RSS

Category Archives: Πολιτισμός και ΠΑΣΟΚ

Πολιτισμός – εργαλείο της κερδοφορίας του κεφαλαίου και ο ρόλος του ΠΑΣΟΚ

  • Επεξεργασία του Πολιτιστικού Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ για την κυβερνητική πολιτιστική πολιτική του ΠΑΣΟΚ (1993 – 2003) και τις Προγραμματικές Δηλώσεις της κυβέρνησης στον τομέα του Πολιτισμού

Το ΠΑΣΟΚ, με την πολιτική και τις θέσεις του για τον πολιτισμό, είτε ως κυβέρνηση είτε ως αξιωματική αντιπολίτευση και πάντα μέσω των οργάνων της ΕΕ, ακολουθεί, συνδιαμορφώνει και εφαρμόζει όλες τις «μεταλλάξεις» της καπιταλιστικής διαχείρισης στον πολιτιστικό τομέα με αξιοσημείωτη προθυμία. Συνέβαλε και συμβάλλει, δε, τα μέγιστα, ως χαρακτηριστικό σοσιαλδημοκρατικό μόρφωμα, στην ιδεολογική χειραγώγηση και ενσωμάτωση των εργατών του πνεύματος και της τέχνης, καθώς και του λαού, στην κυρίαρχη αστική κουλτούρα, με βασικό στρατηγικό στόχο την ικανοποίηση των απαιτήσεων του ευρω-ενωσιακού κεφαλαίου για πλήρη εμπορευματοποίηση της δημιουργίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς, ως βασικής προϋπόθεσης για την αναπαραγωγή και την κερδοφορία του, αλλά και για την απρόσκοπτη χειραγώγηση των συνειδήσεων.

Ανασκόπηση στην πολιτιστική πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ

Το ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του ’80 ιδιαίτερα στη διάρκεια της δεύτερης κυβερνητικής τετραετίας του και στο πλαίσιο της γενικότερης συντηρητικoποίησης και ευθυγράμμισής του με την πολιτική της ΕΟΚ τροποποίησε σταδιακά και την πολιτιστική πολιτική του. Αυτή η προσαρμογή οδήγησε σε κατακόρυφη μείωση τις κρατικές δαπάνες για τον πολιτισμό που είχαν αυξηθεί την πρώτη τετραετία της διακυβέρνησής του. Παράλληλα, διευρύνθηκαν σημαντικά οι «χορηγίες» και η είσοδος του μεγάλου κεφαλαίου στο χώρο, προετοιμάστηκαν οι ιδιωτικοποιήσεις.

Μετά το 1993, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ταυτίστηκε με τη γραμμή της ΕΕ για την προώθηση «ενιαίας πολιτιστικής ταυτότητας» και τη δημιουργία των προϋποθέσεων ανάπτυξης της καπιταλιστικής βιομηχανίας του θεάματος. Αξιοποίησε εντατικά τα ευρωπαϊκά προγράμματα για τη διαμόρφωση των προϋποθέσεων αυτών και την ενσωμάτωση των καλλιτεχνών, προώθησε τις ιδιωτικοποιήσεις, πήρε μέτρα περιστέλλοντας τις όποιες κατακτήσεις των καλλιτεχνών και γενικότερα του λαϊκού κινήματος. Πιο συγκεκριμένα:

1. Ιδιωτικοποίησε από το 1994, τους περισσότερους θεσμούς παραγωγής και προώθησης της καλλιτεχνικής δημιουργίας που ανήκαν στο υπουργείο Πολιτισμού (Κρατικά Θέατρα και κρατικές μουσικές σκηνές, Φεστιβάλ Αθηνών, Κινηματογράφου, μουσεία κλπ.).
2. Ολα τα νέα θεσμικά πρόσωπα του ΥΠΠΟ συστάθηκαν ως οργανισμοί «ιδιωτικού δικαίου», με διορισμένα ΔΣ από τον υπουργό Πολιτισμού και με ιδιωτικο-οικονομική λειτουργία.
3. Σε όλα τα διοικητικά όργανα του ΥΠΠΟ και στις επιτροπές τέχνης του υπουργείου τοποθετήθηκαν ως «προσωπικότητες» του χώρου της τέχνης έμποροι και μεσάζοντες, επιχειρηματίες και εκπρόσωποι των επιχειρήσεων του Τύπου, ενώ οι συλλογικοί πολιτιστικοί φορείς περιορίσθηκαν ή εκτοπίσθηκαν.
4. Ξεκίνησε η σταδιακή εκχώρηση στο μεγάλο κεφάλαιο του δημόσιου χώρου.
5. Παραχωρήθηκε στο μεγάλο κεφάλαιο το μεγαλύτερο μέρος από το πενιχρό 0,5% του κρατικού προϋπολογισμού για τον Πολιτισμό.

Στόχοι της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ ήταν η ενίσχυση της κερδοφορίας του κεφαλαίου και η χειραγώγηση της καλλιτεχνικής παραγωγής με μέτρα που διευκόλυναν:

  • Τη μεγαλύτερη διείσδυση του μεγάλου κεφαλαίου όχι μόνο στη διακίνηση, αλλά και στην παραγωγή καλλιτεχνικών έργων με σύνθημα: «Οχι στον κρατικοδίαιτο πολιτισμό».
  • Την ανάδειξη του μονοπωλιακού κεφαλαίου σε ρυθμιστή και παραγωγό της κρατικής πολιτιστικής πολιτικής με την προώθηση κατάλληλων θεσμών και πρωτοβουλιών διαχείρισης και παραγωγής πολιτιστικών αγαθών.
  • Την αποτελεσματική υλοποίηση των κατευθύνσεων της ΕΕ για τον πολιτισμό, δηλαδή ενίσχυση της καπιταλιστικής πολιτιστικής βιομηχανίας, οικονομική διαχείριση του «ελεύθερου χρόνου» των πολιτών, εμπορευματοποίηση της τέχνης, πολιτιστική ομογενοποίηση (ενιαία πολιτιστική ταυτότητα), προώθηση του «ευρωπαϊκού ιδεώδους».

