RSS

Category Archives: Πολιτισμός και ΚΚΕ

Κρατικός Προϋπολογισμός για τον Πολιτισμό. Στην πεπατημένη αντιδραστική ρότα

  • Καταψήφισε το ΚΚΕ το σχεδιασμό για το 2012 που ενισχύει τους επιχειρηματικούς ομίλους

Από κινητοποίηση αγωνιστικών σωματείων τον περσινό Οκτώβρη

Στις σημερινές συνθήκες όξυνσης και γενίκευσης της καπιταλιστικής κρίσης στο επίπεδο της ΕΕ ο Προϋπολογισμός έρχεται να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του κεφαλαίου για διεύρυνση της κερδοφορίας του μέσω επενδύσεων στον τομέα της πολιτιστικής – τουριστικής βιομηχανίας, με συνέπεια την αυξανόμενη εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση του πολιτισμού.

Εχει αποδειχθεί, πλέον, από την πρακτική της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ όλο το προηγούμενο διάστημα και επιβεβαιώνεται από τον Προϋπολογισμό του 2012 ότι η λειτουργική σύνδεση του Πολιτισμού με τον τουρισμό είναι ο μηχανισμός στήριξης της ανάπτυξης του κεφαλαίου στους τομείς της τουριστικής βιομηχανίας και του «αθλητικού» και «πολιτιστικού» θεάματος. Πιο συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του φετινού Προϋπολογισμού (σελ. 71), οι άξονες στους οποίους κατανέμονται οι δαπάνες του τακτικού Προϋπολογισμού του υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού (ΥΠΠΟΤ) αφορούν κυρίως στους αρχαιολογικούς χώρους, στις εκδηλώσεις και τα προγράμματα προώθησης του ελληνικού πολιτισμού και την προβολή της χώρας στο εξωτερικό ως ελκυστικό τουριστικό προορισμό.

Σε σχέση με το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς (ΕΣΠΑ), που αποτελεί μέρος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ), στο ίδιο κείμενο αναφέρεται ότι τα κονδύλιά του θα προσανατολιστούν σε πολιτιστικές υποδομές και υπηρεσίες στο νησιωτικό χώρο και τους ορεινούς όγκους και στην πρόσβαση σε αυτές μέσω σημαντικών οδικών αξόνων, ενώ παρακάτω υπογραμμίζεται ότι «στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας, ο τουρισμός κατέχει μια άκρως σημαντική θέση. Το “τουριστικό προϊόν” εμπλουτίζεται και εστιάζει στην αξιοποίηση φυσικού και πολιτιστικού αποθέματος…». Με άλλα λόγια, είναι φανερό ότι τα μηδαμινά και ακόμη περισσότερο συρρικνωμένα σε σχέση με τα προηγούμενα δύο χρόνια ποσά του Κρατικού Προϋπολογισμού για τον Πολιτισμό υποτάσσουν ολοσχερώς την όποια πολιτιστική δραστηριότητα στις ανάγκες ανάπτυξης του τουριστικού κεφαλαίου, αφού ακόμη και ηυποτιθέμενη χρηματοδότηση των αρχαιολογικών χώρων και μουσείων γίνεται εκλεκτικά και αποσκοπεί στην εκχώρηση και εκμετάλλευσή τους από «Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις», ιδιωτικά ιδρύματα και ομίλους.

 
Και ο φετινός Προϋπολογισμός – ως συνέχεια του περσινού – είναι προϋπολογισμός προγραμμάτων και δράσεων (ESA). Δηλαδή, τα ποσά των δαπανών δεν κατανέμονται συγκεκριμένα στους φορείς, αλλά σε γενικούς άξονες δράσης, στους οποίους μπορούν να ενταχθούν διάφοροι συμπράττοντες επιχορηγούμενοι φορείς. Read the rest of this entry »
Advertisements
 
Leave a comment

Posted by on December 12, 2011 in Πολιτισμός και ΚΚΕ

 

ΠΑΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ Η εργατική τάξη χρειάζεται τον πολιτισμό

Το ΠΑΜΕ βλέπει την Τέχνη και τον Πολιτισμό ως λαϊκό δικαίωμα και την πάλη για τη διεκδίκησή τους ως μέρος της ταξικής πάλης, του αγώνα των εργατών και του εργαζόμενου λαού κόντρα στα σκουπίδια της πολιτιστικής βιομηχανίας του κεφαλαίου.

Υλοποιώντας αυτή του την αντίληψη προχωράει στη δημιουργία της πρώτης θεατρικής ομάδας. Στην ανακοίνωσή του με τίτλο «Η εργατική τάξη χρειάζεται τον πολιτισμό» ενημερώνει για αυτή την πρωτοβουλία:

«Οσο κι αν οι καιροί είναι δύσκολοι, όσο και αν το κεφάλαιο και οι υποστηρικτές του μας αφαιρούν δικαιώματα και κατακτήσεις, όσο κι αν προσπαθούν να γονατίσουν, συντρίψουν το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, να αλλοιώσουν τη συνείδηση της εργατικής τάξης, να την ταΐσουν με πολιτιστικά σκουπίδια, δε θα το καταφέρουν.

Γνωρίζουμε ότι η τέχνη, ο πολιτισμός είναι εφόδια, είναι τρόπος σκέψης, είναι στάση ζωής. Γνωρίζουμε και αντιστεκόμαστε στη σαβούρα που καθημερινά μας κατακλύζει, αφού ο πολιτισμός και η τέχνη στα χέρια των καπιταλιστών έχουν μια και μοναδική ερμηνεία: Εμπόρευμα – Κέρδος.

Το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα τολμάει να κάνει βήματα στο δύσκολο αλλά αναγκαίο και σημαντικό χώρο του πολιτισμού. Εδώ και μερικούς μήνες έχει στηθεί η 1η θεατρική ομάδα του ΠΑΜΕ, η οποία σύντομα θα είναι έτοιμη να παρουσιάσει στους εργαζόμενους της Αθήνας, και όχι μόνο, την πρώτη της θεατρική δουλειά. Δουλειά με μεράκι, από εργάτες για εργάτες. Δουλειά που σβήνει την κούραση της ολοήμερης βάρδιας και που ανοίγει δρόμους για το δυνάμωμα της ταξικής πάλης. Δουλειά που φορτώνει και άλλα καθήκοντα στο ΠΑΜΕ, στα ταξικά συνδικάτα:

  • Να εντείνουμε την πάλη μας για την εξασφάλιση των μορφωτικών και υλικών προϋποθέσεων για την ελεύθερη και απρόσκοπτη πρόσβαση του λαού στην τέχνη και στον πολιτισμό.
  • Την πάλη για τη διαμόρφωση υποδομών και προγραμμάτων που αναπτύσσουν την αισθητική καλλιέργεια της νέας γενιάς, συνδέουν τον πολιτισμό και την τέχνη με την ολόπλευρη ανάπτυξη και διαπαιδαγώγησή της, δίνουν στο νου ελευθερία, διάθεση για δράση, διάθεση για ανατροπή του συστήματος που θέλει να αποχαυνώσει τα παιδιά μας». ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 16 Απρίλη 2010
 
 

Πολιτισμός – εργαλείο της κερδοφορίας του κεφαλαίου και ο ρόλος του ΠΑΣΟΚ

  • Επεξεργασία του Πολιτιστικού Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ για την κυβερνητική πολιτιστική πολιτική του ΠΑΣΟΚ (1993 – 2003) και τις Προγραμματικές Δηλώσεις της κυβέρνησης στον τομέα του Πολιτισμού

Το ΠΑΣΟΚ, με την πολιτική και τις θέσεις του για τον πολιτισμό, είτε ως κυβέρνηση είτε ως αξιωματική αντιπολίτευση και πάντα μέσω των οργάνων της ΕΕ, ακολουθεί, συνδιαμορφώνει και εφαρμόζει όλες τις «μεταλλάξεις» της καπιταλιστικής διαχείρισης στον πολιτιστικό τομέα με αξιοσημείωτη προθυμία. Συνέβαλε και συμβάλλει, δε, τα μέγιστα, ως χαρακτηριστικό σοσιαλδημοκρατικό μόρφωμα, στην ιδεολογική χειραγώγηση και ενσωμάτωση των εργατών του πνεύματος και της τέχνης, καθώς και του λαού, στην κυρίαρχη αστική κουλτούρα, με βασικό στρατηγικό στόχο την ικανοποίηση των απαιτήσεων του ευρω-ενωσιακού κεφαλαίου για πλήρη εμπορευματοποίηση της δημιουργίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς, ως βασικής προϋπόθεσης για την αναπαραγωγή και την κερδοφορία του, αλλά και για την απρόσκοπτη χειραγώγηση των συνειδήσεων.

Ανασκόπηση στην πολιτιστική πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ

Το ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του ’80 ιδιαίτερα στη διάρκεια της δεύτερης κυβερνητικής τετραετίας του και στο πλαίσιο της γενικότερης συντηρητικoποίησης και ευθυγράμμισής του με την πολιτική της ΕΟΚ τροποποίησε σταδιακά και την πολιτιστική πολιτική του. Αυτή η προσαρμογή οδήγησε σε κατακόρυφη μείωση τις κρατικές δαπάνες για τον πολιτισμό που είχαν αυξηθεί την πρώτη τετραετία της διακυβέρνησής του. Παράλληλα, διευρύνθηκαν σημαντικά οι «χορηγίες» και η είσοδος του μεγάλου κεφαλαίου στο χώρο, προετοιμάστηκαν οι ιδιωτικοποιήσεις.

Μετά το 1993, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ταυτίστηκε με τη γραμμή της ΕΕ για την προώθηση «ενιαίας πολιτιστικής ταυτότητας» και τη δημιουργία των προϋποθέσεων ανάπτυξης της καπιταλιστικής βιομηχανίας του θεάματος. Αξιοποίησε εντατικά τα ευρωπαϊκά προγράμματα για τη διαμόρφωση των προϋποθέσεων αυτών και την ενσωμάτωση των καλλιτεχνών, προώθησε τις ιδιωτικοποιήσεις, πήρε μέτρα περιστέλλοντας τις όποιες κατακτήσεις των καλλιτεχνών και γενικότερα του λαϊκού κινήματος. Πιο συγκεκριμένα:

1. Ιδιωτικοποίησε από το 1994, τους περισσότερους θεσμούς παραγωγής και προώθησης της καλλιτεχνικής δημιουργίας που ανήκαν στο υπουργείο Πολιτισμού (Κρατικά Θέατρα και κρατικές μουσικές σκηνές, Φεστιβάλ Αθηνών, Κινηματογράφου, μουσεία κλπ.).
2. Ολα τα νέα θεσμικά πρόσωπα του ΥΠΠΟ συστάθηκαν ως οργανισμοί «ιδιωτικού δικαίου», με διορισμένα ΔΣ από τον υπουργό Πολιτισμού και με ιδιωτικο-οικονομική λειτουργία.
3. Σε όλα τα διοικητικά όργανα του ΥΠΠΟ και στις επιτροπές τέχνης του υπουργείου τοποθετήθηκαν ως «προσωπικότητες» του χώρου της τέχνης έμποροι και μεσάζοντες, επιχειρηματίες και εκπρόσωποι των επιχειρήσεων του Τύπου, ενώ οι συλλογικοί πολιτιστικοί φορείς περιορίσθηκαν ή εκτοπίσθηκαν.
4. Ξεκίνησε η σταδιακή εκχώρηση στο μεγάλο κεφάλαιο του δημόσιου χώρου.
5. Παραχωρήθηκε στο μεγάλο κεφάλαιο το μεγαλύτερο μέρος από το πενιχρό 0,5% του κρατικού προϋπολογισμού για τον Πολιτισμό.

