RSS

Category Archives: Μουσείο Μπενάκη

Εκδηλώσεις στο Μουσείο Μπενάκη

Το Μουσείο Μπενάκη ανακοίνωσε τα νέα ωράρια λειτουργίας του. Το κεντρικό κτίριο (Κουμπάρη 1) από σήμερα και κάθε Σαββάτο θα λειτουργεί 9.00- 24.00. Κάθε Τετάρτη, Παρασκευή 9.00 – 17.00. Πέμπτη: 9.00 – 24.00. Κυριακή: 9.00 – 15.00. Κλειστό: Δευτέρα, Τρίτη και αργίες (25 Μάρτη, 1 Μάη, 28 Οκτώβρη, 25-26 Δεκέμβρη, 1 και 6 Γενάρη, Καθαρή Δευτέρα, Κυριακή και Δευτέρα του Πάσχα, Αγίου Πνεύματος). Το πωλητήριο παραμένει ανοιχτό κάθε Δευτέρα (ώρες λειτουργίας του χώρου). Σημειώνουμε ότι το Μουσείο σε συνεργασία με τον Πλάτωνα Ριβέλλη και τον «Φωτογραφικό Κύκλο» στην Πειραιώς 138 διαθέτει καλλιτεχνικές φωτογραφίες.

Το μουσείο θα πραγματοποιήσει τις παρακάτω εκδηλώσεις – Κουμπάρη 1: 13, 20, 27/11 (7.30 μ.μ.) διαλέξεις με θέμα «Κεραμεική από την Κίνα». Πειραιώς 138: 15/11: «Από τους απλούς φωτογράφους σε απλούς αγοραστές». Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης: 16/11 (9 μ.μ.) μουσική βραδιά «Οταν η ινδική μουσική συναντά τα ρεμπέτικα τραγούδια».Κουμπάρη 1: 19, 26/11 (7.30 μ.μ.): αρχαιολογικές ομιλίες με θέμα «Πορεία μετάλλαξης: Από την αρχαιότητα έως σήμερα» και ομιλητές, αντίστοιχα, τους Εβη Τουλούπα και Μιχάλη Φωτιάδη. Πειραιώς 138: 23/11 (7 μ.μ.) παρουσίαση του βιβλίου του Ιστορικού Τέχνης Αντώνη Κωτίδη «Μοντερνισμός και παράδοση στην ελληνική μεταπολεμική και σύγχρονη Τέχνη». 25/11 (11 π.μ.) προβολή του ντοκιμαντέρ του Βασίλη Λουλέ «Φιλιά στα παιδιά».

 

Απάντηση Δεληβορριά για δαπάνες σε Μπενάκη

ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ. Την απάντηση του κυρίου Αγγελου Δεληβορριά, διευθυντού του Μουσείου Μπενάκη, προκάλεσαν δημοσιεύματα τα οποία δημιούργησαν μιαν «απαράδεκτα εσφαλμένη εντύπωση», καθώς ήθελαν το Μουσείο Μπενάκη να επιχορηγείται με 3,6 εκατομμύρια ευρώ από το υπουργείο Πολιτισμού.

Η αφορμή για τα δημοσιεύματα αυτά ήταν έκθεση στις ΗΠΑ με τίτλο «Η Ελλάδα του Βυζαντίου». «Στην πραγματικότητα το ποσό αυτό», σημειώνει σε επιστολή του ο κ. Αγγ. Δεληβορριάς, «όταν τελικά διατεθεί, θα απορροφηθεί σταδιακά για να πραγματοποιηθεί έκθεση την οποία αποφάσισε και την οποία διοργανώνει το υπουργείο Πολιτισμού».