Στο έδαφος αυτό απαξιώθηκαν οι συλλογικοί φορείς των καλλιτεχνών και των εργατικών και νεολαιίστικων πολιτιστικών συλλόγων, και γενικότερα του μαζικού κινήματος, ενώ οξύνθηκαν τα εργασιακά προβλήματα και η ανασφάλιστη εργασία των καλλιτεχνών δημιουργών, οι οποίοι περιθωριοποιήθηκαν παραπέρα ή οδηγήθηκαν στην ενσωμάτωση.

Ολα εμπόρευμα

Αναλυτικότερα, για την περίοδο 1993-2003:

Μετά την ψήφιση της Συνθήκης του Μάαστριχτ:

  • Το ΠΑΣΟΚ κατατάσσει χωρίς προσχήματα – όπως άλλωστε και η ΕΕ στα ντοκουμέντα της – την τέχνη στον τομέα των εμπορευμάτων και υιοθετεί την έννοια «καλλιτεχνικά προϊόντα» για την καλλιτεχνική δημιουργία.
  • Ενισχύεται η δραστηριοποίηση Ιδιωτικών φορέων και Ιδρυμάτων στο χώρο του πολιτισμού. Tο συγκρότημα Λαμπράκη που κυριαρχεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών – προϊόν κρατικής επιχορήγησης και φορολογίας του ελληνικού λαού – απορροφά το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού του ΥΠΠΟ, είναι απρόσιτο οικονομικά για το μεγάλο κοινό, ενώ αποκτά μεγαλύτερο ρόλο στις πολιτιστικές και καλλιτεχνικές παραγωγές. Κάνει όχι μόνο μετακλήσεις και συναυλίες, διεισδύει και στο χώρο της εκπαίδευσης της Τέχνης και γενικότερα της εκπαίδευσης… (με τα νέα σχολικά βιβλία, την έκδοση εποπτικού υλικού για τα σχολεία κλπ.).
  • Οι διεθνείς εκπροσωπήσεις της χώρας, όπως Biennalle κλπ., πραγματοποιούνται μέσω διορισμένων από τον υπουργό εκπροσώπων, χωρίς να τηρούνται διαδικασίες που να δίνουν τη στοιχειώδη δυνατότητα της άμιλλας στους καλλιτέχνες και με αυθαίρετα κριτήρια επιλογής.
  • Τα όργανα που έχουν συσταθεί στο ΥΠΠΟ (σε Εθνικό Θέατρο, ΚΘΒΕ, Λυρική Σκηνή, Ορχήστρα των Χρωμάτων, Καμεράτα, η Εταιρεία Προβολής της Πολιτικής Κληρονομιάς – που στην ουσία απορρόφησε το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων – το ΔΣ της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας, τα ΔΣ των Μουσείων, ακόμα και το ίδιο το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο) έχασαν τον όποιο συλλογικό χαρακτήρα είχε κατακτηθεί στην πρώτη 5ετία του ΠΑΣΟΚ. Οι καλλιτέχνες μέσω των φορέων τους έχουν περιοριστεί σε λίγες περιπτώσεις σε έναν εκπρόσωπο εν μέσω των «περί την Τέχνη» ασχολουμένων επιχειρηματιών. Το ΠΑΣΟΚ αναγνωρίζει ως ρυθμιστές του πολιτιστικού γίγνεσθαι πολυεθνικές εταιρείες, εκδότες Τύπου, εφοπλιστές, συλλέκτες, εμπόρους, μάνατζερς που θεωρούνται «παραγωγοί» του πολιτισμού, ενώ οι εκπρόσωποί τους χαράσσουν απροκάλυπτα πια την κρατική πολιτιστική πολιτική.
  • Ηδη, από το 1995, έχει επεκταθεί ο θεσμός των συμβασιούχων στο ΥΠΠΟ, και στα εποπτευόμενα Νομικά Πρόσωπα του Δημοσίου, ενώ στην Αρχαιολογική Υπηρεσία οι περισσότερες ανάγκες καλύπτονται πλέον με ελαστική εργασία χιλιάδων διοικητικών, αρχαιολόγων, αρχαιοφυλάκων, συντηρητών και εργατοτεχνιτών.