Στόχοι της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ ήταν η ενίσχυση της κερδοφορίας του κεφαλαίου και η χειραγώγηση της καλλιτεχνικής παραγωγής με μέτρα που διευκόλυναν:

  • Τη μεγαλύτερη διείσδυση του μεγάλου κεφαλαίου όχι μόνο στη διακίνηση, αλλά και στην παραγωγή καλλιτεχνικών έργων με σύνθημα: «Οχι στον κρατικοδίαιτο πολιτισμό».
  • Την ανάδειξη του μονοπωλιακού κεφαλαίου σε ρυθμιστή και παραγωγό της κρατικής πολιτιστικής πολιτικής με την προώθηση κατάλληλων θεσμών και πρωτοβουλιών διαχείρισης και παραγωγής πολιτιστικών αγαθών.
  • Την αποτελεσματική υλοποίηση των κατευθύνσεων της ΕΕ για τον πολιτισμό, δηλαδή ενίσχυση της καπιταλιστικής πολιτιστικής βιομηχανίας, οικονομική διαχείριση του «ελεύθερου χρόνου» των πολιτών, εμπορευματοποίηση της τέχνης, πολιτιστική ομογενοποίηση (ενιαία πολιτιστική ταυτότητα), προώθηση του «ευρωπαϊκού ιδεώδους».

Στο έδαφος αυτό απαξιώθηκαν οι συλλογικοί φορείς των καλλιτεχνών και των εργατικών και νεολαιίστικων πολιτιστικών συλλόγων, και γενικότερα του μαζικού κινήματος, ενώ οξύνθηκαν τα εργασιακά προβλήματα και η ανασφάλιστη εργασία των καλλιτεχνών δημιουργών, οι οποίοι περιθωριοποιήθηκαν παραπέρα ή οδηγήθηκαν στην ενσωμάτωση.

Ολα εμπόρευμα

Αναλυτικότερα, για την περίοδο 1993-2003:

Μετά την ψήφιση της Συνθήκης του Μάαστριχτ:

  • Το ΠΑΣΟΚ κατατάσσει χωρίς προσχήματα – όπως άλλωστε και η ΕΕ στα ντοκουμέντα της – την τέχνη στον τομέα των εμπορευμάτων και υιοθετεί την έννοια «καλλιτεχνικά προϊόντα» για την καλλιτεχνική δημιουργία.
  • Ενισχύεται η δραστηριοποίηση Ιδιωτικών φορέων και Ιδρυμάτων στο χώρο του πολιτισμού. Tο συγκρότημα Λαμπράκη που κυριαρχεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών – προϊόν κρατικής επιχορήγησης και φορολογίας του ελληνικού λαού – απορροφά το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού του ΥΠΠΟ, είναι απρόσιτο οικονομικά για το μεγάλο κοινό, ενώ αποκτά μεγαλύτερο ρόλο στις πολιτιστικές και καλλιτεχνικές παραγωγές. Κάνει όχι μόνο μετακλήσεις και συναυλίες, διεισδύει και στο χώρο της εκπαίδευσης της Τέχνης και γενικότερα της εκπαίδευσης… (με τα νέα σχολικά βιβλία, την έκδοση εποπτικού υλικού για τα σχολεία κλπ.).
  • Οι διεθνείς εκπροσωπήσεις της χώρας, όπως Biennalle κλπ., πραγματοποιούνται μέσω διορισμένων από τον υπουργό εκπροσώπων, χωρίς να τηρούνται διαδικασίες που να δίνουν τη στοιχειώδη δυνατότητα της άμιλλας στους καλλιτέχνες και με αυθαίρετα κριτήρια επιλογής.
  • Τα όργανα που έχουν συσταθεί στο ΥΠΠΟ (σε Εθνικό Θέατρο, ΚΘΒΕ, Λυρική Σκηνή, Ορχήστρα των Χρωμάτων, Καμεράτα, η Εταιρεία Προβολής της Πολιτικής Κληρονομιάς – που στην ουσία απορρόφησε το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων – το ΔΣ της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας, τα ΔΣ των Μουσείων, ακόμα και το ίδιο το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο) έχασαν τον όποιο συλλογικό χαρακτήρα είχε κατακτηθεί στην πρώτη 5ετία του ΠΑΣΟΚ. Οι καλλιτέχνες μέσω των φορέων τους έχουν περιοριστεί σε λίγες περιπτώσεις σε έναν εκπρόσωπο εν μέσω των «περί την Τέχνη» ασχολουμένων επιχειρηματιών. Το ΠΑΣΟΚ αναγνωρίζει ως ρυθμιστές του πολιτιστικού γίγνεσθαι πολυεθνικές εταιρείες, εκδότες Τύπου, εφοπλιστές, συλλέκτες, εμπόρους, μάνατζερς που θεωρούνται «παραγωγοί» του πολιτισμού, ενώ οι εκπρόσωποί τους χαράσσουν απροκάλυπτα πια την κρατική πολιτιστική πολιτική.
  • Ηδη, από το 1995, έχει επεκταθεί ο θεσμός των συμβασιούχων στο ΥΠΠΟ, και στα εποπτευόμενα Νομικά Πρόσωπα του Δημοσίου, ενώ στην Αρχαιολογική Υπηρεσία οι περισσότερες ανάγκες καλύπτονται πλέον με ελαστική εργασία χιλιάδων διοικητικών, αρχαιολόγων, αρχαιοφυλάκων, συντηρητών και εργατοτεχνιτών.

Εντείνεται ο μονοπωλιακός έλεγχος

Πιο ειδικά:
Α. Την περίοδο 1994 – 1995, με υπουργό Πολιτισμού τον Θ. Μικρούτσικο:
  • Ιδιωτικοποιήθηκαν ή καταργήθηκαν 17 νομικά πρόσωπα του Υπουργείου Πολιτισμού, μεταξύ των οποίων η «Στέγη Καλών Τεχνών και Γραμμάτων» θεσμός που στήριζε τα εικαστικά, την κλασική μουσική και τα γράμματα, δίνοντας βραβεία, υποτροφίες, και στέγη στα σωματεία του χώρου (λογοτέχνες, εικαστικούς, μουσουργούς)
  • Εγιναν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου με διορισμένες «ελέω υπουργού» διοικήσεις, τα κρατικά θέατρα, η Λυρική, ορχήστρες, σκηνές.
  • Εκτοπίσθηκαν οι συλλογικοί φορείς από όλες τις επιτροπές επεξεργασίας πολιτιστικής πολιτικής του Υπουργείου Πολιτισμού και στη θέση τους διορίστηκαν με το χαρακτηρισμό «προσωπικότητες του χώρου της τέχνης», έμποροι, μεσάζοντες, επιχειρηματίες και γενικά πρόσωπα του χώρου του εμπορίου της τέχνης και της διακίνησης.
  • Ψηφίζεται ο νόμος 2121/93 για την προστασία των «πνευματικών δικαιωμάτων», με την παρέμβαση του μαζικού κινήματος των καλλιτεχνών, νόμος που αργότερα τροποποιείται υπέρ των επιχειρηματιών που δρουν στο χώρο.
  • Επιχειρήθηκε η τροποποίηση του νόμου για τις τιμητικές συντάξεις των καλλιτεχνών – λογοτεχνών – που κάλυπτε έστω μερικώς και ανεπαρκώς τους ανασφάλιστους κλάδους των εικαστικών, των μουσουργών, των λογοτεχνών – έτσι ώστε οι συντάξεις αυτές να δίνονται μόνον αριστίδην και για «εξαιρετικές υπηρεσίες» σε πολύ λιγότερους από ένα διευρυμένο μάλιστα κύκλο δικαιούχων στον οποίο συμπεριλάμβανε και τους εκτελεστές. Μετά από συγκρούσεις και κινητοποιήσεις των καλλιτεχνών η εξέλιξη αυτή αποτράπηκε.
Β. Το 1996, με υπουργό Πολιτισμού τον Στ. Μπένο:
  • Ψηφίζεται μετά από κινητοποιήσεις νέος νόμος για τις τιμητικές συντάξεις των καλλιτεχνών (από τους πλέον ευνοϊκούς για το σύνολο των καλλιτεχνών – δημιουργών που διεύρυνε το φάσμα των δικαιούχων και στο χώρο των εκτελεστών και αυξήθηκε ο αριθμός). Λίγο αργότερα η κυβέρνηση εμφανίζεται να μελετά (εμπαίζοντας τους καλλιτέχνες) μια καθολική λύση για τους ανασφάλιστους καλλιτέχνες, με τη συμμετοχή των καλλιτεχνικών φορέων. Μελέτη που κατέληξε στην ευχή «να κάνετε αυτασφάλιση», δεδομένου ότι η γενικότερη οικονομική πολιτική περικοπής των κοινωνικών δαπανών, καθώς και οι κατευθύνσεις της ΕΕ, τις οποίες κατά γράμμα υπηρετούσε η κυβέρνηση, απέτρεπαν από την όποια λύση που θα αντιμετώπιζε την καλλιτεχνική δημιουργία ως κοινωνικό αγαθό.
  • Το υπουργείο Πολιτισμού προχωρά σε έναν παραπλανητικό ελιγμό ενσωμάτωσης των καλλιτεχνικών φορέων, καλώντας τους να συμμετάσχουν στη χάραξη «εθνικής πολιτικής στον πολιτισμό»! Στο πλαίσιο αυτό συζητιούνται κατά κλάδο τέχνης σημαντικά πορίσματα, τα οποία ουδέποτε δόθηκαν στη δημοσιότητα και φυσικά δε λήφθηκαν υπόψη.
Γ. Την περίοδο 1997 – 1999, με Υπουργό Πολιτισμού τον Ευάγ. Βενιζέλο:
  • Ψηφίζονται 2 πολυνόμοι – «σκούπες» όπου ιδιωτικοποιείται ό,τι είχε απομείνει στο ΥΠΠΟ (Μουσεία, Πινακοθήκες, Ορχήστρες, Φεστιβάλ Αθηνών, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων). Δημιουργείται ο ιδιωτικού δικαίου Οργανισμός Προώθησης Ελληνικού Πολιτισμού (ΟΠΕΠ) (ο γνωστός με το θέμα Ζαχόπουλου).
  • Με το νόμο 2557, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης καθίσταται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που «λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος»… «κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας». Ηδη από το 1992 έγινε διεθνές, χάνοντας το βασικό χαρακτήρα του ως καταρχήν βήμα προβολής του ελληνικού κινηματογράφου.
  • Στη διάρκεια του θεσμού «Θεσσαλονίκη – Πολιτιστική Πρωτεύουσα 1997», ιδρύονται μια σειρά νέα κρατικά μουσεία, πινακοθήκες και σκηνές ως Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου.
  • Τίθενται σε λειτουργία το «Δίκτυο Πόλεων» και το «Δίκτυο Καλλιτεχνικών Εργαστηρίων», θεσμοί όπου το κράτος σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση (το Υπουργείο Πολιτισμού συμμετείχε κατά 50% στη χρηματοδότηση και διόριζε το διδακτικό προσωπικό, το Διευθυντή και τους άλλους συντελεστές) δημιουργεί εργαστήρια, λέσχες ή κέντρα τεχνών σε επιλεγμένους Δήμους για τη δημιουργική απασχόληση των πολιτών. Το μέτρο αποδείχτηκε ανεπαρκές σε σχέση με τις ανάγκες.
  • Ψηφίζεται νόμος απόδοσης του 1% της δαπάνης των δημόσιων κτιρίων για τη δημιουργία και τοποθέτηση έργων εικαστικών τεχνών σε αυτά, που, όπως ο αντίστοιχος νόμος του 1989 ο οποίος είχε κατακτηθεί με αγώνες και περιλάμβανε και τους δημόσιους χώρους ουδέποτε υλοποιήθηκε γιατί δεν εκδόθηκαν ποτέ οι προβλεπόμενες υπουργικές αποφάσεις. Τη δημόσια αισθητική ορίζει τελικά το μεγάλο κατασκευαστικό κεφάλαιο.
  • Το 1997 υποχρεώνονται οι καλλιτέχνες χωρίς εργοδότη να εγγραφούν στο ΤΕΒΕ, (σημερινό ΟΑΕΕ, αυτασφάλιση) αν θέλουν να έχουν δικαίωμα να ασκούν επάγγελμα στην εφορία. Μετά από έντονους αγώνες εξαιρέθηκαν οι εικαστικοί καλλιτέχνες από αυτή την ρύθμιση που τους υποχρέωνε σε μηνιαίες εισφορές στο ΤΕΒΕ προκειμένου να μπορούν απλά να διατηρούν καλλιτεχνικό εργαστήριο. Οι άλλοι καλλιτεχνικοί κλάδοι των δημιουργών υποχρεούνται σε αυτασφάλιση, προκειμένου να μπορούν να εργάζονται με παραστατικά.
Δ. Τη δεύτερη κυβερνητική θητεία του ΠΑΣΟΚ 1999 – 2003 με Υπουργούς Πολιτισμού διαδοχικά τους Παπαζώη, Πάγκαλο και Βενιζέλο:
  • Το 2002 ψηφίζεται ο νέος Αρχαιολογικός Νόμος, που επιχειρεί για πρώτη φορά να ρυθμίσει τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς στο πλαίσιο των εμπορευματικών σχέσεων, καθορίζοντας ταυτόχρονα και τους όρους της αρχαιοπωλησίας.
  • Το πνεύμα του κοσμοπολιτισμού και της απαξίωσης της σύγχρονης ελληνικής καλλιτεχνικής δημιουργίας χαρακτηρίζει όλες τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες της περιόδου. Η διοργάνωση «μεγάλων» γεγονότων με «προσωπικότητες» που απομυζούν τη μερίδα του λέοντος από το πενιχρό ποσοστό του κρατικού προϋπολογισμού για τον πολιτισμό κυριαρχούν (π.χ. «Μυθωδία» του Β. Παπαθανασίου – όπου η μία ώρα κόστισε 1,5 δισεκατομμύριο δρχ. -, έκθεση «Outlook», εκθέσεις των εμπόρων τέχνης «ART ATHINA», ανάθεση στον Καλατράβα του Ολυμπιακού Σταδίου, καλλιτεχνική διακόσμηση του ΜΕΤΡΟ με απευθείας αναθέσεις, Πολιτιστική Ολυμπιάδα, ανέγερση του Νέου Μουσείου Ακρόπολης κλπ.).
  • Το 2000 παύει να εφαρμόζεται από το ίδιο το κράτος ο νόμος για τις τιμητικές συντάξεις των καλλιτεχνών και με νέο νόμο του 2002 καταργούνται οριστικά και επί της ουσίας οι τιμητικές συντάξεις χωρίς να έχει λυθεί το ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό των ανασφάλιστων καλλιτεχνών. Με τον νόμο του 2002 ζητούν από τους καλλιτέχνες να είναι ταυτόχρονα «επώνυμοι, άποροι και ασφαλισμένοι» προκειμένου να συγκροτήσουν δικαίωμα για σύνταξη. Από τότε οι ανασφάλιστοι καλλιτέχνες μένουν έτσι κυριολεκτικά στον αέρα. Οι συντάξεις δίνονται από το ΥΠΠΟ και «κόβονται» από το Υπουργείο Οικονομικών.
  • Παράλληλα, καταργήθηκαν μεγάλες συλλογικές πολιτιστικές δραστηριότητες, όπως η καθιερωμένη επί 50 χρόνια «Πανελλήνια καλλιτεχνική Εκθεση» που έδινε τη δυνατότητα να παρουσιαστεί κάθε δυο χρόνια η εικαστική δημιουργία στο πανελλήνιο και αντικαταστάθηκαν από ατομικές δραστηριότητες, όπως εκθέσεις «επιλεγμένων» καλλιτεχνών, οργανωμένες από ανθρώπους του χρηματιστηρίου της τέχνης και των συγκροτημάτων του Τύπου.

