RSS

Category Archives: Ελληνικές συλλογές

Ελληνικές συλλογές στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου

Η νέα προσφορά 14 τόμων της «Κ» από την Κυριακή 17 Ιανουαρίου

Σκεφθείτε όλα τα μεγάλα μουσεία του κόσμου. Το Λούβρο, τα Μουσεία του Βατικανού, το Ερμιτάζ, το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, το Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο. Δεν υπάρχει μεγάλο μουσείο που να μη διαθέτει ελληνικές αρχαιότητες. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει μεγάλο μουσείο του κόσμου που να μην είναι υπερήφανο για τις ελληνικές του συλλογές, για ένα ή περισσότερα κορυφαία δείγματα ελληνικής τέχνης που εκτίθεται στις πιο προβεβλημένες αίθουσές του. Ανεκτίμητοι θησαυροί διάσπαρτοι σε όλες τις ηπείρους συνθέτουν ένα συναρπαστικό μωσαϊκό που μέχρι σήμερα είχαμε μόνο μια αποσπασματική εικόνα του, με αιχμή τα πιο διάσημα εκθέματα στο Λονδίνο ή στο Παρίσι. Από την ερχόμενη Κυριακή 17 Ιανουαρίου η «Κ» συνενώνει τα κομμάτια ενός άγνωστου παζλ προσφέροντας στο αναγνωστικό της κοινό μια εντελώς πρωτότυπη σειρά 14 τόμων με αντικείμενο τα ελληνικής προέλευσης και παγκόσμιας ακτινοβολίας εκθέματα (τμήματα ναών, γλυπτά και αγάλματα, αγγεία, κοσμήματα, νομίσματα) που βρίσκονται στα σημαντικότερα μουσεία του πλανήτη.

Τα εκθέματα «ταξίδεψαν» στον κόσμο είτε από εμπορία κατά την αρχαιότητα, είτε ως ρωμαϊκά αντίγραφα φημισμένων ελληνικών έργων, είτε ως τοπικές παραγωγές των εκτός Ελλάδας εστιών του αρχαίου Ελληνισμού (Μεγάλη Ελλάδα, Μικρά Ασία), είτε κατόπιν λεηλασίας των ελληνικών αρχαιολογικών χώρων, είτε ως προϊόν αρχαιοκαπηλίας ή αγοραπωλησίας κατά τους νεότερους χρόνους. Οπως σημειώνουν οι επιμελητές και έχοντες την επιστημονική επιμέλεια της σειράς, καθηγητές Αρχαιολογίας Βασίλης Λαμπρινουδάκης και Πάνος Βαλαβάνης, από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα με τις ανασκαφές της Πομπηίας, η ενασχόληση με τις αρχαιότητες εντάθηκε και οδήγησε στη δημιουργία των πρώτων μεγάλων συλλογών του είδους, που ανήκαν κυρίως σε αυλές βασιλέων ή σε οίκους ευγενών. Τα επόμενα χρόνια, κατά τον 19ο αιώνα, χάρη στις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές, οι ιδιωτικές αυτές συλλογές μετατράπηκαν στα πρώτα μεγάλα δημόσια μουσεία στην Ευρώπη. Η βασιλική συλλογή της Γαλλίας, για παράδειγμα, αποτέλεσε τον πυρήνα του Μουσείου του Λούβρου, η βασιλική συλλογή της Γερμανίας υπήρξε η βάση για τη δημιουργία των μουσείων του Μονάχου και του Βερολίνου, η συλλογή των τσάρων της Ρωσίας για τη δημιουργία του Ερμιτάζ, αλλά και των παπών της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας για τα περίφημα μουσεία του Βατικανού.

Τα μουσεία αυτά εμπλουτίζονταν συνεχώς καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου και του 20ού αιώνα με δύο κυρίως τρόπους: πρώτον, με αγορές αρχαιοτήτων που ανασκάπτονταν και εξάγονταν παράνομα από χώρες με μεγάλο πολιτιστικό παρελθόν, πράγμα που οδήγησε σε μεγάλη ανάπτυξη της αρχαιοκαπηλίας. Δεύτερον, με τη χρηματοδότηση ανασκαφικών προγραμμάτων σε Ελλάδα, Ιταλία, Μικρά Ασία και Βόρεια Αφρική. Οι ξένοι ανασκαφείς αρχικά είχαν το δικαίωμα να μεταφέρουν στις χώρες τους τα αρχαία που ανακάλυπταν, εμπλουτίζοντας τα μουσεία που βρίσκονταν σε αυτές. Ετσι, μεταφέρθηκαν όχι μόνο κινητά ευρήματα, αλλά και ολόκληρα οικοδομήματα, όπως το Μνημείο των Νηρηίδων στο Βρετανικό Μουσείο, το πρόπυλο του ιερού της Αθηνάς και ο βωμός της Περγάμου στο Βερολίνο.