Η έκθεση αυτή, με τίτλο «Η Ελλάδα του Βυζαντίου», θα παρουσιασθεί το 2013 σε σημαντικά μουσεία των ΗΠΑ και την ευθύνη της έχει αναλάβει μια μεγάλη οργανωτική επιτροπή με επίλεκτα στελέχη του ΥΠΠΟΤ καθώς και του Μουσείου Μπενάκη. «Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι είναι από κάθε άποψη σημαντικό ότι διοργανώνεται ένα τόσο μεγάλης κλίμακας και διεθνούς εμβέλειας εκθεσιακό γεγονός, το οποίο δεν κρατήθηκε καθόλου ως “επτασφράγιστο μυστικό”», προσθέτει ο κ. Αγγ. Δεληβορριάς. «Στοιχειώδεις κανόνες σοβαρότητας υπαγορεύουν σε όσους ασχολούνται υπεύθυνα με τέτοια ζητήματα, προ των ανακοινώσεων, να έχουν ολοκληρώσει τουλάχιστον το σκεπτικό, αν όχι και τη δομή, κυρίως όμως ένα μεγάλο μέρος από την επιλογή των προς έκθεση έργων.

»Οι σχετικές δαπάνες προβλέπεται να διατεθούν μέσα στην τριετία που απαιτείται για την πραγμάτωση του φιλόδοξου εγχειρήματος, για την προετοιμασία, την επιστημονική μελέτη, τις απαραίτητες μετακινήσεις, τις μεταφορές και τις συντηρήσεις των αντικειμένων, τις φωτογραφίσεις και τις ψηφιακές εφαρμογές, τις συγγραφικές, μεταφραστικές και εκδοτικές εργασίες, τις ασφάλειες κ.λπ.

»Για να διαλυθούν, τέλος, οι παρανοήσεις σχετικά με το ύψος της σχετικής δαπάνης, είμαι υποχρεωμένος να θυμίσω σε όσους το επικαλούνται ότι το μεγαλύτερο μέρος των ποσών που απαιτήθηκαν για τις περίφημες βυζαντινές εκθέσεις του Metropolitan Museum of Art της Νέας Υόρκης, λ.χ., εξασφαλίστηκε από χορηγίες ελληνικών πηγών. Ακόμη, ότι στις εκθέσεις αυτές δεν ήταν η ελληνική πλευρά εκείνη που είχε προσδιορίσει τον άξονα του σκεπτικού και το γενικότερο πνεύμα της προβολής των επιμέρους θεμάτων».

Επιπροσθέτως, ο κ. Αγγ. Δεληβορριάς υπογραμμίζει ότι «οι υπαινιγμοί σε βάρος της Αιμιλίας Γερουλάνου είναι ανεπίτρεπτοι. Η κυρία Γερουλάνου είναι μέλος της διοικητικής επιτροπής του Μουσείου Μπενάκη από το 2000 και πρόεδρος από το 2005, και ελπίζω ότι οι συντάκτες των δημοσιευμάτων δεν υπονοούν πως θα έπρεπε να αλλάξει η σύνθεση της διοικητικής επιτροπής του ιδρύματος προκειμένου να συμμετάσχει το Μουσείο Μπενάκη στην οργάνωση της συγκεκριμένης εκθέσεως.

»Το κατά πόσο τέτοιες εκθέσεις που διέπονται από διεθνείς πρακτικές πολιτιστικής επικοινωνίας είναι σημαντικές και προάγουν ή όχι τα ουσιαστικά συμφέροντα μιας χώρας, επαφίεται στη νοητική εμβέλεια αυτών που τις αποτιμούν». [Η Καθημερινή, 1/4/2001]

 
Leave a comment

Posted by on April 1, 2011 in Μουσείο Μπενάκη

 

