RSS

Category Archives: Καρκαγιάννης Αντώνης

Η αυτοτελής αξία του Πολιτισμού

Αν προσπαθήσαμε την προηγούμενη Κυριακή να ερευνήσουμε κάπως την έμμονη, από τη δεκαετία του ’50 και παλαιότερα, και παράξοδη σύζευξη του Πολιτισμού με τον Τουρισμό, ήταν για να θέσουμε το ερώτημα αν ο Πολιτισμός είναι άξιος και επαρκής για να αποτελέσει αυτοτελές αντικείμενο κρατικής φροντίδας. Πρόθεσή μας να ανοίξει κάποια συζήτηση, που εκκρεμεί από δεκαετίες, αλλά ποτέ δεν αποτολμάται. Δυστυχώς, αποτύχαμε, ας είναι…

Αν ρωτήσετε δέκα ή είκοσι συμπολίτες μας «ποιος Πολιτισμός θα μπορούσε να περιπέσει στις φροντίδες του υπουργείου Πολιτισμού» θα είχατε δέκα και είκοσι διαφορετικές απαντήσεις, όπου είμαι βέβαιος ότι θα συναντούσατε και άλλες παράδοξες συζεύξεις εκτός αυτής με τον τουρισμό. Και δεν θα έχουν άδικο, γιατί ο Πολιτισμός κάπου τέλος πάντων πρέπει να φανεί χρήσιμος στη χώρα και να υπηρετήσει όχι μόνο τα δικά τους γενικά συμφέροντα, αλλά και τα δικά μας, τα ατομικά. Γι’ αυτό όταν κάποιος δρόμος, όπως τελευταία η Διονυσίου Αρεοπαγίτου, συγκεντρώνει έντονο ενδιαφέρον ή έστω απλή περιέργεια για τον Πολιτισμό, αυτομάτως μεταβάλλεται σε ζωηρό εμπορικό κέντρο με πλήθος επισκεπτών και θαμώνων, τουριστών και άλλων. Αυτή η άμεση συνάφεια με το εμπόριο και την οικονομική δραστηριότητα έχει άμεσες παρενέργειες στον Πολιτισμό, αλλά ας μη δώσουμε ιδιαίτερη σημασία, απλώς υπάρχουν και είναι αληθινές. Αλλωστε δεν είναι αυτές που θα μας πουν, κατ’ αντιδιαστολή έστω, ποιο για την κρατική πολιτική είναι το αυτοτελές αντικείμενο του Πολιτισμού και αν είναι άξιο να συγκεντρώσει την κρατική φροντίδα και με ποιες επιδιώξεις.

Είναι προτιμότερο να θεωρήσουμε ότι ο βασικός κορμός του κρατικού ενδιαφέροντος για τον πολιτισμό διαμορφώθηκε πριν από το κράτος, πριν από μας και ίσως παρά τη θέλησή μας, τις έξεις και τις συνήθειες της ζωής μας. Τον βρήκαμε, δεν τον επιλέξαμε και άρα είναι δεδομένος χωρίς άλλη αιτιολόγηση. Είναι οι Αρχαιότητες, τα αρχαία κατάλοιπα, κατάσπαρτα σε όλη τη χώρα, αψευδείς μάρτυρες μιας πλούσιας ζωής, επίμονα στον ίδιο τόπο, επί αιώνες.