Σε όλο το διάστημα της εναλλάξ διακυβέρνησης του τόπου από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ το μεγάλο κεφάλαιο έφτασε να ελέγχει άμεσα και ολοκληρωτικά τον οπτικοακουστικό τομέα, έχοντας στην ιδιοκτησία του το μεγαλύτερο μέρος των ΜΜΕ, χωρίς ούτε καν να αποδίδει το 1,5% των κερδών τους για την ανάπτυξη του ελληνικού κινηματογράφου, όπως προβλέπει ο σχετικός νόμος του 1986.

Συμπερασματικά, το σύνολο των κυβερνητικών μέτρων που πάρθηκαν την τελευταία εικοσαετία δημιούργησαν ευνοϊκότερους και αποτελεσματικότερους όρους για την ανάπτυξη και παρέμβαση του μονοπωλιακού κεφαλαίου στον τομέα του πολιτισμού σύμφωνα με τη διεθνή στρατηγική του (είναι γνωστό ότι στη χώρα – πρότυπο για την ΕΕ, τις ΗΠΑ η «General Electric» – βασικός προμηθευτής όπλων του Πενταγώνου – είναι ιδιοκτήτης των 3 μεγαλύτερων τηλεοπτικών δικτύων της χώρας, η «Coca Cola» ελέγχει την «Columbia» κλπ.).

Η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου που επιτεύχθηκε μέσα από τις ρυθμίσεις της περιόδου που εξετάσαμε έχει ήδη επιφέρει βαρύτατα πλήγματα στην πολιτιστική ανάπτυξη του λαού. Ο ασφυκτικός έλεγχος της πολιτιστικής παραγωγής από τα μονοπωλιακά συγκροτήματα ορθώνει ακόμη μεγαλύτερα εμπόδια στην ανάπτυξη καλλιτεχνικού έργου έξω από τα κυρίαρχα πρότυπα και τους κανόνες της αγοράς, ενώ ταυτόχρονα καταδικάζει τα πλατιά εργατικά και λαϊκά στρώματα στην παθητική κατανάλωση των αγοραίων προϊόντων της βιομηχανίας της εκτόνωσης.

Στην άλλη πλευρά του νομίσματος, αναπτύσσεται η κοσμοπολίτικη κουλτούρα της κοινωνικής «ελίτ» με «εισαγωγές» καλλιτεχνικών προϊόντων από τις καπιταλιστικές «μητροπόλεις» και κυριαρχία των εγχώριων μονοπωλιακών παραγωγών που εκτοπίζουν σαρωτικά όσους μεμονωμένους καλλιτέχνες και δημιουργούς προβάλλουν αντιστάσεις στην εμπορευματοποίηση. Στο πλαίσιο αυτό, πρόσφατα ο πρωθυπουργός προσκάλεσε έναν Ισπανό αρχιτέκτονα για τον καλλωπισμό των δημόσιων χώρων μας, όπως αντίστοιχα ο Καλατράβα είχε αναλάβει το 2000 την αισθητική των Ολυμπιακών εγκαταστάσεων.

Παράλληλα, η κυβέρνηση φιλοδοξεί να εξασφαλίσει αντίστοιχα συμφωνίες εξαγωγής ελληνικών «ανταγωνιστικών πολιτιστικών προϊόντων» σε άλλες χώρες. Οπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο προεκλογικό της πρόγραμμα για τον πολιτισμό, στόχος της είναι η «αξιοποίηση του πολιτιστικού κεφαλαίου μας, ώστε το πολιτιστικό απόθεμα της χώρας να παρουσιάζεται ισότιμα στη διεθνή σκηνή και να αποτελέσει ισχυρή παραγωγική δύναμη». Ωστόσο, τουλάχιστον μέχρι σήμερα η πραγματικότητα της ανισόμετρης καπιταλιστικής ανάπτυξης διαψεύδει αυτού του είδους τις διακηρύξεις, που άλλωστε δεν είναι καινούργιες, αφού παρόμοιες εξαγγελίες διατυπώνονται χρόνια από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ.

Η αντι-πολιτιστική πολιτική συνεχίζεται…

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στο προεκλογικό της πρόγραμμα, σε συνδυασμό με τις προγραμματικές δηλώσεις της, αποκαλύπτει τους γενικούς άξονες στους οποίους θα κινηθεί τα επόμενα χρόνια η πολιτική της με κεντρική επιδίωξη να συνεχιστεί η μαζική εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής δραστηριότητας και με νέες μορφές να υποστηριχθεί η επέκταση της μονοπωλιακής εκμετάλλευσης του πολιτισμού.

Συγκεκριμένα, το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ για τον πολιτισμό φέρει τον τίτλο:

  • «Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΔΥΝΑΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΣΤΗΡΙΞΗ ΣΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΗ…»

Οταν μιλά για τον πολιτισμό ως δύναμη ανάπτυξης, η κυβέρνηση δεν εννοεί την αξιοποίηση του πολιτισμού για την πνευματική ανάπτυξη του λαού. Ο όρος ανάπτυξη αναφέρεται στην ενίσχυση της κερδοφορίας του κεφαλαίου και τη βελτίωση της θέσης των εγχώριων μονοπωλίων στον παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό μέσα από την αποδοτικότερη εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που προσφέρει ο πολιτισμός, όπως άλλωστε προβλέπεται από τη στρατηγική της Λισαβόνας, η οποία διαβλέπει στο πεδίο του πολιτισμού ανεκμετάλλευτες ακόμη δυνατότητες για ανάπτυξη της «ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας». Η συγχώνευση των υπουργείων Πολιτισμού και Τουρισμού – την οποία προωθούσε η κυβέρνηση της ΝΔ και τελικά νομοθέτησε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ – προδικάζει το είδος της πολιτιστικής ανάπτυξης που ευαγγελίζεται η κυβέρνηση: Ο πολιτισμός μετατρέπεται σε εξάρτημα της τουριστικής βιομηχανίας για προσέλκυση πελατών και εκσυγχρονισμό των τουριστικών πακέτων, ώστε να γίνουν πιο ανταγωνιστικά στη διεθνή αγορά. Από την υπόθεση αυτή, οι μόνοι κερδισμένοι θα είναι τα μονοπώλια του τουρισμού και της διασκέδασης και όχι ο πολιτισμός, ο οποίος θα γνωρίσει νέες, βαθύτερες μορφές εμπορευματοποίησης και χειραγώγησης, με τον αποκλεισμό κάθε καλλιτεχνικής έκφρασης που δεν εξυπηρετεί ή και αντιστρατεύεται τα οικονομικά και ιδεολογικά – πολιτικά συμφέροντα του κεφαλαίου. Αλλωστε, σε άλλο σημείο των προγραμματικών δηλώσεων οι προθέσεις της κυβέρνησης για την πολιτιστική ανάπτυξη γίνονται πιο συγκεκριμένες και ξεκάθαρες: «Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ», «από πεδίο παθητικής κατανάλωσης σε παραγωγική δύναμη της χώρας» (…) εξαγωγή πολιτιστικών προϊόντων (…) «προσέλκυση στην Ελλάδα πολιτιστικών δραστηριοτήτων από άλλες χώρες (…) εξαγωγή τεχνογνωσίας σε Νοτιοανατολική Ευρώπη και Μεσόγειο (…) με ποιοτικά κριτήρια και πιστοποιημένες διαδικασίες (…) σε συνεργασία με την ιδιωτική πρωτοβουλία (…) προώθηση “έξυπνων” υπηρεσιών και προϊόντων στην τουριστική αγορά».

Η πιστοποίηση ως εργαλείο μονοπώλησης

Με άλλα λόγια, παράλληλος στόχος είναι μια πιο εντατική και αποτελεσματική εμπορική εκμετάλλευση του πολιτιστικού πλούτου της χώρας από τα μονοπώλια με σκοπό να διεισδύσουν οικονομικά και πολιτικά σε νέες αγορές. Πρόκειται για κατεύθυνση που έρχεται να διευκολύνει τη διεύρυνση της οικονομικής δραστηριότητας τόσο των εγχώριων, όσο και των ξένων μονοπωλίων με βάση την αρχή του Μάαστριχτ για την οικονομία της ανοιχτής αγοράς, την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, εργατικού δυναμικού, εμπορευμάτων και υπηρεσιών και τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Οι «διαδικασίες πιστοποίησης» και τα αποκαλούμενα «ποιοτικά κριτήρια» στη διακίνηση των πολιτιστικών υπηρεσιών αποσκοπούν στον αποκλεισμό κάθε μη μονοπωλιακού φορέα από τη μοιρασιά, γιατί όπως είναι γνωστό στις προδιαγραφές και τα κριτήρια «πιστοποίησης» μπορούν να ανταποκριθούν μόνο ελάχιστοι ισχυροί όμιλοι με μεγάλη οικονομική επιφάνεια.

