και περιουσία όλων μας. Δεν είναι υπερβολή αν ισχυρισθεί κάποιος ότι η ανάκτηση ελληνικών αρχαιοτήτων ισοδυναμεί με την ανάκτηση εθνικών εδαφών. Αλλωστε, στον πόλεμο αποκρύπτουμε τα αρχαία μας σε υπόγεια καταφύγια και στέλνουμε τα παιδιά μας στο μέτωπο να πολεμήσουν και να σκοτωθούν», επισημαίνεται από τον αρχαιολόγο και εμπνευστή της ιδέας του σεμιναρίου που οδήγησε στην έκθεση δρα Αλέξανδρο Μάντη, ο οποίος υπογράφει ένα από τα κείμενα του τόμου. Γράφουν επίσης οι Σοφία Ματθαίου και Αθηνά Χατζηδημητρίου (επιμελήτριες της έκδοσης), Γιώργος Τόλιας, Αλίκη Ασβεστά, Χριστίνα Μερκούρη, Κάτια Σπορν.
  • Ο Βελή πασάς του Μοριά, 
γιος του Αλή πασά 
των Ιωαννίνων, πούλησε 
τη ζωφόρο του Ναού 
του Επικούριου Απόλλωνα

ΑΘΗΝΑ

Ο μεγάλος ακρωτηριασμός του Παρθενώνα

Η εκτεταμένη διασπορά και διαρπαγή ελληνικών αρχαιοτήτων σημειώνεται από τον 17ο αιώνα, με αποκορύφωμα τη λεηλασία των Γλυπτών τού πλέον διακεκριμένου μνημείου της αρχαίας ελληνικής τέχνης, του Παρθενώνα, μετά τον βομβαρδισμό του από τα στρατεύματα του Βενετού Φραντζέσκο Μοροζίνι το 1687.
Η καταστροφή και η ερείπωση του μνημείου αποτέλεσαν και την αφετηρία για τη διαρπαγή και τη σύληση του γλυπτού του διακόσμου. Επιτελείς και στρατιώτες με ένα ανάμεικτο πνεύμα λαφυραγώγησης και καλλιτεχνικού θαυμασμού, απογοητευμένοι από την ανεπιτυχή προσπάθειά τους να καθαιρέσουν ακέραιους τους ίππους του άρματος της Αθηνάς από το δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα, στρέφουν την προσοχή και τη μανία τους σε ελαφρύτερα αλλά διακεκριμένα κομμάτια των εναέτιων γλυπτών αποκεφαλίζοντας και ακρωτηριάζοντας όσες μορφές σώζονταν ακόμα στη θέση τους, καθώς δεν αρκούνται μόνο σε πεσμένα στο έδαφος κομμάτια εξαιτίας της έκρηξης. Τα διασπείρουν μάλιστα σε κάθε γωνιά της Ευρώπης.
Η κεφαλή της Ιριδας από το δυτικό αέτωμα βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου. Εναν χρόνο μετά την έκρηξη καταλήγουν στην Κοπεγχάγη από δανούς αξιωματικούς του Μοροζίνι τα κεφάλια ενός Λαπίθη και ενός Κενταύρου από μετόπη της νότιας πλευράς του Παρθενώνα. Το κεφάλι του Κενταύρου από διπλανή μετόπη εντοπίζεται στο Βούρτζμπουργκ. Το κεφάλι ενός άλλου Λαπίθη καταλήγει στο Λούβρο. Το κεφάλι ενός γενειοφόρου από μία ακόμη μετόπη εντοπίζεται σε μουσείο του Βατικανού.
Η λεηλασία με πρόχειρες σκαλωσιές συνεχίζεται και στη ζωφόρο, με αποτέλεσμα να βρίσκουμε σπαράγματά της στο Λούβρο, στο Παλέρμο, στο Βατικανό, στη Βιέννη, τη Χαϊδελβέργη, στο Μόναχο.
Συνολικός απολογισμός: δεκαπέντε μετόπες της νότιας πλευράς, 56 ανάγλυφα από τις πριονισμένες λίθους της ζωφόρου – 70 τρέχοντα μέτρα – τα 19 σπουδαιότερα εναέτια γλυπτά και τρία ακροκέραμα από τον Παρθενώνα κατέληξαν στο Λονδίνο, το Κέιμπριτζ και το Μόναχο, ενώ «δεν αποκλείεται να βρίσκονται ξεχασμένα ή παραγνωρισμένα στις αποθήκες ιταλικών μουσείων και συλλογών ή εντοιχισμένα σε παλαιά κτίρια της Βενετίας και άλλα διακεκριμένα σπαράγματα από τον γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα».