Αν έπρεπε να υιοθετήσουμε μοντέρνους όρους θα λέγαμε με βεβαιότητα ότι οι Αρχαιότητες (ας τις ονομάσουμε έτσι γενικά και για συντομία) είναι ο μεγάλος πυλώνας απ’ όπου αναγκαστικά περνάει η κρατική μέριμνα για τον Πολιτισμό. Είναι η αποκάλυψη, η συντήρηση, η μελέτη και η ανάδειξη ώστε να μπορεί ο σύγχρονος άνθρωπος να «διαβάζει» τις Αρχαιότητες. Ασφαλώς και θα ερεθίσει τα ενδιαφέροντα των τουριστών, συχνά ποικίλα, παράταιρα ή ξένα, και ενδεχομένως θα αδειάσει το βαλάντιό τους σε απολαύσεις όχι αμιγώς πολιτισμικές, αλλά αυτό δεν μας ενοχλεί. Το ερώτημα είναι αν αυτός είναι ο σκοπός της δαπανηρής κρατικής μέριμνας για τις Αρχαιότητες. Ας περιοριστούμε σε αυτές γιατί είναι τόσο εμφανείς, εντυπωσιακές και της… μόδας.

Μερικοί ή πολλοί υποστηρίζουν ότι οι Αρχαιότητες είναι κατά κάποιο τρόπο το αδιάψευστο DNA της «φυλής» μας που διατρέχει και διαγράφει την τρισχιλιετή και πλέον επίμονη και μόνιμη παρουσία μας σε αυτή τη γωνιά της Ευρώπης. Η κρατική μέριμνα για τις Αρχαιότητες, πριν ακόμη ανακαλυφθεί το DNA επίμονα προσπαθούσε να το ανακαλύψει η ιδια. Οπως ξέρετε αυτή η εμπλοκή του… DNA στη νεότερη ζωή μας προκάλεσε προβλήματα και βαριές ψυχώσεις, γιατί μας κάνει κατά καιρούς να πιστεύουμε ότι ο γενετικός κώδικας και αν ακόμη υπάρχει, μας κάνει ικανούς και άξιους να συνεχίσουμε τη ζωή και τη δόξα των αρχαίων προγόνων μας, πράγμα μάλλον ονειρικό και ανέφικτο.

Ενα όμως φαίνεται ότι είναι βέβαιο: αν στον κορμό των Αρχαιοτήτων προσθέσουμε τα βυζαντινά και τα νεότερα κατάλοιπα, τότε έχουμε ένα λαό, που παρά τις επιδρομές και τις προσμείξεις, επιμένει επί αιώνες να είναι γαντζωμένος στον ίδιο βράχο, δίπλα στη θάλασσα, να μιλάει περίπου την ίδια γλώσσα και να ανοίγει την ψυχή του στον κόσμο με τον ίδιο τρόπο. Οσες αμφισβητήσεις και αν έχουν διατυπωθεί για την οργανική συνέχεια αυτών των περιόδων ιστορικής παρουσίας, είναι αρκετή η ταύτιση ενός λαού σε χρόνο και τόπο με τον Πολιτισμό του ως αφετηρία αυτογνωσίας και ως ιδιαίτερη παρουσία στον σύγχρονο κόσμο. Το πρόβλημά μας δεν είναι αν είμαστε κληρονόμοι εξ αίματος, αλλά αν στο σύγχρονο κόσμο είμαστε, με τρόπο δημιουργικό, συνεχιστές.

Η διαχείριση του Πολιτισμού, στο σύνολό του, μόνο ως διαχείριση παιδείας είναι νοητή και άξια ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας και μόνο σαν τέτοια βρίσκει τον «ωφέλιμο σκοπό της». Πάρτε για παράδειγμα το νέο Μουσείο της Ακρόπολης και ας παραδεχθούμε ότι είναι σε όλα τέλειο χωρίς κανένα ψεγάδι. Παραμένει όμως ένα απλό και στατικό εκθετήριο εκθεμάτων, μια λαμπερή βιτρίνα, με χιλιάδες επισκέπτες, τουρίστες και άλλους συγκεντρώνοντας μέσα του παράταιρα στοιχεία σύγχρονης ζωής, όπως είναι η καθημερινή απόλαυση να παίρνεις τον καφέ σου ή το γεύμα σου με τον Παρθενώνα απέναντι και τόσο κοντά (κοντά;). Γιατί όχι, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Το νέο Μουσείο μπαίνει στις καθημερινές μας συνήθειες, αλλά δεν μπαίνει στη ζωή μας και στις φιλοδοξίες μας. Πιο εύγλωττα είναι τα παραδείγματα των δύο Φεστιβάλ. Των Αθηνών και της Επιδαύρου. Ας πούμε ότι ξεκίνησαν με άριστες προθέσεις προβολής της χώρας και του Πολιτισμού της. Σε μισό αιώνα κατάφεραν να είναι η πιο πιστή εικόνα της σύγχυσης και της παρακμής που κουβαλάμε μέσα μας.