Εντείνεται ο μονοπωλιακός έλεγχος

Πιο ειδικά:
Α. Την περίοδο 1994 – 1995, με υπουργό Πολιτισμού τον Θ. Μικρούτσικο:
  • Ιδιωτικοποιήθηκαν ή καταργήθηκαν 17 νομικά πρόσωπα του Υπουργείου Πολιτισμού, μεταξύ των οποίων η «Στέγη Καλών Τεχνών και Γραμμάτων» θεσμός που στήριζε τα εικαστικά, την κλασική μουσική και τα γράμματα, δίνοντας βραβεία, υποτροφίες, και στέγη στα σωματεία του χώρου (λογοτέχνες, εικαστικούς, μουσουργούς)
  • Εγιναν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου με διορισμένες «ελέω υπουργού» διοικήσεις, τα κρατικά θέατρα, η Λυρική, ορχήστρες, σκηνές.
  • Εκτοπίσθηκαν οι συλλογικοί φορείς από όλες τις επιτροπές επεξεργασίας πολιτιστικής πολιτικής του Υπουργείου Πολιτισμού και στη θέση τους διορίστηκαν με το χαρακτηρισμό «προσωπικότητες του χώρου της τέχνης», έμποροι, μεσάζοντες, επιχειρηματίες και γενικά πρόσωπα του χώρου του εμπορίου της τέχνης και της διακίνησης.
  • Ψηφίζεται ο νόμος 2121/93 για την προστασία των «πνευματικών δικαιωμάτων», με την παρέμβαση του μαζικού κινήματος των καλλιτεχνών, νόμος που αργότερα τροποποιείται υπέρ των επιχειρηματιών που δρουν στο χώρο.
  • Επιχειρήθηκε η τροποποίηση του νόμου για τις τιμητικές συντάξεις των καλλιτεχνών – λογοτεχνών – που κάλυπτε έστω μερικώς και ανεπαρκώς τους ανασφάλιστους κλάδους των εικαστικών, των μουσουργών, των λογοτεχνών – έτσι ώστε οι συντάξεις αυτές να δίνονται μόνον αριστίδην και για «εξαιρετικές υπηρεσίες» σε πολύ λιγότερους από ένα διευρυμένο μάλιστα κύκλο δικαιούχων στον οποίο συμπεριλάμβανε και τους εκτελεστές. Μετά από συγκρούσεις και κινητοποιήσεις των καλλιτεχνών η εξέλιξη αυτή αποτράπηκε.
Β. Το 1996, με υπουργό Πολιτισμού τον Στ. Μπένο:
  • Ψηφίζεται μετά από κινητοποιήσεις νέος νόμος για τις τιμητικές συντάξεις των καλλιτεχνών (από τους πλέον ευνοϊκούς για το σύνολο των καλλιτεχνών – δημιουργών που διεύρυνε το φάσμα των δικαιούχων και στο χώρο των εκτελεστών και αυξήθηκε ο αριθμός). Λίγο αργότερα η κυβέρνηση εμφανίζεται να μελετά (εμπαίζοντας τους καλλιτέχνες) μια καθολική λύση για τους ανασφάλιστους καλλιτέχνες, με τη συμμετοχή των καλλιτεχνικών φορέων. Μελέτη που κατέληξε στην ευχή «να κάνετε αυτασφάλιση», δεδομένου ότι η γενικότερη οικονομική πολιτική περικοπής των κοινωνικών δαπανών, καθώς και οι κατευθύνσεις της ΕΕ, τις οποίες κατά γράμμα υπηρετούσε η κυβέρνηση, απέτρεπαν από την όποια λύση που θα αντιμετώπιζε την καλλιτεχνική δημιουργία ως κοινωνικό αγαθό.
  • Το υπουργείο Πολιτισμού προχωρά σε έναν παραπλανητικό ελιγμό ενσωμάτωσης των καλλιτεχνικών φορέων, καλώντας τους να συμμετάσχουν στη χάραξη «εθνικής πολιτικής στον πολιτισμό»! Στο πλαίσιο αυτό συζητιούνται κατά κλάδο τέχνης σημαντικά πορίσματα, τα οποία ουδέποτε δόθηκαν στη δημοσιότητα και φυσικά δε λήφθηκαν υπόψη.
Γ. Την περίοδο 1997 – 1999, με Υπουργό Πολιτισμού τον Ευάγ. Βενιζέλο:
  • Ψηφίζονται 2 πολυνόμοι – «σκούπες» όπου ιδιωτικοποιείται ό,τι είχε απομείνει στο ΥΠΠΟ (Μουσεία, Πινακοθήκες, Ορχήστρες, Φεστιβάλ Αθηνών, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων). Δημιουργείται ο ιδιωτικού δικαίου Οργανισμός Προώθησης Ελληνικού Πολιτισμού (ΟΠΕΠ) (ο γνωστός με το θέμα Ζαχόπουλου).
  • Με το νόμο 2557, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης καθίσταται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που «λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος»… «κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας». Ηδη από το 1992 έγινε διεθνές, χάνοντας το βασικό χαρακτήρα του ως καταρχήν βήμα προβολής του ελληνικού κινηματογράφου.
  • Στη διάρκεια του θεσμού «Θεσσαλονίκη – Πολιτιστική Πρωτεύουσα 1997», ιδρύονται μια σειρά νέα κρατικά μουσεία, πινακοθήκες και σκηνές ως Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου.
  • Τίθενται σε λειτουργία το «Δίκτυο Πόλεων» και το «Δίκτυο Καλλιτεχνικών Εργαστηρίων», θεσμοί όπου το κράτος σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση (το Υπουργείο Πολιτισμού συμμετείχε κατά 50% στη χρηματοδότηση και διόριζε το διδακτικό προσωπικό, το Διευθυντή και τους άλλους συντελεστές) δημιουργεί εργαστήρια, λέσχες ή κέντρα τεχνών σε επιλεγμένους Δήμους για τη δημιουργική απασχόληση των πολιτών. Το μέτρο αποδείχτηκε ανεπαρκές σε σχέση με τις ανάγκες.
  • Ψηφίζεται νόμος απόδοσης του 1% της δαπάνης των δημόσιων κτιρίων για τη δημιουργία και τοποθέτηση έργων εικαστικών τεχνών σε αυτά, που, όπως ο αντίστοιχος νόμος του 1989 ο οποίος είχε κατακτηθεί με αγώνες και περιλάμβανε και τους δημόσιους χώρους ουδέποτε υλοποιήθηκε γιατί δεν εκδόθηκαν ποτέ οι προβλεπόμενες υπουργικές αποφάσεις. Τη δημόσια αισθητική ορίζει τελικά το μεγάλο κατασκευαστικό κεφάλαιο.
  • Το 1997 υποχρεώνονται οι καλλιτέχνες χωρίς εργοδότη να εγγραφούν στο ΤΕΒΕ, (σημερινό ΟΑΕΕ, αυτασφάλιση) αν θέλουν να έχουν δικαίωμα να ασκούν επάγγελμα στην εφορία. Μετά από έντονους αγώνες εξαιρέθηκαν οι εικαστικοί καλλιτέχνες από αυτή την ρύθμιση που τους υποχρέωνε σε μηνιαίες εισφορές στο ΤΕΒΕ προκειμένου να μπορούν απλά να διατηρούν καλλιτεχνικό εργαστήριο. Οι άλλοι καλλιτεχνικοί κλάδοι των δημιουργών υποχρεούνται σε αυτασφάλιση, προκειμένου να μπορούν να εργάζονται με παραστατικά.
Δ. Τη δεύτερη κυβερνητική θητεία του ΠΑΣΟΚ 1999 – 2003 με Υπουργούς Πολιτισμού διαδοχικά τους Παπαζώη, Πάγκαλο και Βενιζέλο:
  • Το 2002 ψηφίζεται ο νέος Αρχαιολογικός Νόμος, που επιχειρεί για πρώτη φορά να ρυθμίσει τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς στο πλαίσιο των εμπορευματικών σχέσεων, καθορίζοντας ταυτόχρονα και τους όρους της αρχαιοπωλησίας.
  • Το πνεύμα του κοσμοπολιτισμού και της απαξίωσης της σύγχρονης ελληνικής καλλιτεχνικής δημιουργίας χαρακτηρίζει όλες τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες της περιόδου. Η διοργάνωση «μεγάλων» γεγονότων με «προσωπικότητες» που απομυζούν τη μερίδα του λέοντος από το πενιχρό ποσοστό του κρατικού προϋπολογισμού για τον πολιτισμό κυριαρχούν (π.χ. «Μυθωδία» του Β. Παπαθανασίου – όπου η μία ώρα κόστισε 1,5 δισεκατομμύριο δρχ. -, έκθεση «Outlook», εκθέσεις των εμπόρων τέχνης «ART ATHINA», ανάθεση στον Καλατράβα του Ολυμπιακού Σταδίου, καλλιτεχνική διακόσμηση του ΜΕΤΡΟ με απευθείας αναθέσεις, Πολιτιστική Ολυμπιάδα, ανέγερση του Νέου Μουσείου Ακρόπολης κλπ.).
  • Το 2000 παύει να εφαρμόζεται από το ίδιο το κράτος ο νόμος για τις τιμητικές συντάξεις των καλλιτεχνών και με νέο νόμο του 2002 καταργούνται οριστικά και επί της ουσίας οι τιμητικές συντάξεις χωρίς να έχει λυθεί το ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό των ανασφάλιστων καλλιτεχνών. Με τον νόμο του 2002 ζητούν από τους καλλιτέχνες να είναι ταυτόχρονα «επώνυμοι, άποροι και ασφαλισμένοι» προκειμένου να συγκροτήσουν δικαίωμα για σύνταξη. Από τότε οι ανασφάλιστοι καλλιτέχνες μένουν έτσι κυριολεκτικά στον αέρα. Οι συντάξεις δίνονται από το ΥΠΠΟ και «κόβονται» από το Υπουργείο Οικονομικών.
  • Παράλληλα, καταργήθηκαν μεγάλες συλλογικές πολιτιστικές δραστηριότητες, όπως η καθιερωμένη επί 50 χρόνια «Πανελλήνια καλλιτεχνική Εκθεση» που έδινε τη δυνατότητα να παρουσιαστεί κάθε δυο χρόνια η εικαστική δημιουργία στο πανελλήνιο και αντικαταστάθηκαν από ατομικές δραστηριότητες, όπως εκθέσεις «επιλεγμένων» καλλιτεχνών, οργανωμένες από ανθρώπους του χρηματιστηρίου της τέχνης και των συγκροτημάτων του Τύπου.