Ετσι και «η στήριξη στο δημιουργό»που διακηρύσσει η κυβέρνηση δεν αφορά στους καλλιτέχνες – δημιουργούς, αλλά στα μονοπωλιακά κυκλώματα παραγωγής και διανομής του καλλιτεχνικού έργου, στα οποία η κυβέρνηση εναποθέτει τη «στήριξη» του δημιουργού, καθώς θα δημιουργήσουν, όπως ισχυρίζεται, χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας. Για το πώς η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται το θέμα, είναι χαρακτηριστικές οι εξελίξεις στο χώρο του κινηματογράφου, όπου κάτω από το σύνθημα ότι ο κρατικός εναγκαλισμός του κινηματογράφου φιμώνει τις ριζοσπαστικές φωνές, ενισχύονται τα μέτρα που από το 1995 επέβαλαν στους μεμονωμένους σκηνοθέτες τη συνεργασία τους με εταιρείες παραγωγής προκειμένου να χρηματοδοτηθούν και επιχειρείται να καθιερωθούν πλουσιοπάροχα κίνητρα και κρατικές επιδοτήσεις στους μονοπωλιακούς κολοσσούς που λυμαίνονται όλο το κύκλωμα του κινηματογράφου, από την παραγωγή, μέχρι τη διακίνηση, τη διανομή και τη διαφήμιση. Στο πλαίσιο αυτό ο δημιουργός όχι μόνο δεν απελευθερώνεται, αλλά συνθλίβεται ολοσχερώς από τις απαιτήσεις των μονοπωλίων διανομής και προβολής του κινηματογραφικού έργου («Village», «Odeon» κλπ.). Οταν η κυβέρνηση μιλάει «για σαφείς και δημοσιοποιημένους όρους χρηματοδότησης έργων, προγραμμάτων, δράσεων και καθιέρωση μητρώου φυσικών και νομικών προσώπων για ανάληψη πολιτιστικών δράσεων» καταλαβαίνουμε ότι στόχο της έχει να δημιουργήσει δομές που «αξιοκρατικά» και «διαφανώς» θα αποκλείουν από τη χρηματοδότηση κάθε φωνή αμφισβήτησης στις κυρίαρχες αντιλήψεις για τον πολιτισμό και την αποστολή του. Το όφελος από όλη αυτή τη διαφάνεια θα είναι για το κεφάλαιο και τις επιχειρήσεις που πλέον και με «ISO» (σύστημα πιστοποίησης) θα νομιμοποιούν την αποκλειστικότητά τους στην πολιτιστική δραστηριότητα. Αλλωστε για το σεβασμό που δείχνει η κυρίαρχη πολιτική στο δημιουργό μιλούν από μόνες τους οι άθλιες εργασιακές σχέσεις που ισχύουν για τη μεγάλη μάζα των καλλιτεχνών, τα αλλεπάλληλα πλήγματα που δέχονται τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα, οι εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες βιοπορισμού τους, που τους καθιστούν ευάλωτους και πιο διαθέσιμους στο συμβιβασμό και την ενσωμάτωση.

«Η ελευθερία πρόσβασης και επιλογής στον πολίτη»αποτελεί παραπλάνηση. Είναι αλήθεια ότι ποτέ άλλοτε στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού δεν υπήρχαν τόσες πολλές ευκαιρίες για τον καθένα να έρθει σε επαφή με τις διάφορες μορφές τέχνης και πολιτισμού όσο σήμερα. Με τις νέες τεχνολογίες και ιδιαίτερα με το διαδίκτυο μπορεί κανείς με ελάχιστο κόστος να μεταφέρει στην οθόνη του υπολογιστή του εκθέματα μουσείων από κάθε μεριά του κόσμου, να παρακολουθήσει ιστορικές θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, κινηματογραφικά έργα, να επιλέξει ανάμεσα σε πληθώρα μουσικών κομματιών και εκτελέσεων, να δει έργα των μεγαλύτερων ζωγράφων κλπ. Ωστόσο ποτέ άλλοτε δεν υπήρχε τόσο μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις δυνατότητες της επιστήμης και της τεχνολογίας να φέρουν κοντά στο λαό την ανθρώπινη πνευματική και πολιτιστική δημιουργία και στις πιθανότητες να μπορέσουν οι εργαζόμενοι και η νεολαία να την προσεγγίσουν, να την απολαύσουν, πολύ περισσότερο να συμμετέχουν σ’ αυτή.

Διευρύνεται η πολιτιστική ανισότητα

Η αυξανόμενη οικονομική εκμετάλλευση και κοινωνική ανισότητα συμβαδίζουν με τη διεύρυνση της πνευματικής εκμετάλλευσης και της πολιτιστικής ανισότητας, στερώντας από τα λαϊκά στρώματα τη δυνατότητα και προπαντός τα μορφωτικά εφόδια που θα τους επιτρέψουν να κατακτήσουν τα επιτεύγματα του πνευματικού πολιτισμού, να νιώσουν τη συγκίνηση και τα νοήματα που εκπέμπει η αληθινή τέχνη, να παρακινηθούν και να εμπνευστούν σε δημιουργική δράση μέσα από αυτά. Την ανάγκη της ψυχαγωγίας και της δημιουργικής αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου έρχεται να καλύψει ο εμπορευματοποιημένος πολιτισμός της εκτόνωσης, που επιβάλλει στην καθημερινότητα της λαϊκής οικογένειας το αγοραίο γούστο των εύπεπτων προϊόντων της καπιταλιστικής πολιτιστικής βιομηχανίας. Η ελαχιστοποίηση του ελεύθερου χρόνου, ο αγώνας για την επιβίωση, το άγχος, η ανασφάλεια, το πλήθος των οικονομικών και άλλων προβλημάτων που αντιμετωπίζει κάθε εργαζόμενος συνηγορούν υπέρ αυτών των δήθεν προσιτών πολιτιστικών λύσεων. Η ελευθερία πρόσβασης και επιλογής του πολίτη είναι συνάρτηση αναγκαίων κοινωνικών, οικονομικών και παιδαγωγικών προϋποθέσεων που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να εξασφαλιστούν καθολικά στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Γι’ αυτό άλλωστε το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ μιλά για «Δημιουργία των προϋποθέσεων για ίσες ευκαιρίες»και όχι ίσες δυνατότητες «στην πρόσβαση, απόλαυση και συμμετοχή στην πολιτιστική δημιουργία», που στην ουσία μεταφράζονται σε μέτρα αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών, όπως ψηφιοποίηση μουσείων, ηλεκτρονικές εκδόσεις κλπ. που ταυτόχρονα θα διευκολύνουν την παραπέρα εμπορευματοποίηση του πολιτιστικού υλικού.

«ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ» «…Προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, των δημόσιων ελεύθερων χώρων και της πολιτιστικής κληρονομιάς..».Στην ουσία πρόκειται για παρεμβάσεις που θα κάνουν πιο ελκυστικές για επενδύσεις και ιδιωτική εκμετάλλευση περιοχές με τουριστικό ή άλλου είδους επιχειρηματικό ενδιαφέρον, αλλά και για εκχώρηση δημόσιων ελεύθερων χώρων σε ιδιώτες στο όνομα της προστασίας και της αξιοποίησής τους. Αναφέρονται ενδεικτικά η εκχώρηση από το ΥΠΕΧΩΔΕ (κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ) και το Δήμο Αθηναίων (ΝΔ) του Πάρκου Ελευθερίας στο Μέγαρο Μουσικής του ιδρύματος Λαμπράκη, η προσπάθεια – που αποτράπηκε λόγω διαμαρτυριών για αρχαιολογικά ευρήματα – να παραχωρηθεί δημόσιος χώρος στο Μουσείο Τέχνης Γουλανδρή, η παραχώρηση του Φαληρικού Δέλτα στο Ιδρυμα Νιάρχος από την κυβέρνηση της ΝΔ με την ψήφο και του ΠΑΣΟΚ και άλλα σε συνδυασμό με τη γενικότερη πολιτική εμπορευματοποίησης της γης που εφαρμόζει και τους δασοκτόνους νόμους που έχει παλιότερα ψηφίσει.

«ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ»Οταν το ΠΑΣΟΚ μιλά για ανάδειξη και προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν εννοεί τη στήριξή της από το κράτος, αλλά την παραχώρησή της στην αποκαλούμενη «κοινωνία των πολιτών», δηλαδή την «ιδιωτική πρωτοβουλία» των χορηγών και των διάφορων σωματείων, κινήσεων και «Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων» (ΜΚΟ), που ανοίγουν τραπεζικούς λογαριασμούς ζητώντας από το λαό – ο οποίος σηκώνει ήδη το κύριο βάρος της κρατικής χρηματοδότησης με τη βαριά άμεση και έμμεση φορολογία – να ξαναπληρώσει για την προστασία της κληρονομιάς του. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η όποια προστασία του πολιτιστικού πλούτου της χώρας να εναποτίθεται στην καλή προαίρεση των «ιδιωτών», οι οποίοι αναγορεύονται επίσημα από το κράτος σε σωτήρες της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ανάθεση, ουσιαστικά, στην κίνηση «ενεργών πολιτών» «Διάζωμα» της ευθύνης για την αναστήλωση των αρχαίων θεάτρων.

Χαρακτηριστικά, το κυβερνητικό πρόγραμμα μέσα στα γενικόλογα και εύηχα μιλάει «για υιοθεσία μνημείων από σχολεία, συλλόγους, δήμους η άλλους φορείς» (όπως ΜΚΟ ή ιδιώτες), καλύπτοντας πίσω από τον «εθελοντισμό» την εμπορευματοποίηση και την πολιτική συρρίκνωσης της κρατικής παρέμβασης στην προστασία και ανάδειξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, τη συνεχιζόμενη υποχρηματοδότηση του πολιτισμού και την παραπέρα μείωση του μόνιμου προσωπικού του ΥΠΠΟ. Για το πώς φαντάζεται την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς το ΠΑΣΟΚ, είναι χαρακτηριστικά ορισμένα γεγονότα της προηγούμενης διακυβέρνησής του όπου έγινε προσπάθεια εμπορευματοποίησης των αρχαιολογικών μας χώρων: Το Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου στο Ιδρυμα Λαμπράκη, το Ηρώδειο για επίδειξη μόδας του Κάλβιν Κλάιν (που απέτρεψε το μαζικό κίνημα, όπως απέτρεψε και τη «δωρεά» σημαντικών αρχαιοτήτων από την Αρχαία Ολυμπία σε ιδιωτικό μουσείο των «Αθανάτων» στη Λοζάνη το 1995). Αλλωστε, η κυβέρνηση προχώρησε στον υποβιβασμό του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων με τη δημιουργία της «ΑΕ Προστασίας Πολιτιστικής Κληρονομιάς», που μετεξελίχθηκε στο γνωστό Οργανισμό Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού (ΟΠΕΠ). Ετσι παρακάτω το πρόγραμμα αναφέρει ότι η κυβέρνηση «επιδιώκει την αυτονομία, την αυτοτέλεια των μουσείων… θεωρώντας αδιαπραγμάτευτο το δημόσιο χαρακτήρα τους».Με άλλα λόγια, αποσκοπεί στην επιχειρηματική λειτουργία του συνόλου των κρατικών μουσείων με προοπτική την ιδιωτικοποίησή τους, κατά τα πρότυπα των φορέων που ίδρυσε το 1997, με «ανταποδοτικότητα», χορηγίες και ιδιωτικοοικονομική λειτουργία, ακριβό εισιτήριο και εμπορευματοποιημένες λειτουργίες, όπως έγινε με το Νέο Μουσείο Ακρόπολης που με νόμο της ΝΔ, που ψηφίστηκε και από το ΠΑΣΟΚ, αποκόπηκε από την Αρχαιολογική Υπηρεσία κ.ά.

«Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΥΣΤΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ»Είναι γνωστό ότι κατά τις προηγούμενες τετραετίες της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ η καλλιτεχνική εκπαίδευση υποβαθμίστηκε σε κατάρτιση και δεξιότητεςκαι μαζί με αυτήν υποβαθμίστηκε και ο ρόλος του εκπαιδευτικού σε «εμψυχωτή» πολιτιστικών δραστηριοτήτων. Κατά την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του ΠΑΣΟΚ το 1997, μειώθηκαν οι ώρες καλλιτεχνικής εκπαίδευσης στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο, ενώ στο Λύκειο το μάθημα μετατράπηκε σε «προαιρετικό».

Το όψιμο ενδιαφέρον για την αναβάθμιση του πολιτισμού στην εκπαιδευτική διαδικασία προκύπτει από τις εκμεταλλευτικές ανάγκες της καπιταλιστικής πολιτιστικής βιομηχανίας για την αναπαραγωγή με χαμηλό κόστος μιας μάζας ευέλικτων, φτηνών και ανειδίκευτων εργαζομένων με στοιχειώδεις δεξιότητες στο χειρισμό πολιτιστικών ζητημάτων. Ετσι οι πολιτιστικές δεξιότητες σε πρόσφατες οδηγίες της ΕΕ εντάσσονται στις 8 βασικές ικανότητες που θα πρέπει να αποκτούν οι μαθητές από την υποχρεωτική εκπαίδευση. Είναι φανερό ότι σε καμία περίπτωση η κατεύθυνση αυτή δε σημαίνει καλλιέργεια αισθητικής αγωγής με σκοπό την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας του μαθητή, ούτε βέβαια τη δημιουργία δημόσιων και αναβαθμισμένων δομών καλλιτεχνικής παιδείας. Πρόκειται για υποκατάσταση της αισθητικής καλλιέργειας με ασύνδετες δεξιότητες χειρισμού απλών προβλημάτων. Αλλωστε, είναι χαρακτηριστικό ότι το ΠΑΣΟΚ στο πρόγραμμά του δε μιλά για ίδρυση δημόσιου συστήματος καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, αλλά για «ένταξη» της υπάρχουσας υποβαθμισμένης και ιδιωτικής «καλλιτεχνικής εκπαίδευσης» στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας. Διαφαίνεται δηλαδή η πρόθεση για ένταξη π.χ. των ιδιωτικών σχολών (θεάτρου, ωδείων κλπ.) στην ανώτατη εκπαίδευση και όχι για ίδρυση αποκλειστικά δημόσιων και δωρεάν ανώτατων καλλιτεχνικών σχολών, όπως είναι το αίτημα του κινήματος. Ετσι εξηγείται και το ότι το ΠΑΣΟΚ κατά την προηγούμενη διακυβέρνησή του ίδρυσε αντί αυτών ένα πλήθος υπολειτουργούντων «περί την τέχνη» σχολών, που εκπαιδεύουν θεωρητικούς και «κριτικούς τέχνης», μάνατζερς ή διαχειριστές – «εμψυχωτές», με στόχο τη στελέχωση της πολιτιστικής βιομηχανίας, ενώ κατά βάση τόσο η Μουσική όσο και η Θεατρική και Κινηματογραφική Παιδεία έμεινε στα χέρια των ιδιωτικών επιχειρήσεων και αδιαβάθμητη, εκτός υπουργείου Παιδείας.

Μια πλήρως εμπορευματοποιημένη καλλιτεχνική παραγωγή

«ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΜΕ», «…προϋποθέτει ένα συγκεκριμένο και δεσμευτικό πρόγραμμα πολιτισμού προς τα ΜΜΕ, που θα ενσωματώνει επιμορφωτικές και πολιτιστικές εκπομπές στις ζώνες υψηλής τηλεθέασης και ακροαματικότητας της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου και στην καθιέρωση πολιτιστικής ζώνης στα δελτία ειδήσεων»…και αλλού «με στόχο τη δημιουργία “πολιτιστικού καναλιού”, στα πλαίσια της ΕΡΤ, όπου θα προβάλλει την πολιτιστική παραγωγή».

Πρόκειται για μέτρο που σε ένα βαθμό ήδη υλοποιείται στο πρώτο σκέλος του από τα κρατικά και ιδιωτικά ΜΜΕ χωρίς αποτελέσματα στην αναβάθμιση του λαϊκού αισθητικού κριτηρίου και στην ουσία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την προβολή και διαφήμιση (στην πορεία και όταν δημιουργηθεί το κρατικό κανάλι με άφθονο κρατικό χρήμα) της δραστηριότητας της πολιτιστικής βιομηχανίας.

«ΤΟΠΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ – ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΣΗ», «…προγράμματα και δράσεις σε συνεργασία με την ΤΑ και τα περιφερειακά ΑΕΙ, με στόχο τη στήριξη των δημιουργών σε κάθε τοπική κοινωνία» …«ενεργοποίηση της ιδέας του πολιτιστικού εθελοντισμού… με εισαγωγή θεσμών αριστείας…», «…ενίσχυση των περιφερειακών δικτύων των τεχνών (ΔΗΠΕΘΕ, λέσχες, ωδεία, βιβλιοθήκες, εργαστήρια κλπ.». Είναι φανερή η προοπτική, σε συνδυασμό με την προώθηση του «Καποδίστρια 2» (τώρα το λένε σχέδιο «Καλλικράτης») και την ισχυροποίηση των ΣΔΙΤ (Συμπράξεις Δημόσιου Ιδιωτικού Τομέα), προώθησης νέων μορφών αποκέντρωσης της πολιτιστικής δραστηριότητας που θα συνοδευτεί με διεύρυνση των ανισοτήτων της, ανάλογα με τις διαχειριστικές και οικονομικές δυνατότητες της κάθε τοπικής κοινωνίας και μεγαλύτερη υποβάθμιση, αλλά και χειραγώγηση της πολιτιστικής δημιουργίας από την άμεση παρέμβαση του ιδιωτικού κεφαλαίου. Ο μονοπωλιακός έλεγχος μέσω των συμπράξεων και των χορηγιών, της διανομής, ο έλεγχος των «διαύλων» παρουσίασης της τέχνης στο κοινό, σε συνδυασμό με την απαξίωση των εργατικών και νεολαιίστικων πολιτιστικών φορέων και των συλλογικών φορέων των καλλιτεχνών και με τον πολυδιαφημιζόμενο «πολιτιστικό εθελοντισμό», θα δημιουργήσει μια πληρέστερα ελεγχόμενη και εμπορευματοποιημένη καλλιτεχνική παραγωγή.

Και βέβαια στις προγραμματικές δηλώσεις και στο Πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ δε γίνεται λόγος κανείς για την «ανατροπή» του νομοθετικού έργου της ΝΔ στον Πολιτισμό το τελευταίο διάστημα, ακριβώς γιατί στρατηγικά η ΝΔ ταυτίζεται με το ΠΑΣΟΚ που και αυτό ψήφισε:

  • Τα «καταδυτικά πάρκα» (2005) που ανοίγουν το δρόμο για τη λειτουργία ιδιωτικών επιχειρήσεων κατάδυσης, χωρίς να έχει καταγραφεί και διασωθεί η ενάλια πολιτιστική κληρονομιά, ανοίγοντας έτσι το δρόμο στην ενάλια αρχαιοκαπηλία και καταστροφή των ενάλιων αρχαιοτήτων.
  • Την ιδιωτικού δικαίου και προσανατολισμού δημιουργία του Εθνικού Κέντρου Θεάτρου και Χορού.
  • Την ιδιωτικού δικαίου και προσανατολισμού, αδιαβάθμητη «Ακαδημία Τεχνών».
  • Την απόσχιση του Νέου Μουσείου Ακρόπολης από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και τη σταδιακή ιδιωτικοποίησή του.
  • Την παραχώρηση του Φαληρικού Δέλτα στο ίδρυμα Νιάρχος και τη δημιουργία της «ΑΕ Κέντρο Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος» που θα διαχειρίζεται το χώρο και την υπαγωγή σε αυτήν της Λυρικής Σκηνής και της Εθνικής Βιβλιοθήκης.
  • Τη σκανδαλώδη διάθεση των αποθεματικών του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων στους (Ιδιωτικού Δικαίου, ΑΕ) «Ενοποίηση Αρχαιολογικών Χώρων Αθήνας», «Οργανισμό Προστασίας Ελληνικού Πολιτισμού», «Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων ΕΑΕ».

Η αναφορά που κάνει το ΠΑΣΟΚ στην αναμόρφωση του νόμου περί χορηγιών αφορά δευτερεύοντα διαδικαστικά θέματα. Σχετίζεται με τη διατυπωμένη διαφωνία με τη ΝΔ για το αν θα πρέπει να μπαίνει το ΥΠΠΟ ρυθμιστής στο πού θα δοθούν οι χορηγίες μέσω του «συμβουλίου χορηγών» του ΥΠΠΟ (το ΠΑΣΟΚ φαίνεται να επιθυμεί την απευθείας).

Τα άμεσα μέτωπα πάλης

Μπροστά στη σημερινή ανάληψη της κυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ, πρέπει να μην ξεχαστεί η νωπή πείρα από την προηγούμενη διακυβέρνησή του. Ο κίνδυνος είναι να εμπλέξουν τους εργαζόμενους και τους καλλιτέχνες σε ελπίδες σχετικά με το πρόσωπο του νέου υπουργού, που είναι στην «επιστημονική ελίτ της χώρας και άνθρωπος με παιδεία κλπ.» και με τα νέα πρόσωπα που διαχειρίζονται και όλα τα άλλα πόστα στα υπουργεία που σχετίζονται με τον Πολιτισμό.

Πρέπει να ενισχύσουμε την πληροφόρηση και να ανοίξουμε τα άμεσα μέτωπα πάλης με οξύτητα:

  • Για τη διεκδίκηση του δικαιώματος των εργαζομένων και της νεολαίας στα πολιτιστικά αγαθά: Ελεύθερο χρόνο με σταθερή και μόνιμη δουλειά με πλήρη δικαιώματα, υποδομές και οικονομική στήριξη για την ανάπτυξη της ερασιτεχνικής δημιουργίας, ελεύθερους χώρους, φθηνά εισιτήρια και ελεύθερη πρόσβαση στα πολιτιστικά αγαθά.
  • Για τα άμεσα ζητήματα ζωής και δουλειάς των καλλιτεχνών: Την ασφάλιση και συνταξιοδότηση των καλλιτεχνικών κλάδων χωρίς εργοδότη, το προσωρινό μέτρο των βιβλιαρίων πρόνοιας στους ανασφάλιστους καλλιτέχνες, τις λεγόμενες «συντάξεις καλλιτεχνών – λογοτεχνών» και τη διεύρυνσή τους για τους ανασφάλιστους κλάδους, τα Εργασιακά και το Ασφαλιστικό όλων των καλλιτεχνών με εργοδότη, σε συνεργασία με το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα.

Να αποκαλύψουμε τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου που υπηρετεί το ΠΑΣΟΚ στον τομέα του Πολιτισμού και να εντείνουμε την πάλη μας για την ανάπτυξη ενός πλατιού μετώπου στο χώρο του Πολιτισμού που θα παλέψει για: ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΩΝ ΓΙΑ ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ,για την ανάπτυξη καλλιτεχνικής και ερασιτεχνικής δημιουργίας ως αντίδοτο στην εμπορευματοποίηση και τα αγοραία πρότυπα της μονοπωλιακής πολιτιστικής βιομηχανίας. Ο στόχος αυτός για να υλοποιηθεί ολοκληρωμένα, απαιτούνται βαθύτερες αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις στη χώρα. Ενώνεται με την προοπτική για λαϊκή οικονομία και λαϊκή εξουσία.

Παλεύουμε για την αναγέννηση του Πολιτισμού, αγωνιζόμαστε για:

  • Πολιτιστική παραγωγή και δημιουργία που στόχο θα έχει – αντί για το κέρδος – την αισθητική και πνευματική ανάπτυξη του λαού μας και αποφασιστικό ρόλο σ’ αυτή θα έχουν οι άνθρωποί της και η ίδια η κοινωνία.
  • Να πάψει η τέχνη να αντιμετωπίζεται σαν εμπορικό προϊόν, ώστε να μπορέσει να αναπνεύσει ελεύθερα η καλλιτεχνική δημιουργία και οι συντελεστές της.

Διεκδικούμε:

  • Να συγκροτηθεί ενιαίος δημόσιος μηχανισμός παραγωγής και διανομής του καλλιτεχνικού έργου, αποτελούμενος από κρατικούς φορείςμε φιλολαϊκή πολιτιστική αντίληψη και πολιτική, που θα λειτουργούν με κρατική χρηματοδότηση και συλλογικές διαδικασίες διοίκησης και χάραξης πολιτικής, στις οποίες θα εκπροσωπούνται με αποφασιστικό ρόλο οι συλλογικοί φορείς των δημιουργών, ερμηνευτών, τεχνικών και όλων των άλλων συντελεστών της παραγωγής και διανομής του. Απαιτούμε όλοι οι εποπτευόμενοι σήμερα από το ΥΠΠΟ φορείς να είναι αποκλειστικά δημόσιοι. Είμαστε αντίθετοι στην ιδιωτικοοικονομική – επιχειρηματική λειτουργία των Μουσείων, των κρατικών θεάτρων, των ΔΗΠΕΘΕ, των κρατικών ορχηστρών, των Δημοτικών Μουσικών Συνόλων κλπ., στην υπαγωγή του ΕΚΚ στο καθεστώς των ΔΕΚΟ. Απαιτούμε κατάργηση της απαράδεκτης συμφωνίας με το ίδρυμα Νιάρχου για την ΕΛΣ και την Εθνική Βιβλιοθήκη. Λέμε όχι στην πολιτική της «αποκέντρωσης» – βαθύτερης ιδιωτικοποίησης της πολιτιστικής δραστηριότητας με συγχώνευση των ΔΗΠΕΘΕ σε περιφερειακά θέατρα. Απαιτούμε ίδρυση κρατικών σκηνών και αιθουσών τέχνης σε κάθε πόλη και υπαγωγή τους απευθείας στο ΥΠΠΟ, καμία περικοπή θέσεων και δραστηριοτήτων στα κρατικά θέατρα. Απαιτούμε την παρουσία της τέχνης στο δημόσιο χώρο, την αναβάθμιση της δημόσιας αισθητικής με τη διενέργεια πανελλήνιων καλλιτεχνικών διαγωνισμών, με συλλογική εκπροσώπηση των καλλιτεχνών στις επιλογές.
  • Συγκρότηση πανελλαδικού δικτύου δημόσιων πολιτιστικών κέντρων σε κάθε συνοικία και χωριό με βιβλιοθήκες, θεατρικές σκηνές, αίθουσες κινηματογραφικών προβολών, συναυλιών κ.ά., κυψέλες για την πολιτιστική και μορφωτική ανάπτυξη της νεολαίας και των εργαζομένων, κύτταρα της λαϊκής ερασιτεχνικής δημιουργίας.
  • Καθιέρωση δωδεκάχρονου βασικού σχολείου, που μαζί με τη γνώση πρέπει να καλλιεργεί και το συναισθηματικό κόσμο των μαθητών, αναπτύσσοντας την αισθητική αγωγή. Ιδρυση δημόσιων και δωρεάν κέντρων καλλιτεχνικής εκπαίδευσης για τη φοίτηση μαθητών μετά το σχολείο και εργαζομένων που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε συγκεκριμένο καλλιτεχνικό τομέα.
  • Δωρεάν πρόσβαση όλου του λαού στους αρχαιολογικούς χώρους και τα κάθε είδους μουσεία, που πρέπει να αποτελούν αποκλειστικά κρατική ιδιοκτησία. Δωρεάν είσοδο των μαθητών, φοιτητών και σπουδαστών σε θέατρα και κινηματογράφους.
  • Κατοχύρωση σταθερότητας στην εργασία με μείωση του εργάσιμου χρόνου ώστε να αναπτύσσεται το πολιτιστικό επίπεδο του λαού μας και οι αντιστάσεις του στις κυρίαρχες αξίες και αντιλήψεις ζωής.
  • Γενναία αύξηση του κρατικού προϋπολογισμού για τον Πολιτισμό. Να ενισχυθούν οικονομικά και υλικά οι δημόσιοι φορείς και η εγχώρια παραγωγή που κινείται έξω από τα μονοπωλιακά και πολυεθνικά κυκλώματα με ισότιμη συμμετοχή στην κρατική στήριξη. Να αποδοθεί το 1,5% από τις εταιρείες τηλεοπτικών σταθμών στην κινηματογραφική παραγωγή όπως ορίζει ο νόμος. Υλοποίηση της απόδοσης του 1% από τη δαπάνη των δημοσίων κτιρίων και χώρων για την καλλιτεχνική τους διακόσμηση με διαγωνισμούς. Καμία χρηματοδότηση από το κράτος παραγωγών πολυεθνικών εταιρειών ή των μονοπωλιακών συγκροτημάτων του θεάματος. Τα Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, καθώς και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, οι κρατικές αίθουσες τέχνης να πάψουν να αποτελούν διακινητές της ξένης και εγχώριας μονοπωλιακής παραγωγής, να μπουν στην υπηρεσία της πολιτιστικής ανάπτυξης του λαού μας και όχι της κερδοφορίας των πολυεθνικών του θεάματος και της τουριστικής βιομηχανίας.
  • Εργασιακή και οικονομική αναβάθμιση όλων των συντελεστών του πολιτιστικού έργου.Υπογραφή ουσιαστικών ΣΣΕ σε θέατρα, οπτικοακουστικό τομέα, ΔΗΠΕΘΕ, Νυχτερινά Κέντρα, δήμους κλπ. που να καλύπτουν τις σύγχρονες ανάγκες μας και υποχρεωτική εφαρμογή τους σε κάθε χώρο. Αύξηση του αφορολόγητου ορίου στις 30.000 ευρώ και κατάργηση της φορολογίας στα είδη πλατιάς κατανάλωσης και στα καύσιμα. Επίδομα ανεργίας στο 80% του μισθού, υπολογισμό του χρόνου ανεργίας ως συντάξιμου. Επιδότηση των ανέργων χωρίς καμία προϋπόθεση. Κατάργηση του θεσμού των συμβασιούχων κάθε κατηγορίας. Πλήρη και σταθερή εργασία για όλους.
  • Ενιαίο καθολικό και αποκλειστικά δημόσιο σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης.Κατάργηση όλων των αντιασφαλιστικών νόμων (Σιούφα, Ρέππα, Πετραλιά). Διατήρηση όλων των κατηγοριών καλλιτεχνών που εντάσσονται στα βαρέα και ανθυγιεινά. Κατάργηση των εισφορών για τον τομέα της Υγείας. Καθολική λύση του ασφαλιστικού – συνταξιοδοτικού των ανασφάλιστων καλλιτεχνών – δημιουργών σε βάση συλλογική και αναλογική.
  • Ιδρυση Ανώτατων Καλλιτεχνικών Σχολών, δημόσιων και δωρεάν, στο πλαίσιο της Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης για την επιστημονική μόρφωση των καλλιτεχνών όλων των ειδικοτήτων (ηθοποιοί, μουσικοί, σκηνοθέτες κ.ά.). Οχι στην ψευτοκατάρτιση από τους εμπόρους της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης και την λεγόμενη «Ακαδημία Τεχνών». Οχι στην υποβάθμιση των ήδη υπαρχουσών ανώτατων καλλιτεχνικών σπουδών και στην εφαρμογή των κατευθύνσεων της Μπολόνια.
 

«ΣΑΛΑΜΟΠΟΙΗΣΗ» ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ. «Μισές» κηρύξεις… ολόκληρες καταστροφές

  • Η περίπτωση του ιστορικού κτιρίου της οδού Ζαλοκώστα 7 στην Αθήνα και η θέση του ΚΚΕ
Το κτίριο στη Ζαλοκώστα 7

Χαρακτηριστική περίπτωση για το πώς αντιμετωπίζει το αστικό κράτος την αρχιτεκτονική και ιστορική μνήμη αποτελεί η πολυκατοικία της οδού Ζαλοκώστα 7 στην Αθήνα. Πρόκειται για κτίριο που κατασκευάστηκε το 1938 από τον αρχιτέκτονα Αδριανό Λαζαρίμο, δημιουργό, εκτός των άλλων, και του κινηματοθεάτρου «Παλλάς».Πέρα από τα αρχιτεκτονικά του χαρακτηριστικά που διασώζουν ένα κομμάτι της αστικής ανάπτυξης του μεσοπολέμου σε μια πόλη που καταστρέφεται καθημερινά, το κτίριο αυτό «φέρει» και μια ιδιαίτερη ιστορική κληρονομιά. Το υπόγειό του χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της κατοχής ως τόπος βασανιστηρίων, ενώ προπολεμικά είχε διαμορφωθεί ως καταφύγιο με ειδική προφύλαξη από αέρια. Σύμφωνα, επίσης, με μαρτυρίες, το κτίριο επικοινωνεί με παλιά στοά, η οποία χρησιμοποιήθηκε από το ΕΑΜ κατά την επιχείρηση ανατίναξης του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία» το Δεκέμβρη του 1944, όταν είχε μετατραπεί σε έδρα της «κυβέρνησης» Παπανδρέου και των Αγγλων κατακτητών.

Σήμερα ανήκει στο Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο, το οποίο, το 2003 ήθελε να το κατεδαφίσει, κάτι που τελικά αποφεύχθηκε. Το θέμα είναι ότι το υπουργείο Πολιτισμού επί σειρά ετών αδιαφορούσε για την «τύχη» του κτιρίου και δεν προχωρούσε στην κήρυξή του ως διατηρητέου. Αυτό τελικά επετεύχθη μόλις το 2008, οπότε χαρακτηρίστηκε ως ιστορικό κτίριο. Κι όμως, μόλις τέσσερις μήνες μετά, τον περασμένο Απρίλη, ο υπουργός Πολιτισμού αποφασίζει να ξαναστείλει το θέμα στο συμβούλιο για να εξετάσει «τον προσδιορισμό του εύρους του χαρακτηρισμού (κέλυφος, υπόγειος χώρος κ.λπ.)». Δηλαδή, να επαναπροσδιοριστεί τι ακριβώς χαρακτηρίζεται από το κτίριο.

  • «Πουκάμισο αδειανό»…
Το εγκαταλειμμένο «Ξενία» στη Βυτίνα (ένα από τα πέντε πρώτα που χαρακτηρίστηκαν το 2008)

Στοιχειώδης γνώση της γενικότερης αντιμετώπισης των διατηρητέων κτιρίων από τους ιδιώτες (κυρίως επιχειρήσεις και τράπεζες) αρκεί για να υποψιαστεί κανείς, πως αυτού του είδους οι «σαλαμοποιήσεις» των χαρακτηρισμών στοχεύουν στην ικανοποίηση αιτημάτων για χρήσεις του κτιρίου. Το «φρούτο» της «διατήρησης»… διά της προσόψεως (δηλαδή διατήρηση των όψεων του κτιρίου και… «γαία πυρί μειχθήτω» στο εσωτερικό του) δεν είναι καινούργιο. Το 2004 η Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ παρουσίασε τις απόψεις της για «το πρόβλημα της προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς». Ως «πρόβλημα» δε νοούνταν μόνο η επιστημονική προσέγγιση του θέματος, αλλά και το πρόβλημα που προκύπτει από την αντίθεση ανάμεσα στην παραπάνω προσέγγιση και στη διαχρονική ανάγκη του κεφαλαίου να λύνει τέτοιου είδους ζητήματα προς όφελός του. Οι αρχιτέκτονες διαπίστωσαν την ανυπαρξία πολιτικής προστασίας των μνημείων που «κακοποιούνται βάναυσα» με βασικό κίνητρο την κερδοσκοπία στη γη και τη συνειδητή διαστρέβλωση από το ίδιο το κράτος ακόμη και του υπάρχοντος νομοθετικού πλαισίου προστασίας. Αλλά και ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων είχε καταγγείλει ότι τα κτίρια αυτά «ανασκευάζονται», παρά την κήρυξή τους, «με τις λεγόμενες ειδικές ρυθμίσεις του ΥΠΕΧΩΔΕ». Τα αποτελέσματα αυτών των «ρυθμίσεων», είναι: «Η αύξηση του αριθμού των ορόφων και η αναντιστοιχία των όψεων με το εσωτερικό του κτιρίου. Προσθήκες και επιπλέον ορόφων πάνω από το κηρυγμένο κτίριο. Η καταστροφή όλων των χαρακτηριστικών αρχιτεκτονικών στοιχείων της εσωτερικής δομής τους. Η διατήρηση μόνο του εξωτερικού τους κελύφους και αυτού αλλοιωμένου από τους επιπλέον ορόφους. Η μετατροπή του κτιρίου σε σκηνικό. Η εν τέλει καταστροφή της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς».Δεν είναι η πρώτη φορά που το υπουργείο Πολιτισμού επιτίθεται σε αυτό που θα έπρεπε να προστατεύει. Το 2006, π.χ. το Ε’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ακύρωσε την πράξη του ΥΠΠΟ του 2004, με την οποία είχε εγκριθεί μελέτη για πλήρη εσωτερική αναδιάταξη (γκρέμισμα ορόφων κ.λπ.) του ιστορικού κτιρίου της πλατείας Κλαυθμώνος, επί των οδών Σταδίου 32 και Κοραή 2 που χτίστηκε το 1860 και που είχε κηρυχτεί διατηρητέο από το 1984. Με την απόφαση του ΥΠΠΟ προβλεπόταν το γκρέμισμα τεσσάρων ορόφων και η δημιουργία εσωτερικά έξι χαμηλοτάβανων ορόφων, κατά τη γνωστή τακτική. Το ΣτΕ ανέφερε ότι στα διατηρητέα κτίρια επιτρέπονται μόνο ορισμένες επεμβάσεις για στατικούς και λειτουργικούς λόγους. Είναι ανεπίτρεπτο, όμως, οι επεμβάσεις αυτές να αλλοιώνουν το γενικό αρχιτεκτονικό χαρακτήρα και τις βασικές αρχές της αρχιτεκτονικής σύνθεσης των κτιρίων.

Ανάλογη επίθεση έχουν υποστεί και τα «Ξενία». Τα περισσότερα έχουν περάσει στη διαχείριση της Εταιρείας Τουριστικών Ακινήτων του υπουργείου Τουρισμού, η οποία ουσιαστικά προωθεί την εκποίησή τους. Οταν το 2008 στο Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων συζητιόταν η κήρυξη πέντε εξ αυτών, προέκυψε ότι η Διεύθυνση Νεότερης και Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς του ΥΠΠΟ, πρότεινε στο ΚΣΝΜ την κήρυξη ως μνημείου μόνο του κελύφους των κτιρίων και όχι του εσωτερικού τους. Δηλαδή μια «μισή» κήρυξη που στην πράξη θα σήμαινε ολόκληρη καταστροφή, αφού, ειδικά με τον τρόπο που είναι χτισμένα τα «Ξενία», δεν «υπάρχει» κέλυφος με τη στενή έννοια του όρου. Αρα οποιαδήποτε αλλαγή του εσωτερικού τους θα σήμαινε συνολική αλλοίωση. Ο στόχος είναι πάλι το κέρδος, αφού οι αλλαγές στο εσωτερικό τους παραπέμπουν σε ξενοδοχειακές μονάδες που οι αρχιτέκτονες χαρακτήρισαν ως «μικρές “Μεγάλες Βρετανίες”» και όχι ως «μοτέλ» που απευθύνονταν στα μικρά και μεσαία εισοδήματα.

  • «Το όφελος για το λαό δεν έχει μόνο οικονομική διάσταση»

Η πολιτική ουσία αυτών των ζητημάτων αναδείχθηκε στην πρόσφατη Ερώτηση του ΚΚΕ προς τους υπουργούς Πολιτισμού, Εμπορικής Ναυτιλίας και Αιγαίου, με αφορμή την «περίεργη» αναπομπή του θέματος του κτιρίου της Ζαλοκώστα για «επανεξέταση». Οι ερωτώντες κομμουνιστές βουλευτές (Εύα Μελά, Λιάνα Κανέλλη, Διαμάντω Μανωλάκου και Βέρα Νικολαΐδου) σημειώνουν ότι το σκεπτικό της κήρυξης του κτιρίου δίνει ακριβώς ιδιαίτερο βάρος «στο μνημειακό ιστορικό των υπογείων, αλλά και στο κέλυφος του κτιρίου, που αποτελεί ένα από τα ελάχιστα εναπομείνατα δείγματα της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της εποχής του μεσοπολέμου». Συνεπώς, «αναρωτιέται κανείς για το πραγματικό νόημα αυτής της αναπομπής».

Για το ΚΚΕ, βέβαια, το ερώτημα είναι ρητορικό. Επισημαίνει ότι «τα διατηρητέα κτίρια αποτελούν πολύτιμα δείγματα της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς και μπορούν να επαναχρησιμοποιούνται με εκσυγχρονισμό της εσωτερικής τους δομής χωρίς να καταστρέφονται τα εξωτερικά ή εσωτερικά αρχιτεκτονικά ή ιστορικά τους στοιχεία (…)». Αφού αναφέρει και την ιστορική διάσταση του κτιρίου, το ΚΚΕ προσθέτει ότι «η πολιτιστική μας κληρονομιά και η ιστορική μνήμη του λαού δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να μπαίνουν στην “Προκρούστεια κλίνη” στο όνομα της όποιας εμπορικής εκμετάλλευσης. Μάλιστα, οφείλει η Πολιτεία να παίρνει όλα εκείνα τα μέτρα, ώστε τα περιουσιακά στοιχεία των Ταμείων να αποδίδουν τα μέγιστα προς όφελος των εργαζομένων. Ενα όφελος που δεν έχει οικονομική μόνο διάσταση». Αναφερόμενο δε στις «ειδικές ρυθμίσεις» του ΥΠΕΧΩΔΕ που είδαμε παραπάνω, στην Ερώτηση σημειώνεται ότι με αυτές, «τα όποια διασωθέντα κηρυγμένα κτίρια της Αθήνας “αξιοποιήθηκαν” αφού φορτώθηκαν με εφιαλτικές προσθήκες και καταστράφηκε ολόκληρη η εσωτερική δομή τους (…)».

Ακόμη και αν το ΚΣΝΜ δεν ενδώσει στις κυβερνητικές πιέσεις και εμμείνει στην αρχική κήρυξη ολόκληρου του κτιρίου, το θέμα της… «διατήρησης διά των προσόψεων» μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο εντός ενός πλαισίου πάλης που θα στοχεύει στην κατάργηση της μετατροπής της πολιτιστικής κληρονομιάς σε εμπόρευμα.


Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 19 Ιούλη 2009
 

ΚΚΕ: Ο πολιτισμός να είναι κοινωνικό αγαθό

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ

Ολοκληρώθηκε χτες στη Βουλή, η συζήτηση του νομοσχεδίου με τίτλο «Μεσογειακοί Αγώνες – Βόλος 2013», στο οποίο περιέχεται σειρά διατάξεων που αφορούν στον τομέα του Πολιτισμού. Το νομοσχέδιο καταψήφισε το ΚΚΕ, εστιάζοντας ιδιαίτερα στα θέματα που αφορούν το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, που ουσιαστικά θα λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, αλλά και στη ρύθμιση τεχνικών θεμάτων σχετικά με τους περίφημους «χορηγούς» σε πολιτισμό και αθλητισμό.

Οσον αφορά στις ρυθμίσεις σχετικά με το Μουσείο της Ακρόπολης, ο Νίκος Γκατζής τόνισε ότι «μας εξευτελίζει όλους μέσα στη Βουλή. Ερχονται ειλημμένες αποφάσεις, έργα παράνομα και η Βουλή συνεχίζει, όπως και προηγούμενα επί ΠΑΣΟΚ, να αποτελεί τελικά γραφείο έκδοσης οικοδομικών αδειών. Θα ήθελα να θυμίσω ότι στο Μουσείο της Ακρόπολης δεν υπάρχει ουσιαστικά καμία κανονική άδεια. Εκτός από την άδεια που βγήκε από την Πολεοδομία για εκσκαφές και αντιστήριξη, που και αυτή ανακλήθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας». Ο βουλευτής του ΚΚΕ αναφέρθηκε και στο θέμα των χορηγιών, τονίζοντας τη ριζική αντίθεση του Κόμματος με τον εν λόγω … «θεσμό». Οπως είπε, χορηγοί «είναι αυτοί που πίνουν το αίμα του εργαζόμενου και έρχονται στο τέλος και κάνουν δωρεές. Επίσης, είναι αυτοί που ξεπλένουν μαύρο χρήμα και θέλουν να χειραγωγήσουν και τον αθλητισμό και τον πολιτισμό». Καταθέτοντας την πρόταση του ΚΚΕ, ο Νίκος Γκατζής σημείωσε πως «για μας η λύση είναι το κράτος να έχει τις απαραίτητες υποδομές, την απαραίτητη και αναγκαία χρηματοδότηση για τον πολιτισμό και όχι το 0,51%. Θα πρέπει να φτάσει τουλάχιστον στο 2%, όπως είχαμε προτείνει και κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού. Θα πρέπει να ενισχυθεί η καλλιτεχνική δημιουργία με όλες τις υποδομές, τις δημόσιες, θα πρέπει να γίνουν ανοιχτές και δημόσιες διοργανώσεις και να υπάρχει ο συλλογικός έλεγχος. Από την άλλη μεριά, θα πρέπει να ενισχυθεί ο κόσμος της τέχνης και της πολιτιστικής δημιουργίας με δομές που θα δίνουν τη δυνατότητα έκφρασης σε όλους».

 

Σύγκρουση δύο αντιλήψεων στον Πολιτισμό

  • Από τη μια αυτή που τον εμπορευματοποιεί και την πρεσβεύουν τα κόμματα του κεφαλαίου, και από την άλλη, αυτή που τον θεωρεί λαϊκό αγαθό και ανάγκη, που πρεσβεύει το ΚΚΕ
Διαδήλωση του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών

Στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε ένα ευνοϊκό χορηγικό περιβάλλον, ένα περιβάλλον που θα πολλαπλασιάσει τους πόρους που κατευθύνονται στον πολιτισμό, πόρους που σε άλλη περίπτωση θα πήγαιναν σε διαφορετικού τύπου επενδύσεις λιγότερο επωφελείς για την κοινωνία μας. Και ως μια κυβέρνηση που πιστεύουμε στον κοινωνικό φιλελευθερισμό και δεν έχουμε πολιτικά συμπλέγματα στην αξιοποίηση του ιδιωτικού τομέα, εμείς στηρίζουμε αυτήν την πολιτική (Μιχάλης Λιάπης, υπουργός Πολιτισμού της κυβέρνησης της ΝΔ στη Βουλή, Μάης 2008).Λέτε – (προς τους βουλευτές του ΚΚΕ) – ότι η σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία, ο πολιτισμός δεν μπορούν να περνούν μέσα από την τουριστική ανάπτυξη. Εγώ πιστεύω ότι ακριβώς το αντίθετο πρέπει να συμβαίνει. Αυτή η χώρα, αυτός ο τόπος δεν έχει ούτε πλουτοπαραγωγικές πηγές, δεν έχει βαριά βιομηχανία, για να μπορέσει να προχωρήσει η κοινωνία και να ζήσει ευτυχέστερα ο κόσμος που ζει σε αυτόν τον τόπο. Εχουμε, όμως, τον ήλιο, έχουμε τα νησιά μας με τη θάλασσα, έχουμε αυτό το εξαιρετικό κλίμα. Αυτά μπορούμε να τα δέσουμε με τον πολιτισμό. Γιατί συνέχεια μιλάτε για εμπορευματοποίηση του Πολιτισμού, για εμπορευματοποίηση της Παιδείας; Αυτά δεν πρέπει να συνδεθούν; (Μαρία Δαμανάκη, υπεύθυνη για τον Πολιτισμό από το ΠΑΣΟΚ στη Βουλή, Μάης 2008).