Από αυτή την άποψη μάς φαίνεται παράδοξη και αγοραία η σύζευξη του Πολιτισμού με τον Τουρισμό και η συστέγασή τους στο ίδιο υπουργείο… Οχι ότι και οι τουρίστες δεν είναι πελατεία μας!

  • Γράφει ο Aντωνης Καρκαγιαννης, Η Καθημερινή, 28/10/2009
Advertisements
 

Τουρισμός μέσα στον πολιτισμό

Aλήθεια, ποια είναι η βαθύτερη σχέση του Πολιτισμού και του Τουρισμού που οδήγησε τον πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου να συγχωνεύσει τις δύο δραστηριότητες (πώς αλλιώς να τις πω;) και μάλιστα να θέσει επικεφαλής στενό συνεργάτη του και γόνο πατροπαράδοτης πολιτισμικής οικογένειας; Την ίδια απορία είχα και για τη σχέση του Πολιτισμού με τον Αθλητισμό, αλλά κάθε τόσο ανακύπτουν αντιφατικές μεν, οπωσδήποτε όμως απαντήσεις.

Ας επιχειρήσουμε μια πρόχειρη εννοιολογική (και ταυτόχρονα ιστορική) προσέγγιση της μιας δραστηριότητας και της άλλης για να ψάξουμε πιθανά κοινά χαρακτηριστικά.

Ο Πολιτισμός ή αυτό που αργότερα ονομάσαμε Πολιτισμό από την πρώτη ανιχνεύσιμη εμφάνισή του παράγει εικόνες και αυτή τη δουλειά εξακολουθεί να κάνει και μέχρι σήμερα. Διατυπώνονται διάφορες θεωρίες μεταξύ καλλιτεχνικής έκφρασης και εικόνας. Είτε γιατί, όταν ανοίξαμε κάπως τα μάτια μας και σηκώσαμε το κεφάλι στον ουρανό μείναμε έκθαμβοι από την ομορφιά της Φύσης και μας μπήκε στο μυαλό η τρέλα να την αντιγράψουμε και την κρατήσουμε εσαεί για τον εαυτό μας. Είτε γιατί, αντιγράφοντας νομίσαμε (κούνια που μας κούναγε), ότι θα τη γνωρίσουμε καλύτερα, είτε γιατί το ομοίωμα ήταν πάντοτε και μέχρι σήμερα ασφαλές μέσο εξορισμού των «κακών ή δαιμονικών δυνάμεων» που εν αφθονία περικλείει η Φύση.

Οτιδήποτε και αν συμβαίνει ο Πολιτισμός ανέκαθεν από εκατοντάδες αιώνες και προπαντός σήμερα παράγει, αναπαράγει, διαστρεβλώνει εικόνες, πιστεύοντας ότι οι εικόνες αυτές δεν είναι αυθαίρετες αλλά πηγάζουν από κάποια «πραγματικότητα» ή απλώς από τη νεύρωση, τα όνειρα ή τη φαντασία του καλλιτέχνη που και αυτά είναι εξίσου ισχυρές πραγματικότητες. Στρογγυλεύουμε κάπως τις έννοιες και τις διαδικασίες για να φτάσουμε γρήγορα και ομαλά στο «διά ταύτα».