ΑΙΓΙΝΑ

Τριάντα γρόσια για τα γλυπτά της Αφαίας

20 Ιουλίου 1811. Ο βασιλιάς Λουδοβίκος Α’, πατέρας του Οθωνα, πληροφορείται την ανακάλυψη αγαλμάτων στις ανασκαφές της Αίγινας, που έχουν γίνει την ίδια χρονιά από γερμανούς και βρετανούς αρχαιολόγους.
Οι αετωματικές συνθέσεις έχουν ως θέμα μάχες του Τρωικού Πολέμου στις οποίες συμμετείχαν ο Τελαμών, γιος του Αιακού, μαζί με τον Ηρακλή και ο Αίας, γιος του Τελαμώνος. Στο κέντρο των συνθέσεων απεικονιζόταν η θεά Αθηνά να παρεμβαίνει υπέρ των Ελλήνων. Παράδοξο θεωρείται το γεγονός ότι πρώτα ολοκληρώθηκε το δυτικό αέτωμα (500-490 π.Χ.) και ύστερα το ανατολικό (480-475 π.Χ.).
Οι ανασκαφείς αφού έχουν φέρει στο φως τα γλυπτά των αετωμάτων από τον ναό της Αφαίας, κατορθώνουν να τα αγοράσουν από τις τοπικές Αρχές προς 30 γρόσια και να τα μεταφέρουν πρώτα στην Αθήνα και ύστερα στη Ζάκυνθο. Ενεργό ρόλο στη συναλλαγή και τη μεταφορά είχαν τόσο ο γερμανός υποπρόξενος Γκέοργκ Κρίστιαν Γκρόπιους – ο οποίος είχε εμπλακεί και στην υπόθεση διαπραγμάτευσης άδειας ανασκαφής στον ναό του Επικούριου Απόλλωνα με τον Βελή πασά της Πελοποννήσου – δρώντας ως πληρεξούσιος των εμπλεκόμενων ανασκαφέων όσο και ο άγγλος αρχιτέκτονας Τσαρλς Ρόμπερτ Κοκερέλ, ο οποίος ήταν επίσης από τους πρώτους που άρχισαν τις έρευνες στον ναό του Επικούριου Απόλλωνα.
Στη Ζάκυνθο, παρά τη δυσχερή πολιτική κατάσταση καθώς ο Ναπολέων είχε κηρύξει πόλεμο στην Αγγλία και τη Ρωσία, αποφασίζεται η δημοπρασία του συνόλου των ευρημάτων. Ο Λουδοβίκος Α’ στέλνει ως αντιπρόσωπό του στη δημοπρασία τον ζωγράφο και γλύπτη Γιόχαν Μάρτιν φον Βάγκνερ, ο οποίος όμως όταν φτάνει στη Ζάκυνθο δεν βρίσκει τα αρχαία, διότι ο Κοκερέλ τα έχει μεταφέρει στη Μάλτα φοβούμενος γαλλική επίθεση.
Παρ’ όλα αυτά η δημοπρασία διεξάγεται κανονικά στη Ζάκυνθο και ο Βάγκνερ αναγκάζεται να αγοράσει τα γλυπτά χωρίς να τα έχει δει καν. Παρά τις ανεπιτυχείς διαμαρτυρίες Βρετανών και Γάλλων και ύστερα από προσωπική παρέμβαση του Λουδοβίκου Α’, τα γλυπτά φτάνουν το 1815 στη Ρώμη και υπόκεινται στις πρώτες συμπληρώσεις και καταλήγουν στο μουσείο για το οποίο προορίζονταν, τη Γλυπτοθήκη του Μονάχου, η οποία είχε ιδρυθεί από τον βασιλιά για να στεγάσει τη συλλογή γλυπτών που ήδη είχε αποκτήσει πριν ακόμη από την αγορά εκείνων της Αφαίας.
 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: