RSS

Category Archives: Αργοναυτική Εκστρατεία

«Χρυσόμαλλον δέρας», μύθος και αλήθεια

Στα 1876, μια δυνατή βροχή στο Βάνι, στους λόφους του Μικρού Καυκάσου (Δυτική Γεωργία), έκανε τη γη να «ξερνά» χρυσάφι, ασήμι, χαλκό… Οχι αδούλευτα, αλλά λεπτουργημένα. Κοσμήματα «τέχνης λεπτής», όπως θα ‘λεγε ο ποιητής, αλυσίδες, νομίσματα, λογής λογής οικιακά σκεύη, συμβολιστικά και διακοσμητικά αντικείμενα. Ενας τεράστιος θησαυρός μέσα στη λασπωμένη γη κι οι κάτοικοι του Βάνι απορώντας κι αγνοώντας το …«πόθεν έσχες», άρπαζαν ό,τι μπορούσαν και το μοσχοπουλούσαν. Αγνωστος παραμένει ο αριθμός των πουλημένων – τότε ή σε μετέπειτα χρόνια – αντικειμένων, που ξεβράστηκαν από τάφους και ιερά των αρχαίων χρόνων. Πόσο αρχαίων χρόνων, άραγε και ποιων συγκεκριμένα; Από τον 5ο έως και τον 2ο π. Χ. αιώνα. Μα και από προηγούμενους αιώνες. Από την εποχή της Κολχίδας των μύθων, όπως διαπιστώθηκε με συστηματικές ανασκαφές στα τέλη του 19ου αιώνα και κυρίως μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εντεύθεν, στο Βάνι (Σούριουμ το αποκαλεί ο Πλίνιος, Λευκοθέα άλλες πηγές, ενώ το αναφέρει και ο Στράβων), νότια του ποταμού Ριόνι (στην αρχαιότητα λεγόταν Φάσης). Η περιοχή αυτή ταυτίζεται με το θρησκευτικό κέντρο της αρχαίας Κολχίδας, τουλάχιστον από τον 8ο π. Χ. αιώνα, εποχή που οι Ελληνες αρχίζουν να ιδρύουν αποικίες κατά μήκος των ακτών της Μαύρης Θάλασσας. Οι μακρόχρονες συστηματικές ανασκαφές, λοιπόν, απέδειξαν την ιστορικο – διαλεκτική «αφετηρία» των ομηρικών μύθων. Απέδειξαν ότι οι μύθοι περί της Αργοναυτικής Εκστρατείας (2η χιλιετία), περί της αρπαγής του χρυσόμαλλου δέρατος, περί της προδομένης – από τον άρπαγα Ιάσονα – Μήδειας, «πήγασαν» από πραγματικά γεγονότα.Ο λόγος για την πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση αρχαίων αντικειμένων από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Γεωργίας (Τιφλίδας), με τίτλο «Από τη γη του Χρυσόμαλλου Δέρατος: ταφικοί θησαυροί από την αρχαία Γεωργία», που παρουσιάζεται στο Μουσείο Μπενάκη (Κουμπάρη 1, διάρκεια έως 6/4), με τη φροντίδα της Ειρήνης Παπαγεωργίου (επιμελήτρια των Προϊστορικών, Κλασικών, Αρχαίων και Ρωμαϊκών Συλλογών του Μουσείου Μπενάκη). Η έκθεση περιλαμβάνει, περίπου, 150 πολύτιμα, αντιπροσωπευτικά αντικείμενα – «τεκμήρια» των στρατηγο – πολιτικο – οικονομικών, αλλά και των πολιτισμικών δεσμών και αλληλεπιδράσεων μεταξύ του αρχαιοελληνικού κόσμου και της ευρύτερης περιοχής της αρχαίας Κολχίδας, μεγάλου οικονομικού και θρησκευτικού κέντρου, που προστατευόταν από τείχη και καταστράφηκε τον 1ο π. Χ. αιώνα. Οι προαναφερόμενες αλληλεπιδράσεις μεταξύ των δύο λαών είναι ολοφάνερες – θεματολογικά και μορφολογικά – ιδιαίτερα στην τέχνη της αργυροχρυσοχοΐας. Χαρακτηριστικό, λ.χ, είναι το χρυσό δαχτυλίδι – σφραγίδα, χρονολογούμενο μεταξύ 325 – 300 π. Χ., που φέρει την ελληνική επιγραφή «ΔΕΔΑΤΟΣ» και βρέθηκε σε τάφο πολεμιστή. Τα περισσότερα από τα εκτιθέμενα αντικείμενα βρέθηκαν σε ιερά κτίρια και τάφους του 5ου και 4ου π. Χ., που περιείχαν πλούτο κτερισμάτων (χρυσά, ασημένια, χάλκινα, κεραμικά, κ.ά.), που καταδεικνύουν και την υιοθέτηση ελληνικών ταφικών εθίμων αλλά και θεοτήτων (λ.χ. βρέθηκαν χάλκινα γλυπτά εξαρτήματα με τη μορφή Πάνα, Σατύρου, Μαινάδας, πήλινη μήτρα για την κατασκευή κεφαλής Σιληνού, ειδώλιο Σατύρου, χάλκινο αγαλματίδιο της φτερωτής θεάς Νίκης, κ.ά.). Οι νεκροί της άρχουσας τάξης θάβονταν ντυμένοι με νεκρικό ένδυμα και στολισμένοι με πολλά βαρύτιμα χρυσά κοσμήματα και περιτριγυρισμένοι με διάφορα εντυπωσιακά διακοσμητικά κτερίσματα (από την Αττική αλλά και από άλλες πόλεις της Μαύρης Θάλασσας και της Περσίας).