Ετσι ο χορός, η μουσική (η πιο αφηρημένη από όλες τις τέχνες), η γλυπτική, η ζωγραφική, η αρχιτεκτονική, το θέατρο, η ποίηση, από τα αρχαιότατα χρόνια μέχρι και σήμερα παράγουν και συσσωρεύουν εικόνες που σήμερα συγκεντρώνονται σε μουσεία και σε άλλα κατάλληλα ενδιαιτήματα, τα επισκεπτόμαστε και τα θαυμάζουμε και μας ευφραίνουν. Και ενδεχομένως μας κάνουν καλύτερους. Αλλον πρακτικό σκοπό δεν βρίσκω να έχει ο Πολιτισμός. Εν τούτοις, πολύ νωρίς συνδέθηκε με τη θρησκεία και από τότε και μέχρι σήμερα αποτέλεσε τη μεγάλη δοξολογία της. Εκεί φαίνεται πως συνάντησε και τις πρώτες εκ παραδόσεως «θρησκευτικές οικογένειες» που εύκολα και γρήγορα μετατράπηκαν σε «πολιτισμικές» – εξουσιαστικές. Αν προσθέσουμε και τον κινηματογράφο, την πιο σύγχρονη και δαιμονική παραγωγή εικόνων, που συναιρεί όλες τις άλλες έχουμε το σύνολο που αποτελεί το corpus ενός υπουργείου Πολιτισμού. Με την απλή λογική πουθενά δεν συναντάμε τον Τουρισμό.

Θα τον συναντήσουμε, τον Τουρισμό και πολλές άλλες δραστηριότητες αν αποδώσουμε στον Πολιτισμό τη χρησιμοθηρία, κάποιον πρακτικό σκοπό που να τον καταλαβαίνουμε όλοι. Ας πούμε: τι να τις κάνουμε τις αρχαιότητες αν έχουν μόνο έξοδα και καθόλου έσοδα; Αν τοποθετήσουμε έτσι το ζήτημα, αμέσως ξεπροβάλλει ο Τουρισμός, οι τουρίστες που θα επισκεφθούν τη χώρα μας για να επισκεφθούν τις αρχαιότητες και να μας αφήσουν τα χρήματά τους! Με αυτή τη λογική μπορούμε να βρούμε πλήθος άλλων παράλληλων δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τη χρησιμοθηρική βουλιμία του Πολιτισμού, όταν την έχει ή αν πρέπει να την αποκτήσει.

Ο Τουρισμός είναι μια καθαρά, οικονομική και επιχειρηματική δραστηριότητα και για τη χώρα μας αποτελεί σοβαρή πηγή πλούτου. Εχει να κάνει με κεφάλαια, με κόστος και επενδύσεις, με ζημιές και κέρδη, όπως και κάθε άλλη οικονομική και επιχειρηματική δραστηριότητα. Εχει ανάγκη από κρατικές ρυθμίσεις, κρατική προστασία ενδεχομένως και από ενισχύσεις. Κατά βάση όμως παραμένει, και ευτυχώς, ιδιωτική οικονομική και επιχειρηματική δραστηριότητα. Αν θα πρέπει να στεγασθεί σε κάποιο υπουργείο θα έβρισκε τη θέση του σε αυτό το διευρυμένο υπουργείο Οικονομίας ή Ανάπτυξης που δεν συγκρατώ ακόμη την επίσημη ονομασία του. Δεν έχει καμιά θέση στο υπουργείο Πολιτισμού.

Δεν θα ξεκινούσα αυτή τη συζήτηση, θα τη θεωρούσα εντελώς περιττή, αν δεν με κατέτρωγε, από χρόνια, μια υποψία: Οτι πίσω από αυτές τις «αθώες» ή και «χρήσιμες» συζεύξεις κρύβεται μια στρεβλή άποψη για τον Πολιτισμό που αδικεί τον ίδιο αλλά και τον Τουρισμό.