Tα βουλγαρικά πιάτα μάλλον δεν ήταν καθαρά

  • Οι Βούλγαροι ζητούν τα βυζαντινά πιάτα

Η βουλγαρική Δικαιοσύνη εξέδωσε απόφαση κατάσχεσης των εννέα βυζαντινών πιάτων που αγόρασαν το 2004 τρία ελληνικά μουσεία, με δημόσιο έρανο και συμβολή του υπουργείου Πολιτισμού, από Ελληνα συλλέκτη του Λονδίνου. Οι Βούλγαροι ισχυρίζονται ότι τα πιάτα είναι προϊόν λαθρανασκαφής του 1999 και παράνομης εξόδου από τη χώρα τους. Μιλά στην «Κ» ο πωλητής τους, Θεόδωρος Σαρμάς, που είναι έτοιμος να προσκομίσει νέα στοιχεία για το πώς ήρθαν στην κατοχή του.

Η Ελλάδα εμφανίζεται συνήθως να ζητάει πίσω αρχαιότητες που έχουν καταλήξει με ύποπτους τρόπους σε μουσεία του εξωτερικού. Είναι όμως η πρώτη φορά που μια ξένη χώρα, η Βουλγαρία, με απόφαση δικαστηρίου ζητάει να κατασχεθούν εννέα βυζαντινά πιάτα –ως προϊόντα λαθρανασκαφής και παράνομης εξαγωγής από το έδαφός της– που ανήκουν στο Μουσείο Μπενάκη, στο Βυζαντινό & Χριστιανικό Μουσείο στην Αθήνα καθώς και στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης.

Είμαστε λοιπόν μπροστά σε μια είδηση που αντιστρέφει τους συνηθισμένους ρόλους και φέρνει την Ελλάδα σε δυσχερή θέση για έναν ακόμα λόγο, πέραν του προφανούς. Τα εννέα πιάτα αγοράστηκαν το 2004 με δημόσιο έρανο, στον οποίο συνεισέφεραν χιλιάδες Ελληνες πολίτες. Ανάμεσά τους ήταν και ο πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, που είχε τότε καταθέσει σημαντικό μέρος της βουλευτικής του αποζημίωσης.

  • Eντολή κατάσχεσης

Έως πριν από λίγο καιρό, όλα τα πιάτα βρίσκονταν στη μόνιμη έκθεση του Μουσείου Μπενάκη, αλλά τώρα έχουν αποσυρθεί από την κοινή θέα, μέχρι να επιλυθεί το ζήτημα. Οι βουλγαρικές αρχές, με βάση την απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Πάζαρντζικ που ανακοινώθηκε προχθές, έδωσαν εντολή για κατάσχεση των εννέα πιάτων που βρίσκονται στη χώρα μας. Η κατάσχεση μπορεί να προχωρήσει χάρις σε έναν ειδικό νόμο της Ε. Ε., τον οποίον όμως δεν έχει υιοθετήσει ακόμη η Ελλάδα. Τα τρία ελληνικά μουσεία δεν έχουν εκδώσει ακόμα καμιά επίσημη ανακοίνωση, περιμένοντας να συνεννοηθούν πρώτα με το υπουργείο Πολιτισμού και το υπουργείο Εξωτερικών.

Η ιστορία ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2003, με μια κοινή συνέντευξη Τύπου, όπου οι τρεις διευθυντές μουσείων ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να αποκτήσουν τα πιάτα, που είχε Ελληνας συλλέκτης του Λονδίνου, αξίας 2.200.000 ευρώ. Το ΥΠΠΟ δεσμεύτηκε να δώσει το ήμισυ του ποσού και τα υπόλοιπα συγκεντρώθηκαν με δημόσιο έρανο. Πωλητής ήταν ο Θεόδωρος Σαρμάς, μόνιμος κάτοικος Βρετανίας. Το όνομά του αναγράφεται στον κατάλογο των δωρητών του μουσείου και είναι από τους συλλέκτες που είχαν πουλήσει αντικείμενα στο Μπενάκη. Ισχυρίζεται ότι τα πιάτα είναι στην κατοχή της οικογένειας πάνω από 100 χρόνια, αποτελούσαν το προσωπικό του σερβίτσιο, που αναγκάστηκε να πουλήσει για οικονομικούς λόγους.

Το 2006, ο λονδρέζικος οίκος δημοπρασιών Christie’s έβγαλε στο σφυρί ένα παρόμοιο πιάτο. Μετά από δημοσιεύματα του βουλγαρικού Τύπου, ένας αγρότης, ονόματι Νάιντεν Μπλάνκεφ, δήλωσε δημόσια ότι το πιάτο μαζί με άλλα δώδεκα ανακαλύφθηκε από τον ίδιο σε λαθρανασκαφή στο Πάζαρντζικ το 1999. Οι λεπτομερείς περιγραφές που έδωσε ο τελευταίος στη Δικαιοσύνη, πολύ προτού βγουν στη δημοσιότητα τα πιάτα που αγόρασε η Ελλάδα, έκανε τη βουλγαρική πλευρά να σχηματίσει δικογραφία για τα αποκτήματα των τριών μουσείων.

  • Ο κ. Θεόδωρος Σαρμάς

Η «Κ» επικοινώνησε με τον Θεόδωρο Σαρμά, ο οποίος παλαιότερα είχε τεκμηριώσει την κατοχή του θησαυρού, προσκομίζοντας απλώς μια επιστολή του πατέρα του για κληρονομικά θέματα, στην οποία όμως δεν γινόταν ειδική μνεία για τα πιάτα, γεγονός που θα έπρεπε να προβληματίσει τα ελληνικά μουσεία. Δεν είναι δυνατόν να κατηγορούμε τα ξένα μουσεία για έλλειψη δεοντολογίας και να είμαστε τόσο ελαστικοί όταν έρχεται η σειρά μας να αγοράσουμε αρχαιολογικά ευρήματα. Σήμερα, ο Σαρμάς ισχυρίζεται ότι έχει και τη διαθήκη του πατέρα του, με ημερομηνία 21/06/1963, όπου αναφέρονται δεκαεπτά και όχι δεκατρία μόνο πιάτα (αριθμό που έδωσε στην κατάθεσή του ο Βούλγαρος αγρότης) και θα καταθέσει το έγγραφο στη Δικαιοσύνη.

«Γνωρίζω τον Αγγελο Δεληβορριά εδώ και πολλές δεκαετίες. Εχω δωρίσει αντικείμενα στο μουσείο, ένα σπάνιο χρυσό αρμενικό νόμισμα, βυζαντινά κεραμικά κ. ά. Οι Βούλγαροι ψεύδονται. Εννέα πιάτα είναι στο μουσείο, πέντε στην κατοχή μου, δύο στη Γερμανία και ένα που βγήκε για πλειστηριασμό».

Ο Βούλγαρος εισαγγελέας Μίχοφ, που έχει επιφορτισθεί με την υπόθεση, δήλωσε στην «Κ»: «Eδώ και πολύ καιρό έχουμε ζητήσει τη συνεργασία των ελληνικών αρχών, που είναι ελάχιστη». Το θέμα είναι, αν επιστραφεί ο θησαυρός στη Βουλγαρία, ποιος θα αποζημιώσει τους Ελληνες πολίτες για τα χρήματα που έδωσαν στον έρανο; Μπορεί οι προθέσεις των τριών μουσείων να ήταν αγαθές, αλλά ο χειρισμός του λεπτού θέματος δεν ήταν ο ενδεδειγμένος. [Της Μαργαρίτας Πουρναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 12/03/2009]

 