Από κινητοποίηση των σωματείων της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Θεάματος – Ακροάματος

Eδώ ακριβώς είναι που συγκρούονται οι δύο θεμελιώδεις αντιλήψεις. Η αντίληψη που υπηρετούν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ και που λέει ότι η Τέχνη και ο Πολιτισμός είναι εμπόρευμα και η αντίληψη που έχει ο κόσμος της δουλειάς, ότι η Τέχνη και ο Πολιτισμός είναι κοινωνικό αγαθό, είναι λαϊκή ανάγκη αυτό που στηρίζει το ΚΚΕ. Αυτό που εισπράττει ο εργαζόμενος τα τελευταία χρόνια, είναι ότι η Τέχνη είναι εμπόρευμα. Ο πολιτισμός για την άρχουσα ιδεολογία είναι άρμα για να εδραιώσει την πολιτική της.

Είναι γνωστό – είχε πει ο Μάνος Χατζιδάκις – πως μες στον τόπο μας τα τελευταία τούτα χρόνια ζούμε μια νέα δικτατορία που ακμάζει και εκμεταλλεύεται τις συμπλεγματικές δημοκρατίες του καιρού μας, με αυθαίρετες προδιαγραφές που τις χαράζουν οι ιεροφάντες της μετριότητας και της ανυπαρξίας. Ο καθένας καταλαβαίνει την πίκρα και το θυμό που βγαίνει μέσα απ’ αυτήν την τοποθέτηση.

  • Εμπορευματοποίηση της Τέχνης

Το ΚΚΕ αντιλαμβάνεται τον πολιτισμό σαν το σύνολο των επιτευγμάτων του ανθρώπου στον τομέα της επιστήμης, της εργασίας και στις τέχνες. Εχει να κάνει συνολικά με τον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς με την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής των ανθρώπων.

Τα τελευταία χρόνια, τα μέσα παραγωγής και αναπαραγωγής της τέχνης, της αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου των εργαζομένων συγκεντρώνονται σε λίγα χέρια, σε τεράστια σούπερ μάρκετ τέχνης, αγκαλιάζοντας όλη την έκταση του θεάματος και ακροάματος, με πολύπλευρη αρνητική επίδραση. Τα σχέδια για τον κινηματογράφο, η δημιουργία ιδρυμάτων και ακαδημιών που προωθούν την εμπορευματοποίηση της Τέχνης, η ίδρυση της Ακαδημίας Τεχνών ως ένα αδιαβάθμητο ΙΕΚ είναι ενδεικτικά. Η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής και διακίνησης των έργων Τέχνης και γενικότερα των πολιτιστικών αγαθών σε λίγους μονοπωλιακούς ομίλους – μια διαδικασία που στη χώρα μας βρίσκεται σε μια διαδικασία γρήγορης ανάπτυξης – οδηγεί στη χρήση τους με γνώμονα το κέρδος, την απόκτηση επιρροής από τους κατέχοντες, την προώθηση έργων που πουλάνε, ή έργων με περιεχόμενο αποδεκτό, ώστε να προωθηθούν. Ο έλεγχος αυτός αποφασίζει τι παράγεται και κυρίως τι φτάνει στον αποδέκτη και τι δεν φτάνει ποτέ.

Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης στον τομέα του Πολιτισμού, την οποία τα τελευταία 20 χρόνια οι κυβερνήσεις υπηρετούν, είναι μια πολιτική ισοπέδωσης πολιτιστικής, εμπορευματοποίησης της Τέχνης. Το ιδιωτικό κεφάλαιο, όχι μόνο εμπλέκεται στη διακίνηση της Τέχνης, αλλά από το 2000 και μετά ενεργά εμπλέκεται στην παραγωγή πολιτιστικών αγαθών. Εχουμε μια προσπάθεια ολοκληρωτικής εμπορευματικής διαχείρισης του ελεύθερου χρόνου των εργαζομένων με την ενίσχυση της καπιταλιστικής πολιτιστικής βιομηχανίας.

Το 2003, η Τέχνη εντάχθηκε στη Συμφωνία της GATT. Στα πλαίσια αυτά, η κυβερνητική πολιτική, όπως την έχει βιώσει ο εργαζόμενος από το 1994 στον τομέα του Πολιτισμού, είναι μια σταδιακή ιδιωτικοποίηση του χώρου των τεχνών και του πολιτισμού, κατάργηση κάθε κοινωνικού ελέγχου και συμμετοχής των συλλογικών φορέων των καλλιτεχνών και των εργαζομένων στη διαμόρφωση της κρατικής πολιτιστικής πολιτικής, ιδιωτικοποίηση των θεσμών του υπουργείου Πολιτισμού.

  • Σύνδεση Πολιτισμού – Τουρισμού

Στη μουσική, οι δημόσιες μεγάλες ορχήστρες φυτοζωούν ή κλείνουν, ενώ το χώρο της παραγωγής της μουσικής λυμαίνεται το μεγάλο επιχειρηματικό κεφάλαιο. Στο χώρο των εικαστικών, τα σύγχρονα μουσεία λειτουργούν σαν ιδιωτικοί χώροι, δε γίνονται δημόσιες εκθέσεις, δεν υπάρχουν υποδομές. Οταν γίνονται κάποιες δημόσιες εκθέσεις, γίνονται με ιδιωτικά κριτήρια. Οι εκπροσωπήσεις χωρίς διαφάνεια. Τα δημόσια καλλιτεχνικά έργα έχουν συρρικνωθεί, γιατί έχει συρρικνωθεί η έννοια του δημόσιου χώρου και έχει εμπορευματοποιηθεί, γιατί υπάρχει η λογική της σύνδεσης του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα.

Μέσα σ’ αυτήν την αντίληψη, που είναι η κυρίαρχη, βλέπουμε τελευταία να προωθείται και η σύνδεση του πολιτισμού με τον τουρισμό. Αυτή η προσπάθεια σύνδεσης του Πολιτισμού αποκλειστικά με τον Τουρισμό σηματοδοτεί την ακύρωση της ίδιας της παιδευτικής έννοιας της Τέχνης, σημαίνει τη μετατροπή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και της σύγχρονης τέχνης σε οικονομικά φιλέτα για το συμφέρον του κεφαλαίου.

Χαρακτηριστικός χώρος όπου βρίσκει έκφραση αυτή η πολιτική που απομακρύνει το νέο από τον πολιτισμό, είναι ο χώρος της εκπαίδευσης, που κατ’ εξοχήν θα έπρεπε να είχε σαν βασικό του στόχο την ολόπλευρη ανάπτυξη της συνείδησης και της προσωπικότητας του νέου ανθρώπου. Στην πραγματικότητα, τα τελευταία δέκα χρόνια και παραπάνω, η καλλιτεχνική παιδεία και η αισθητική αγωγή έχουν υποβαθμιστεί μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό ήδη έχει ξεκινήσει από την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που έκανε το ΠΑΣΟΚ το 1997. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο δημοτικό καταργούνται σταδιακά από το αναλυτικό πρόγραμμα των μαθημάτων τα καλλιτεχνικά μαθήματα και μετακινούνται στην ευέλικτη ζώνη, στα παιδοφυλακτήρια του ολοήμερου σχολείου και αυτά τα μαθήματα διδάσκονται από συμβασιούχους των 300 ευρώ, με καθεστώς ημιαπασχόλησης. Στο Γυμνάσιο, υπάρχει μόνο μία ώρα κάθε 15 ημέρες για εικαστικά ή μουσική. Στο Λύκειο, ο εξεταστικοκεντρικός χαρακτήρας του δεν επιτρέπει ούτε αυτήν την περιορισμένη διδασκαλία. Το σχέδιο και η Ιστορία Τέχνης, όπου γίνονται, είναι κατ’ επιλογήν μαθήματα με αποτέλεσμα να πραγματοποιούνται μόνο εάν επιλεγούν και μόνο εάν συγκεντρωθεί ο απαιτούμενος αριθμός για τη συγκρότηση τμήματος.

Την ίδια στιγμή, αφθονούν τα προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ενωσης που εξωραΐζουν την ευρωπαϊκή πολιτιστική ταυτότητα και τις αξίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τα προγράμματα που φτιάχνονται από επιχειρηματικούς ομίλους, τα οποία κρίνουν τα έργα τέχνης με βάση τα δικά τους αξιολογικά κριτήρια και από την άλλη μεριά η διασκέδαση, ο πολιτισμός της εκτόνωσης. Πώς θα διαμορφώσει ο νέος άνθρωπος προσωπικότητα; Πώς θα αναπτύξει τα κριτήριά του; Πώς θα μάθει να εκφράζεται; Πώς θα γίνει ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος χωρίς αισθητική αγωγή μέσα στην υποχρεωτική δημόσια και δωρεάν Παιδεία, ανεξάρτητα από το τι επάγγελμα θα ακολουθήσει στο μέλλον;

Ασφαλώς με το 0,56% του κρατικού προϋπολογισμού δεν μπορεί να ασκηθεί η πολιτιστική πολιτική.

  • Πολιτιστική διαπάλη

Μέσα σ’ αυτό το τοπίο, καλείται ο καλλιτέχνης να δημιουργήσει με αβεβαιότητα, ανασφάλιστος, ανελεύθερος. Είναι περιθωριοποιημένος, χωρίς δυνατότητες άμιλλας, αναλώσιμος, παραδομένος στον ανταγωνισμό που δημιουργούν οι εμπορευματοποιημένες σχέσεις στο χώρο του πολιτισμού. Η κατάσταση αυτή είναι αποτέλεσμα συνολικά της αντιλαϊκής αντιεκπαιδευτικής πολιτικής, της εμπορευματοποίησης της Παιδείας και του Πολιτισμού που προωθείται από την Ευρωπαϊκή Ενωση και υλοποίησαν οι κυβερνήσεις στη χώρα μας.

Η διαπάλη, η ιδεολογική, η πολιτική, η πολιτιστική διαπάλη είναι εντονότατη, που κάθε φορά σε κάθε ιστορική στιγμή εκφράζεται με πολλούς τρόπους, είτε τη βλέπει κανένας να εκφράζεται στη μάχη ανάμεσα στη δημοτική και την καθαρεύουσα, είτε ανάμεσα στα σκυλάδικα και στην ποιότητα, ανάμεσα στα ριάλιτι και στα καλά θέατρα και τα καλά έργα. Είναι δύο στρατηγικές: Από τη μια, η στρατηγική του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας και από την άλλη οι στρατηγικές και οι πολιτικές του καπιταλιστικού συστήματος στη χώρα μας.

Σ’ αυτήν τη διαπάλη που κρατάει χρόνια, η προοδευτική διανόηση, ο κόσμος της Τέχνης και του Πολιτισμού, οι δημιουργοί με ανήσυχο πνεύμα και ευαίσθητες κεραίες πάντα διάλεγαν την πλευρά της εργατικής τάξης στην πάλη της για την ανατροπή του καπιταλισμού, την πρωτοπορία της, το ΚΚΕ, βοηθώντας με το έργο τους να ανοίγονται νέοι δρόμοι για το λαϊκό κίνημα.

  • Σ.Α., Ριζοσπάστης, Κυριακή 7 Ιούνη 2009