Σε όλο το διάστημα της εναλλάξ διακυβέρνησης του τόπου από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ το μεγάλο κεφάλαιο έφτασε να ελέγχει άμεσα και ολοκληρωτικά τον οπτικοακουστικό τομέα, έχοντας στην ιδιοκτησία του το μεγαλύτερο μέρος των ΜΜΕ, χωρίς ούτε καν να αποδίδει το 1,5% των κερδών τους για την ανάπτυξη του ελληνικού κινηματογράφου, όπως προβλέπει ο σχετικός νόμος του 1986.

Συμπερασματικά, το σύνολο των κυβερνητικών μέτρων που πάρθηκαν την τελευταία εικοσαετία δημιούργησαν ευνοϊκότερους και αποτελεσματικότερους όρους για την ανάπτυξη και παρέμβαση του μονοπωλιακού κεφαλαίου στον τομέα του πολιτισμού σύμφωνα με τη διεθνή στρατηγική του (είναι γνωστό ότι στη χώρα – πρότυπο για την ΕΕ, τις ΗΠΑ η «General Electric» – βασικός προμηθευτής όπλων του Πενταγώνου – είναι ιδιοκτήτης των 3 μεγαλύτερων τηλεοπτικών δικτύων της χώρας, η «Coca Cola» ελέγχει την «Columbia» κλπ.).

Η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου που επιτεύχθηκε μέσα από τις ρυθμίσεις της περιόδου που εξετάσαμε έχει ήδη επιφέρει βαρύτατα πλήγματα στην πολιτιστική ανάπτυξη του λαού. Ο ασφυκτικός έλεγχος της πολιτιστικής παραγωγής από τα μονοπωλιακά συγκροτήματα ορθώνει ακόμη μεγαλύτερα εμπόδια στην ανάπτυξη καλλιτεχνικού έργου έξω από τα κυρίαρχα πρότυπα και τους κανόνες της αγοράς, ενώ ταυτόχρονα καταδικάζει τα πλατιά εργατικά και λαϊκά στρώματα στην παθητική κατανάλωση των αγοραίων προϊόντων της βιομηχανίας της εκτόνωσης.

Στην άλλη πλευρά του νομίσματος, αναπτύσσεται η κοσμοπολίτικη κουλτούρα της κοινωνικής «ελίτ» με «εισαγωγές» καλλιτεχνικών προϊόντων από τις καπιταλιστικές «μητροπόλεις» και κυριαρχία των εγχώριων μονοπωλιακών παραγωγών που εκτοπίζουν σαρωτικά όσους μεμονωμένους καλλιτέχνες και δημιουργούς προβάλλουν αντιστάσεις στην εμπορευματοποίηση. Στο πλαίσιο αυτό, πρόσφατα ο πρωθυπουργός προσκάλεσε έναν Ισπανό αρχιτέκτονα για τον καλλωπισμό των δημόσιων χώρων μας, όπως αντίστοιχα ο Καλατράβα είχε αναλάβει το 2000 την αισθητική των Ολυμπιακών εγκαταστάσεων.