Ηδη, από τη δεκαετία του ’50 πολιτικά ο πολιτισμός αντιμετωπίζεται σαν ένα κακό που μας βρήκε και τι να κάνουμε, θα το υποφέρουμε. ΄Η σαν μια άχρηστη πολυτέλεια για την οποία μπορούμε να υπερηφανευόμαστε, να λέμε τα γνωστά και τόσο ανόητα, ότι εμείς χτίζαμε Παρθενώνες όταν άλλοι ζούσαν σε σπηλιές. Αλλη άχρηστη πολυτέλεια που όταν περιπλέκεται στη ζωή μας (π.χ. όταν πρόκειται να κτίσουμε μια πολυκατοικία) μας κάνει αμήχανους και εχθρικούς. Ψάχνουμε πάντοτε να βρούμε ότι έχει κάποιον «πρακτικό σκοπό», κάποια χρησιμότητα ώστε να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι επιτέλους είναι ο πολιτισμός και ποια είναι η δουλειά του υπουργείου Πολιτισμού.

Ποια, πράγματι, είναι η δουλειά του υπουργείου Πολιτισμού που εξαιτίας όλων των παραπάνω στρεβλώσεων θεωρείται (από κάθε άποψη και κυρίως οικονομική) το αποπαίδι της κάθε κυβέρνησης; Το ερώτημα προκαλεί πολλές διαπιστώσεις και σκέψεις και θα επανέλθουμε την επόμενη Κυριακή.

  • Γράφει ο Aντωνης Καρκαγιαννης, Η Καθημερινή, 11/10/2009
 

Δωρεά Νιάρχου

Αν μου πείτε ότι ο μακαρίτης Σταύρος Νιάρχος υπήρξε ένας σκληρός κεφαλαιοκράτης, που «έπινε το αίμα του λαού» και έτσι σχημάτισε μια τεράστια περιουσία, να το συζητήσουμε. Εστω και αν φαντάζει σαν απλοϊκή ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων, μάλλον περιττή και άχρηστη.

Αν όμως μου πείτε ότι το σεβαστό ποσό που άφησε ο Σταύρος Νιάρχος για να ανεγερθεί, επιτέλους, Λυρική Σκηνή στην Αθήνα έχει άλλη ιδεολογική ή πολιτική σκοπιμότητα πέραν αυτής που ορίζει ο διακηρυγμένος σκοπός της δωρεάς, τότε δεν είναι μόνο απλοϊκή και άχρηστη ερμηνεία αλλά και χονδροειδής στρέβλωση της ίδιας της έννοιας που θα μπορούσε να έχει η ιδεολογία και η πολιτική. Και αν ακόμα σκεφτόταν κανείς ότι ο μακαρίτης άφησε αυτό το ποσό με την προσδοκία (ποια προσδοκία;) ότι θα συγχωρηθούν οι αμαρτίες, πάλι δεν μας αφορά, ο Αγιος Πέτρος θα το αποφασίσει! Εμείς πρέπει να αποφασίσουμε για τη Λυρική Σκηνή, να ανεγερθεί σε κατάλληλο οικόπεδο, να είναι ένα αρχιτεκτονικά αξιοπρόσεκτο κτίσμα και προπαντός να εξασφαλισθούν όροι της απρόσκοπτης λειτουργίας του. Να αποτελέσει κέντρο μουσικής απόλαυσης αλλά και μουσικής παιδείας.