Η πλουσιότατη, όχι μόνο σε πολύτιμα μέταλλα, αλλά και σε ξυλεία και λινά υφάσματα Κολχίδα και ο πόθος του αρχαιοελληνικού στρατιωτικο – οικονομικού επεκτατισμού να τη βάλει στο χέρι …«έπλεξαν» συμβολικά το μύθο του «χρυσόμαλλου δέρατος», που κι αυτό αφθονούσε στην Ταυρίδα – και το οποίο χρησιμοποιούνταν για τη συλλογή και μεταφορά των ψηγμάτων χρυσού και αργύρου, που από τα έγκατα της γης κουβαλούσε η ποταμίσια άμμος. Ο Στράβων έγραφε ότι οι κάτοικοι της «πολύχρυσης» Κολχίδας «τοποθετούσαν δέρματα προβάτων στα ρεύματα των ποταμών, ώστε η λανολίνη τους να μαγνητίζει τους κόκκους του μετάλλου». Κατ’ άλλη εκδοχή, όπως αναφέρεται στον ομότιτλο επιστημονικό κατάλογο της έκθεσης, ο μύθος του χρυσόμαλλου δέρατος μπορεί να παραπέμπει στο γενικότερο ορυκτό πλούτο της Κολχίδας, όπου προϋπήρχε παράδοση επεξεργασίας σιδήρου, χαλκού και πολύτιμων μετάλλων.

Το «χρυσόμαλλο δέρας», λοιπόν, που άρπαξαν οι Αργοναύτες, με τη βοήθεια της ερωτοπλανεμένης από τον Θεσσαλό Ιάσονα, Μήδειας (κόρης του βασιλιά της Κολχίδας, Αιήτη), προς όφελος των ελληνικών πόλεων – κρατών, ήταν χρυσάφι, και όχι μόνον. Αυτή η αρπακτική εκστρατεία άνοιξε το δρόμο και για την εμπορικο – οικονομικο – στρατιωτική εισχώρηση των Ελλήνων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολής, τους επόμενους αιώνες, ιδίως στους ελληνιστικούς χρόνους, καθώς η Κολχίδα γειτόνευε με τις αυτοκρατορίες των Ασσυρίων και της Περσίας και τους Σκύθες και προστατευμένη από τα όρη του Καυκάσου, εξασφάλιζε ένα «δρόμο» προς την κεντρική Ασία και την Ινδία

  • Α. ΕΛΛΗΝΟΥΔΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 1 Μάρτη 2009
Advertisements