Παράλληλα, η κυβέρνηση φιλοδοξεί να εξασφαλίσει αντίστοιχα συμφωνίες εξαγωγής ελληνικών «ανταγωνιστικών πολιτιστικών προϊόντων» σε άλλες χώρες. Οπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο προεκλογικό της πρόγραμμα για τον πολιτισμό, στόχος της είναι η «αξιοποίηση του πολιτιστικού κεφαλαίου μας, ώστε το πολιτιστικό απόθεμα της χώρας να παρουσιάζεται ισότιμα στη διεθνή σκηνή και να αποτελέσει ισχυρή παραγωγική δύναμη». Ωστόσο, τουλάχιστον μέχρι σήμερα η πραγματικότητα της ανισόμετρης καπιταλιστικής ανάπτυξης διαψεύδει αυτού του είδους τις διακηρύξεις, που άλλωστε δεν είναι καινούργιες, αφού παρόμοιες εξαγγελίες διατυπώνονται χρόνια από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ.

Η αντι-πολιτιστική πολιτική συνεχίζεται…

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στο προεκλογικό της πρόγραμμα, σε συνδυασμό με τις προγραμματικές δηλώσεις της, αποκαλύπτει τους γενικούς άξονες στους οποίους θα κινηθεί τα επόμενα χρόνια η πολιτική της με κεντρική επιδίωξη να συνεχιστεί η μαζική εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής δραστηριότητας και με νέες μορφές να υποστηριχθεί η επέκταση της μονοπωλιακής εκμετάλλευσης του πολιτισμού.

Συγκεκριμένα, το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ για τον πολιτισμό φέρει τον τίτλο:

  • «Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΔΥΝΑΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΣΤΗΡΙΞΗ ΣΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΗ…»

Οταν μιλά για τον πολιτισμό ως δύναμη ανάπτυξης, η κυβέρνηση δεν εννοεί την αξιοποίηση του πολιτισμού για την πνευματική ανάπτυξη του λαού. Ο όρος ανάπτυξη αναφέρεται στην ενίσχυση της κερδοφορίας του κεφαλαίου και τη βελτίωση της θέσης των εγχώριων μονοπωλίων στον παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό μέσα από την αποδοτικότερη εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που προσφέρει ο πολιτισμός, όπως άλλωστε προβλέπεται από τη στρατηγική της Λισαβόνας, η οποία διαβλέπει στο πεδίο του πολιτισμού ανεκμετάλλευτες ακόμη δυνατότητες για ανάπτυξη της «ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας». Η συγχώνευση των υπουργείων Πολιτισμού και Τουρισμού – την οποία προωθούσε η κυβέρνηση της ΝΔ και τελικά νομοθέτησε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ – προδικάζει το είδος της πολιτιστικής ανάπτυξης που ευαγγελίζεται η κυβέρνηση: Ο πολιτισμός μετατρέπεται σε εξάρτημα της τουριστικής βιομηχανίας για προσέλκυση πελατών και εκσυγχρονισμό των τουριστικών πακέτων, ώστε να γίνουν πιο ανταγωνιστικά στη διεθνή αγορά. Από την υπόθεση αυτή, οι μόνοι κερδισμένοι θα είναι τα μονοπώλια του τουρισμού και της διασκέδασης και όχι ο πολιτισμός, ο οποίος θα γνωρίσει νέες, βαθύτερες μορφές εμπορευματοποίησης και χειραγώγησης, με τον αποκλεισμό κάθε καλλιτεχνικής έκφρασης που δεν εξυπηρετεί ή και αντιστρατεύεται τα οικονομικά και ιδεολογικά – πολιτικά συμφέροντα του κεφαλαίου. Αλλωστε, σε άλλο σημείο των προγραμματικών δηλώσεων οι προθέσεις της κυβέρνησης για την πολιτιστική ανάπτυξη γίνονται πιο συγκεκριμένες και ξεκάθαρες: «Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ», «από πεδίο παθητικής κατανάλωσης σε παραγωγική δύναμη της χώρας» (…) εξαγωγή πολιτιστικών προϊόντων (…) «προσέλκυση στην Ελλάδα πολιτιστικών δραστηριοτήτων από άλλες χώρες (…) εξαγωγή τεχνογνωσίας σε Νοτιοανατολική Ευρώπη και Μεσόγειο (…) με ποιοτικά κριτήρια και πιστοποιημένες διαδικασίες (…) σε συνεργασία με την ιδιωτική πρωτοβουλία (…) προώθηση “έξυπνων” υπηρεσιών και προϊόντων στην τουριστική αγορά».

Η πιστοποίηση ως εργαλείο μονοπώλησης

Με άλλα λόγια, παράλληλος στόχος είναι μια πιο εντατική και αποτελεσματική εμπορική εκμετάλλευση του πολιτιστικού πλούτου της χώρας από τα μονοπώλια με σκοπό να διεισδύσουν οικονομικά και πολιτικά σε νέες αγορές. Πρόκειται για κατεύθυνση που έρχεται να διευκολύνει τη διεύρυνση της οικονομικής δραστηριότητας τόσο των εγχώριων, όσο και των ξένων μονοπωλίων με βάση την αρχή του Μάαστριχτ για την οικονομία της ανοιχτής αγοράς, την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, εργατικού δυναμικού, εμπορευμάτων και υπηρεσιών και τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Οι «διαδικασίες πιστοποίησης» και τα αποκαλούμενα «ποιοτικά κριτήρια» στη διακίνηση των πολιτιστικών υπηρεσιών αποσκοπούν στον αποκλεισμό κάθε μη μονοπωλιακού φορέα από τη μοιρασιά, γιατί όπως είναι γνωστό στις προδιαγραφές και τα κριτήρια «πιστοποίησης» μπορούν να ανταποκριθούν μόνο ελάχιστοι ισχυροί όμιλοι με μεγάλη οικονομική επιφάνεια.