Ομολογώ ότι δεν μπορώ να καταλάβω τα ιδεολογικά και τα πολιτικά προσκόμματα που εμπόδισαν το ΚΚΕ και τον ΣΥΡΙΖΑ να ψηφίσουν στη Βουλή υπέρ της δωρεάς και των σκοπών της. Τους ακολούθησαν και οι συνδικαλιστές της Λυρικής Σκηνής, αλλά αυτούς εν μέρει τους καταλαβαίνω γιατί συνήθως επιβιώνουν και ευδοκιμούν σε περιβάλλον κρατικής παρακμής και ραστώνης και δικαιολογημένα ανησυχούν μήπως αυτή η μεταθανάτια ιδιωτική δωρεά αμφισβητήσει τα «κεκτημένα». Αν το καλοσκεφθείτε, σε όλες τις μορφές της ζωής, ιδιωτικής ή συλλογικής, δεν υπάρχει πια αντιδραστική στάση από την υπεράσπιση των «κεκτημένων». Οσο για τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος έφτασε στο σημείο να καθαιρέσει επί τόπου τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο γιατί δεν πειθάρχησε στη γραμμή και να τον αντικαταστήσει, από χρόνια έχω την απορία για ποιο ουσιαστικό λόγο αποσχίσθηκαν από το ΚΚΕ. Εκεί τουλάχιστον θα είχαν αποφύγει τον πολιτικό διασυρμό.

Με θλίψη θα υπενθυμίσω ότι παρόμοιες «ιδεολογικές» (αλλά και υστερόβουλες) αντιρρήσεις καθήλωσαν επί είκοσι χρόνια τη δωρεά Γουλανδρή για την ανέγερση Πινακοθήκης που θα στέγαζε μοναδική και πολύτιμη συλλογή πινάκων. Μένουν αναξιοποίητες και η δωρεά και η συλλογή.

Αυτές οι δωρεές των «πλουσίων» κρύβουν πράγματι κάποια «ιδεολογία», βαθιά ριζωμένη στον λαό. Τα ιδρύματα, τα κληροδοτήματα και οι δωρεές είναι «μια άλλη Ελλάδα» όχι και τόσο γνωστή και αρκετά παραμελημένη. Είναι η άλλη πλευρά της επιτυχίας που δεν θέλουμε και δεν μας επαρκεί να τη χαρούμε εγωιστικά. Πολλοί θέλουν κάτι να κάνουν και να το αφήσουν στο σύνολο, το ευρύτερο ή το στενότερο, στο χωριό απ’ όπου ξεκίνησαν. Ο Βαρβάκης έγραφε στη διαθήκη του «είμαι ολιγογράμματος» για να εξηγήσει γιατί αφήνει ένα τεράστιο ποσό για να μαθαίνουν γράμματα τα παιδιά του λαού.

  • Tου Aντωνη Kαρκαγιαννη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 24/07/2009
 

Το νέο Μουσείο…

  • Tου Aντωνη Kαρκαγιαννη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25/6/2009
  • Η στήλη αυτή, στο παρελθόν, συνδέθηκε με τον αγώνα αρχαιολόγων, ιστορικών, αρχιτεκτόνων, πολεοδόμων, να μην ανεγερθεί το Μουσείο της Ακρόπολης στο οικόπεδο Μακρυγιάννη. Οι λόγοι ήταν κυρίως δύο, όπως τους εξέθεταν οι ειδικοί: πρώτο ότι το οικόπεδο αυτό, με το ογκώδες κτίσμα Βάιλερ και μερικά άλλα κτίσματα που θα έπρεπε να διατηρηθούν (και διατηρήθηκαν) ήταν μικρό και ανεπαρκές για το νέο Μουσείο. Γινόταν μικρότερο και ανεπαρκέστερο, καθώς ήταν «σφηνωμένο» σε πυκνοκατοικημένη περιοχή, χωρίς άνετη πρόσβαση και ελεύθερους χώρους.