Tο 1801 ο λόρδος Ελγιν απογύμνωσε την Ακρόπολη των Αθηνών μεταφέροντας τμήματά της στην Αγγλία, ενώ το 1811 η ζωφόρος του ναού του Επικουρείου Απόλλωνα στις Βάσσες της Φιγαλείας μεταφέρθηκε στο Βρετανικό Μουσείο και τα αετώματα του ναού της Αφαίας από την Αίγινα βρέθηκαν στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου. Αντίστοιχες, σχεδόν πειρατικές, ενέργειες των Γάλλων «οδήγησαν» την Αφροδίτη της Μήλου, το 1822, και τη Νίκη της Σαμοθράκης, το 1863, στο Λούβρο.

Αμέσως μετά την απελευθέρωση Γάλλοι αρχαιολόγοι της «Επιστημονικής αποστολής του Μορέως», οι οποίοι συνόδευαν τα στρατεύματα του στρατηγού Μαιζόν, ανέσκαψαν τον οπισθόδομο του ναού του Δία στην Ολυμπία, μεταφέροντας τις έξι μετόπες με τους άθλους του Ηρακλή στο Λούβρο. Η ανασκαφή αυτή διακόπηκε γρήγορα από τον Καποδίστρια για πολιτικούς λόγους.

Η πρακτική της νόμιμης μεταφοράς αρχαίων στο εξωτερικό σταμάτησε το 1875, χρονολογία ιστορική όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την ιστορία της αρχαιολογίας. Τότε, στη σύμβαση μεταξύ του ελληνικού κράτους και των Γερμανών αρχαιολόγων, οι οποίοι ανέλαβαν τελικά τις ανασκαφές στην Ολυμπία, τέθηκε απαράβατος όρος τα αρχαία να παραμένουν στον τόπο της εύρεσής τους.

Κάθε τόμος της σειράς «ανοίγει» με μια συνοπτική παρουσίαση του μουσείου και των ελληνικών συλλογών του. Ακολουθεί η περιγραφή του κάθε εκθέματος ξεχωριστά, ενώ στο τέλος κάθε τόμου υπάρχει ένας σύντομος πολιτιστικός οδηγός της πόλης η οποία φιλοξενεί το μουσείο. Η παρουσίαση των εκθεμάτων είναι μοντέρνα, πλούσια και λειτουργική. Εμπλουτίζεται με ειδικά ένθετα κείμενα για την ιστορία τους, τους μύθους που τα συνοδεύουν, το μνημείο ή τον χώρο από τον οποίο προέρχονται, τον καλλιτέχνη που τα φιλοτέχνησε, τις σύγχρονες επιδράσεις τους, καθώς και ανάλογες απεικονίσεις σε άλλα αρχαία ευρήματα ή και σε νεότερα έργα ζωγραφικής και γλυπτικής κ. ά. Συμπληρώνεται δε με σχέδια, αναπαραστάσεις ναών, κατόψεις αρχαιολογικών χώρων και μουσείων. Την έκδοση συνοδεύει πλουσιότατη εικονογράφηση, τόσο με τις πασίγνωστες λήψεις των διασημότερων εκθεμάτων όσο και με άλλες, λιγότερο γνωστές, που όμως αποκαλύπτουν ευδιάκριτα το υψηλότατο αισθητικό επίπεδο της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Για τη σύνταξη των κειμένων εργάστηκε ομάδα αρχαιολόγων και ιστορικών τέχνης, οι οποίοι στην πλειονότητά τους στελεχώνουν σχετικές υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισμού. Η νέα εκδοτική προσφορά της «Κ» ανοίγει με τον πρώτο τόμο για το Βρετανικό Μουσείο.