Ετσι και «η στήριξη στο δημιουργό»που διακηρύσσει η κυβέρνηση δεν αφορά στους καλλιτέχνες – δημιουργούς, αλλά στα μονοπωλιακά κυκλώματα παραγωγής και διανομής του καλλιτεχνικού έργου, στα οποία η κυβέρνηση εναποθέτει τη «στήριξη» του δημιουργού, καθώς θα δημιουργήσουν, όπως ισχυρίζεται, χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας. Για το πώς η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται το θέμα, είναι χαρακτηριστικές οι εξελίξεις στο χώρο του κινηματογράφου, όπου κάτω από το σύνθημα ότι ο κρατικός εναγκαλισμός του κινηματογράφου φιμώνει τις ριζοσπαστικές φωνές, ενισχύονται τα μέτρα που από το 1995 επέβαλαν στους μεμονωμένους σκηνοθέτες τη συνεργασία τους με εταιρείες παραγωγής προκειμένου να χρηματοδοτηθούν και επιχειρείται να καθιερωθούν πλουσιοπάροχα κίνητρα και κρατικές επιδοτήσεις στους μονοπωλιακούς κολοσσούς που λυμαίνονται όλο το κύκλωμα του κινηματογράφου, από την παραγωγή, μέχρι τη διακίνηση, τη διανομή και τη διαφήμιση. Στο πλαίσιο αυτό ο δημιουργός όχι μόνο δεν απελευθερώνεται, αλλά συνθλίβεται ολοσχερώς από τις απαιτήσεις των μονοπωλίων διανομής και προβολής του κινηματογραφικού έργου («Village», «Odeon» κλπ.). Οταν η κυβέρνηση μιλάει «για σαφείς και δημοσιοποιημένους όρους χρηματοδότησης έργων, προγραμμάτων, δράσεων και καθιέρωση μητρώου φυσικών και νομικών προσώπων για ανάληψη πολιτιστικών δράσεων» καταλαβαίνουμε ότι στόχο της έχει να δημιουργήσει δομές που «αξιοκρατικά» και «διαφανώς» θα αποκλείουν από τη χρηματοδότηση κάθε φωνή αμφισβήτησης στις κυρίαρχες αντιλήψεις για τον πολιτισμό και την αποστολή του. Το όφελος από όλη αυτή τη διαφάνεια θα είναι για το κεφάλαιο και τις επιχειρήσεις που πλέον και με «ISO» (σύστημα πιστοποίησης) θα νομιμοποιούν την αποκλειστικότητά τους στην πολιτιστική δραστηριότητα. Αλλωστε για το σεβασμό που δείχνει η κυρίαρχη πολιτική στο δημιουργό μιλούν από μόνες τους οι άθλιες εργασιακές σχέσεις που ισχύουν για τη μεγάλη μάζα των καλλιτεχνών, τα αλλεπάλληλα πλήγματα που δέχονται τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα, οι εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες βιοπορισμού τους, που τους καθιστούν ευάλωτους και πιο διαθέσιμους στο συμβιβασμό και την ενσωμάτωση.

«Η ελευθερία πρόσβασης και επιλογής στον πολίτη»αποτελεί παραπλάνηση. Είναι αλήθεια ότι ποτέ άλλοτε στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού δεν υπήρχαν τόσες πολλές ευκαιρίες για τον καθένα να έρθει σε επαφή με τις διάφορες μορφές τέχνης και πολιτισμού όσο σήμερα. Με τις νέες τεχνολογίες και ιδιαίτερα με το διαδίκτυο μπορεί κανείς με ελάχιστο κόστος να μεταφέρει στην οθόνη του υπολογιστή του εκθέματα μουσείων από κάθε μεριά του κόσμου, να παρακολουθήσει ιστορικές θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, κινηματογραφικά έργα, να επιλέξει ανάμεσα σε πληθώρα μουσικών κομματιών και εκτελέσεων, να δει έργα των μεγαλύτερων ζωγράφων κλπ. Ωστόσο ποτέ άλλοτε δεν υπήρχε τόσο μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις δυνατότητες της επιστήμης και της τεχνολογίας να φέρουν κοντά στο λαό την ανθρώπινη πνευματική και πολιτιστική δημιουργία και στις πιθανότητες να μπορέσουν οι εργαζόμενοι και η νεολαία να την προσεγγίσουν, να την απολαύσουν, πολύ περισσότερο να συμμετέχουν σ’ αυτή.