Ο δεύτερος λόγος ήταν σημαντικότερος: το οικόπεδο Μακρυγιάννη ήταν ήδη αρχαιολογικός χώρος, διαπιστωμένος και βέβαιος. Με αρχαιολογική διαστρωμάτωση από τα προκλασικά χρόνια μέχρι τα πρωτοχριστιανικά και βυζαντινά. Οι υπεύθυνοι τότε είπαν ότι θα προκληθεί αρχαιολογική ανασκαφή και τα ευρήματα θα ταξινομηθούν, θα μελετηθούν και θα διαφυλαχθούν. Το νέο Μουσείο κατάλληλα θα θεμελιωθεί πάνω στον ανασκαφέντα αρχαιολογικό χώρο. Αυτή η διαδικασία πράγματι ακολουθήθηκε. Τι βρέθηκε, τι μελετήθηκε και πώς διαφυλάχθηκε δεν το γνωρίζω. Πιστεύω ότι όλα έγιναν όπως πρέπει. Κάποιος αρχαιολόγος μού είπε τότε ότι σε κάθε ανασκαφή ανακύπτει ένα ιδεολογικό πρόβλημα πολύ σοβαρό: τι ψάχνουμε και τι έχουμε δικαίωμα να καταστρέψουμε για να βρούμε αυτό που ψάχνουμε. Τους 2-3 τελευταίους αιώνες ψάχνουμε κυρίως κλασικές και προκλασικές αρχαιότητες, γιατί σε αυτές αποδίδει μεγάλη σημασία ο σύγχρονος πολιτισμός μας. Ψάχνοντας αυτές προκλήθηκαν μεγάλες καταστροφές στα επικείμενα στρώματα, χωρίς να γνωρίζουμε αν οι επόμενες γενεές θα τα αξιολογήσουν διαφορετικά. Η αρχαιολογική διαστρωμάτωση από μόνη της είναι σοβαρό τεκμήριο και είναι μάλλον βέβαιο ότι στο οικόπεδο Μακρυγιάννη καταστράφηκε ή θάφτηκε.

Αυτές ήταν κυρίως οι αντιρρήσεις και εξακολουθώ να πιστεύω ότι ήταν σοβορές και ενδεχομένως να αποδειχθούν σοβαρότερες στο μέλλον όταν το νέο Μουσείο θα συγκεντρώσει πλήθος επισκεπτών. Η άμεση γειτνίασή του με τον Βράχο της Ακρόπολης ενδεχομένως μας οδηγήσει σε απογοητευτικές συγκρίσεις μεγεθών, χρωμάτων και συμβολισμών…

Δεν είναι όμως ώρα για μεμψιμοιρίες και όσα γράφουμε είναι περισσότερο απολογία, παρά εμμονή. Ολοι βεβαιώνουν ότι το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης με τα ιερά εκθέματα στην κατάλληλη θέση είναι επιβλητικό. Ως λαμπρά έχουν περιγραφεί και τα εγκαίνια από τον ελληνικό και ξένο Τύπο. Θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι είχαν περισσότερο κοσμικό χαρακτήρα (μερικές κοσμικές νότες έβγαζαν μάτι) παρά πνευματικό, όπως θα ταίριαζε ειδικά σε αυτό το Μουσείο. Αλλοι ενοχλήθηκαν από τη βαλκανική πολιτική μας απομόνωση. Αυτά όμως δεν έχουν σχέση με το Μουσείο και την ουσία του, το περιεχόμενό του και ευχόμαστε η λειτουργία του αυτό ακριβώς το περιεχόμενο να αναδείξει κάνοντάς το μέρος οικουμενικής παιδείας.

Ακουσα σχολιαστή της τηλεόρασης να επαινεί με ενθουσιασμό την απόδραση των ιερών εκθεμάτων από την αιώνια ακινησία τους και τη «χαριτωμένη» ηλεκτρονική περιπλάνησή τους στις παρακείμενες πολυκατοικίες όπου… κάλπαζαν τα άλογα της Ζωφόρου και οι Καρυάτιδες με νόημα σού… κλείνουν το μάτι. Σκέφτομαι ότι αυτή η «αιώνια ακινησία», όπως αναδύεται από ένα χάος εκδοχών είναι το μεγάλο τους μυστικό, το αίνιγμα που μας καλούν να λύσουμε. Στο κάτω-κάτω το Μουσείο της Ακρόπολης εγκαινιάσαμε, όχι την Ντίσνεϊλαντ!..