«Χρυσόμαλλον δέρας», μύθος και αλήθεια

Στα 1876, μια δυνατή βροχή στο Βάνι, στους λόφους του Μικρού Καυκάσου (Δυτική Γεωργία), έκανε τη γη να «ξερνά» χρυσάφι, ασήμι, χαλκό… Οχι αδούλευτα, αλλά λεπτουργημένα. Κοσμήματα «τέχνης λεπτής», όπως θα ‘λεγε ο ποιητής, αλυσίδες, νομίσματα, λογής λογής οικιακά σκεύη, συμβολιστικά και διακοσμητικά αντικείμενα. Ενας τεράστιος θησαυρός μέσα στη λασπωμένη γη κι οι κάτοικοι του Βάνι απορώντας κι αγνοώντας το …«πόθεν έσχες», άρπαζαν ό,τι μπορούσαν και το μοσχοπουλούσαν. Αγνωστος παραμένει ο αριθμός των πουλημένων – τότε ή σε μετέπειτα χρόνια – αντικειμένων, που ξεβράστηκαν από τάφους και ιερά των αρχαίων χρόνων. Πόσο αρχαίων χρόνων, άραγε και ποιων συγκεκριμένα; Από τον 5ο έως και τον 2ο π. Χ. αιώνα. Μα και από προηγούμενους αιώνες. Από την εποχή της Κολχίδας των μύθων, όπως διαπιστώθηκε με συστηματικές ανασκαφές στα τέλη του 19ου αιώνα και κυρίως μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εντεύθεν, στο Βάνι (Σούριουμ το αποκαλεί ο Πλίνιος, Λευκοθέα άλλες πηγές, ενώ το αναφέρει και ο Στράβων), νότια του ποταμού Ριόνι (στην αρχαιότητα λεγόταν Φάσης). Η περιοχή αυτή ταυτίζεται με το θρησκευτικό κέντρο της αρχαίας Κολχίδας, τουλάχιστον από τον 8ο π. Χ. αιώνα, εποχή που οι Ελληνες αρχίζουν να ιδρύουν αποικίες κατά μήκος των ακτών της Μαύρης Θάλασσας. Οι μακρόχρονες συστηματικές ανασκαφές, λοιπόν, απέδειξαν την ιστορικο – διαλεκτική «αφετηρία» των ομηρικών μύθων. Απέδειξαν ότι οι μύθοι περί της Αργοναυτικής Εκστρατείας (2η χιλιετία), περί της αρπαγής του χρυσόμαλλου δέρατος, περί της προδομένης – από τον άρπαγα Ιάσονα – Μήδειας, «πήγασαν» από πραγματικά γεγονότα.Ο λόγος για την πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση αρχαίων αντικειμένων από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Γεωργίας (Τιφλίδας), με τίτλο «Από τη γη του Χρυσόμαλλου Δέρατος: ταφικοί θησαυροί από την αρχαία Γεωργία», που παρουσιάζεται στο Μουσείο Μπενάκη (Κουμπάρη 1, διάρκεια έως 6/4), με τη φροντίδα της Ειρήνης Παπαγεωργίου (επιμελήτρια των Προϊστορικών, Κλασικών, Αρχαίων και Ρωμαϊκών Συλλογών του Μουσείου Μπενάκη). Η έκθεση περιλαμβάνει, περίπου, 150 πολύτιμα, αντιπροσωπευτικά αντικείμενα – «τεκμήρια» των στρατηγο – πολιτικο – οικονομικών, αλλά και των πολιτισμικών δεσμών και αλληλεπιδράσεων μεταξύ του αρχαιοελληνικού κόσμου και της ευρύτερης περιοχής της αρχαίας Κολχίδας, μεγάλου οικονομικού και θρησκευτικού κέντρου, που προστατευόταν από τείχη και καταστράφηκε τον 1ο π. Χ. αιώνα. Οι προαναφερόμενες αλληλεπιδράσεις μεταξύ των δύο λαών είναι ολοφάνερες – θεματολογικά και μορφολογικά – ιδιαίτερα στην τέχνη της αργυροχρυσοχοΐας. Χαρακτηριστικό, λ.χ, είναι το χρυσό δαχτυλίδι – σφραγίδα, χρονολογούμενο μεταξύ 325 – 300 π. Χ., που φέρει την ελληνική επιγραφή «ΔΕΔΑΤΟΣ» και βρέθηκε σε τάφο πολεμιστή. Τα περισσότερα από τα εκτιθέμενα αντικείμενα βρέθηκαν σε ιερά κτίρια και τάφους του 5ου και 4ου π. Χ., που περιείχαν πλούτο κτερισμάτων (χρυσά, ασημένια, χάλκινα, κεραμικά, κ.ά.), που καταδεικνύουν και την υιοθέτηση ελληνικών ταφικών εθίμων αλλά και θεοτήτων (λ.χ. βρέθηκαν χάλκινα γλυπτά εξαρτήματα με τη μορφή Πάνα, Σατύρου, Μαινάδας, πήλινη μήτρα για την κατασκευή κεφαλής Σιληνού, ειδώλιο Σατύρου, χάλκινο αγαλματίδιο της φτερωτής θεάς Νίκης, κ.ά.). Οι νεκροί της άρχουσας τάξης θάβονταν ντυμένοι με νεκρικό ένδυμα και στολισμένοι με πολλά βαρύτιμα χρυσά κοσμήματα και περιτριγυρισμένοι με διάφορα εντυπωσιακά διακοσμητικά κτερίσματα (από την Αττική αλλά και από άλλες πόλεις της Μαύρης Θάλασσας και της Περσίας).

Η πλουσιότατη, όχι μόνο σε πολύτιμα μέταλλα, αλλά και σε ξυλεία και λινά υφάσματα Κολχίδα και ο πόθος του αρχαιοελληνικού στρατιωτικο – οικονομικού επεκτατισμού να τη βάλει στο χέρι …«έπλεξαν» συμβολικά το μύθο του «χρυσόμαλλου δέρατος», που κι αυτό αφθονούσε στην Ταυρίδα – και το οποίο χρησιμοποιούνταν για τη συλλογή και μεταφορά των ψηγμάτων χρυσού και αργύρου, που από τα έγκατα της γης κουβαλούσε η ποταμίσια άμμος. Ο Στράβων έγραφε ότι οι κάτοικοι της «πολύχρυσης» Κολχίδας «τοποθετούσαν δέρματα προβάτων στα ρεύματα των ποταμών, ώστε η λανολίνη τους να μαγνητίζει τους κόκκους του μετάλλου». Κατ’ άλλη εκδοχή, όπως αναφέρεται στον ομότιτλο επιστημονικό κατάλογο της έκθεσης, ο μύθος του χρυσόμαλλου δέρατος μπορεί να παραπέμπει στο γενικότερο ορυκτό πλούτο της Κολχίδας, όπου προϋπήρχε παράδοση επεξεργασίας σιδήρου, χαλκού και πολύτιμων μετάλλων.

Το «χρυσόμαλλο δέρας», λοιπόν, που άρπαξαν οι Αργοναύτες, με τη βοήθεια της ερωτοπλανεμένης από τον Θεσσαλό Ιάσονα, Μήδειας (κόρης του βασιλιά της Κολχίδας, Αιήτη), προς όφελος των ελληνικών πόλεων – κρατών, ήταν χρυσάφι, και όχι μόνον. Αυτή η αρπακτική εκστρατεία άνοιξε το δρόμο και για την εμπορικο – οικονομικο – στρατιωτική εισχώρηση των Ελλήνων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολής, τους επόμενους αιώνες, ιδίως στους ελληνιστικούς χρόνους, καθώς η Κολχίδα γειτόνευε με τις αυτοκρατορίες των Ασσυρίων και της Περσίας και τους Σκύθες και προστατευμένη από τα όρη του Καυκάσου, εξασφάλιζε ένα «δρόμο» προς την κεντρική Ασία και την Ινδία

  • Α. ΕΛΛΗΝΟΥΔΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 1 Μάρτη 2009