Διευρύνεται η πολιτιστική ανισότητα

Η αυξανόμενη οικονομική εκμετάλλευση και κοινωνική ανισότητα συμβαδίζουν με τη διεύρυνση της πνευματικής εκμετάλλευσης και της πολιτιστικής ανισότητας, στερώντας από τα λαϊκά στρώματα τη δυνατότητα και προπαντός τα μορφωτικά εφόδια που θα τους επιτρέψουν να κατακτήσουν τα επιτεύγματα του πνευματικού πολιτισμού, να νιώσουν τη συγκίνηση και τα νοήματα που εκπέμπει η αληθινή τέχνη, να παρακινηθούν και να εμπνευστούν σε δημιουργική δράση μέσα από αυτά. Την ανάγκη της ψυχαγωγίας και της δημιουργικής αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου έρχεται να καλύψει ο εμπορευματοποιημένος πολιτισμός της εκτόνωσης, που επιβάλλει στην καθημερινότητα της λαϊκής οικογένειας το αγοραίο γούστο των εύπεπτων προϊόντων της καπιταλιστικής πολιτιστικής βιομηχανίας. Η ελαχιστοποίηση του ελεύθερου χρόνου, ο αγώνας για την επιβίωση, το άγχος, η ανασφάλεια, το πλήθος των οικονομικών και άλλων προβλημάτων που αντιμετωπίζει κάθε εργαζόμενος συνηγορούν υπέρ αυτών των δήθεν προσιτών πολιτιστικών λύσεων. Η ελευθερία πρόσβασης και επιλογής του πολίτη είναι συνάρτηση αναγκαίων κοινωνικών, οικονομικών και παιδαγωγικών προϋποθέσεων που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να εξασφαλιστούν καθολικά στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Γι’ αυτό άλλωστε το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ μιλά για «Δημιουργία των προϋποθέσεων για ίσες ευκαιρίες»και όχι ίσες δυνατότητες «στην πρόσβαση, απόλαυση και συμμετοχή στην πολιτιστική δημιουργία», που στην ουσία μεταφράζονται σε μέτρα αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών, όπως ψηφιοποίηση μουσείων, ηλεκτρονικές εκδόσεις κλπ. που ταυτόχρονα θα διευκολύνουν την παραπέρα εμπορευματοποίηση του πολιτιστικού υλικού.

«ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ» «…Προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, των δημόσιων ελεύθερων χώρων και της πολιτιστικής κληρονομιάς..».Στην ουσία πρόκειται για παρεμβάσεις που θα κάνουν πιο ελκυστικές για επενδύσεις και ιδιωτική εκμετάλλευση περιοχές με τουριστικό ή άλλου είδους επιχειρηματικό ενδιαφέρον, αλλά και για εκχώρηση δημόσιων ελεύθερων χώρων σε ιδιώτες στο όνομα της προστασίας και της αξιοποίησής τους. Αναφέρονται ενδεικτικά η εκχώρηση από το ΥΠΕΧΩΔΕ (κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ) και το Δήμο Αθηναίων (ΝΔ) του Πάρκου Ελευθερίας στο Μέγαρο Μουσικής του ιδρύματος Λαμπράκη, η προσπάθεια – που αποτράπηκε λόγω διαμαρτυριών για αρχαιολογικά ευρήματα – να παραχωρηθεί δημόσιος χώρος στο Μουσείο Τέχνης Γουλανδρή, η παραχώρηση του Φαληρικού Δέλτα στο Ιδρυμα Νιάρχος από την κυβέρνηση της ΝΔ με την ψήφο και του ΠΑΣΟΚ και άλλα σε συνδυασμό με τη γενικότερη πολιτική εμπορευματοποίησης της γης που εφαρμόζει και τους δασοκτόνους νόμους που έχει παλιότερα ψηφίσει.

«ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ»Οταν το ΠΑΣΟΚ μιλά για ανάδειξη και προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν εννοεί τη στήριξή της από το κράτος, αλλά την παραχώρησή της στην αποκαλούμενη «κοινωνία των πολιτών», δηλαδή την «ιδιωτική πρωτοβουλία» των χορηγών και των διάφορων σωματείων, κινήσεων και «Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων» (ΜΚΟ), που ανοίγουν τραπεζικούς λογαριασμούς ζητώντας από το λαό – ο οποίος σηκώνει ήδη το κύριο βάρος της κρατικής χρηματοδότησης με τη βαριά άμεση και έμμεση φορολογία – να ξαναπληρώσει για την προστασία της κληρονομιάς του. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η όποια προστασία του πολιτιστικού πλούτου της χώρας να εναποτίθεται στην καλή προαίρεση των «ιδιωτών», οι οποίοι αναγορεύονται επίσημα από το κράτος σε σωτήρες της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ανάθεση, ουσιαστικά, στην κίνηση «ενεργών πολιτών» «Διάζωμα» της ευθύνης για την αναστήλωση των αρχαίων θεάτρων.

Χαρακτηριστικά, το κυβερνητικό πρόγραμμα μέσα στα γενικόλογα και εύηχα μιλάει «για υιοθεσία μνημείων από σχολεία, συλλόγους, δήμους η άλλους φορείς» (όπως ΜΚΟ ή ιδιώτες), καλύπτοντας πίσω από τον «εθελοντισμό» την εμπορευματοποίηση και την πολιτική συρρίκνωσης της κρατικής παρέμβασης στην προστασία και ανάδειξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, τη συνεχιζόμενη υποχρηματοδότηση του πολιτισμού και την παραπέρα μείωση του μόνιμου προσωπικού του ΥΠΠΟ. Για το πώς φαντάζεται την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς το ΠΑΣΟΚ, είναι χαρακτηριστικά ορισμένα γεγονότα της προηγούμενης διακυβέρνησής του όπου έγινε προσπάθεια εμπορευματοποίησης των αρχαιολογικών μας χώρων: Το Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου στο Ιδρυμα Λαμπράκη, το Ηρώδειο για επίδειξη μόδας του Κάλβιν Κλάιν (που απέτρεψε το μαζικό κίνημα, όπως απέτρεψε και τη «δωρεά» σημαντικών αρχαιοτήτων από την Αρχαία Ολυμπία σε ιδιωτικό μουσείο των «Αθανάτων» στη Λοζάνη το 1995). Αλλωστε, η κυβέρνηση προχώρησε στον υποβιβασμό του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων με τη δημιουργία της «ΑΕ Προστασίας Πολιτιστικής Κληρονομιάς», που μετεξελίχθηκε στο γνωστό Οργανισμό Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού (ΟΠΕΠ). Ετσι παρακάτω το πρόγραμμα αναφέρει ότι η κυβέρνηση «επιδιώκει την αυτονομία, την αυτοτέλεια των μουσείων… θεωρώντας αδιαπραγμάτευτο το δημόσιο χαρακτήρα τους».Με άλλα λόγια, αποσκοπεί στην επιχειρηματική λειτουργία του συνόλου των κρατικών μουσείων με προοπτική την ιδιωτικοποίησή τους, κατά τα πρότυπα των φορέων που ίδρυσε το 1997, με «ανταποδοτικότητα», χορηγίες και ιδιωτικοοικονομική λειτουργία, ακριβό εισιτήριο και εμπορευματοποιημένες λειτουργίες, όπως έγινε με το Νέο Μουσείο Ακρόπολης που με νόμο της ΝΔ, που ψηφίστηκε και από το ΠΑΣΟΚ, αποκόπηκε από την Αρχαιολογική Υπηρεσία κ.ά.

«Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΥΣΤΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ»Είναι γνωστό ότι κατά τις προηγούμενες τετραετίες της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ η καλλιτεχνική εκπαίδευση υποβαθμίστηκε σε κατάρτιση και δεξιότητεςκαι μαζί με αυτήν υποβαθμίστηκε και ο ρόλος του εκπαιδευτικού σε «εμψυχωτή» πολιτιστικών δραστηριοτήτων. Κατά την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του ΠΑΣΟΚ το 1997, μειώθηκαν οι ώρες καλλιτεχνικής εκπαίδευσης στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο, ενώ στο Λύκειο το μάθημα μετατράπηκε σε «προαιρετικό».

Το όψιμο ενδιαφέρον για την αναβάθμιση του πολιτισμού στην εκπαιδευτική διαδικασία προκύπτει από τις εκμεταλλευτικές ανάγκες της καπιταλιστικής πολιτιστικής βιομηχανίας για την αναπαραγωγή με χαμηλό κόστος μιας μάζας ευέλικτων, φτηνών και ανειδίκευτων εργαζομένων με στοιχειώδεις δεξιότητες στο χειρισμό πολιτιστικών ζητημάτων. Ετσι οι πολιτιστικές δεξιότητες σε πρόσφατες οδηγίες της ΕΕ εντάσσονται στις 8 βασικές ικανότητες που θα πρέπει να αποκτούν οι μαθητές από την υποχρεωτική εκπαίδευση. Είναι φανερό ότι σε καμία περίπτωση η κατεύθυνση αυτή δε σημαίνει καλλιέργεια αισθητικής αγωγής με σκοπό την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας του μαθητή, ούτε βέβαια τη δημιουργία δημόσιων και αναβαθμισμένων δομών καλλιτεχνικής παιδείας. Πρόκειται για υποκατάσταση της αισθητικής καλλιέργειας με ασύνδετες δεξιότητες χειρισμού απλών προβλημάτων. Αλλωστε, είναι χαρακτηριστικό ότι το ΠΑΣΟΚ στο πρόγραμμά του δε μιλά για ίδρυση δημόσιου συστήματος καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, αλλά για «ένταξη» της υπάρχουσας υποβαθμισμένης και ιδιωτικής «καλλιτεχνικής εκπαίδευσης» στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας. Διαφαίνεται δηλαδή η πρόθεση για ένταξη π.χ. των ιδιωτικών σχολών (θεάτρου, ωδείων κλπ.) στην ανώτατη εκπαίδευση και όχι για ίδρυση αποκλειστικά δημόσιων και δωρεάν ανώτατων καλλιτεχνικών σχολών, όπως είναι το αίτημα του κινήματος. Ετσι εξηγείται και το ότι το ΠΑΣΟΚ κατά την προηγούμενη διακυβέρνησή του ίδρυσε αντί αυτών ένα πλήθος υπολειτουργούντων «περί την τέχνη» σχολών, που εκπαιδεύουν θεωρητικούς και «κριτικούς τέχνης», μάνατζερς ή διαχειριστές – «εμψυχωτές», με στόχο τη στελέχωση της πολιτιστικής βιομηχανίας, ενώ κατά βάση τόσο η Μουσική όσο και η Θεατρική και Κινηματογραφική Παιδεία έμεινε στα χέρια των ιδιωτικών επιχειρήσεων και αδιαβάθμητη, εκτός υπουργείου Παιδείας.

Μια πλήρως εμπορευματοποιημένη καλλιτεχνική παραγωγή

«ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΜΕ», «…προϋποθέτει ένα συγκεκριμένο και δεσμευτικό πρόγραμμα πολιτισμού προς τα ΜΜΕ, που θα ενσωματώνει επιμορφωτικές και πολιτιστικές εκπομπές στις ζώνες υψηλής τηλεθέασης και ακροαματικότητας της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου και στην καθιέρωση πολιτιστικής ζώνης στα δελτία ειδήσεων»…και αλλού «με στόχο τη δημιουργία “πολιτιστικού καναλιού”, στα πλαίσια της ΕΡΤ, όπου θα προβάλλει την πολιτιστική παραγωγή».

Πρόκειται για μέτρο που σε ένα βαθμό ήδη υλοποιείται στο πρώτο σκέλος του από τα κρατικά και ιδιωτικά ΜΜΕ χωρίς αποτελέσματα στην αναβάθμιση του λαϊκού αισθητικού κριτηρίου και στην ουσία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την προβολή και διαφήμιση (στην πορεία και όταν δημιουργηθεί το κρατικό κανάλι με άφθονο κρατικό χρήμα) της δραστηριότητας της πολιτιστικής βιομηχανίας.

«ΤΟΠΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ – ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΣΗ», «…προγράμματα και δράσεις σε συνεργασία με την ΤΑ και τα περιφερειακά ΑΕΙ, με στόχο τη στήριξη των δημιουργών σε κάθε τοπική κοινωνία» …«ενεργοποίηση της ιδέας του πολιτιστικού εθελοντισμού… με εισαγωγή θεσμών αριστείας…», «…ενίσχυση των περιφερειακών δικτύων των τεχνών (ΔΗΠΕΘΕ, λέσχες, ωδεία, βιβλιοθήκες, εργαστήρια κλπ.». Είναι φανερή η προοπτική, σε συνδυασμό με την προώθηση του «Καποδίστρια 2» (τώρα το λένε σχέδιο «Καλλικράτης») και την ισχυροποίηση των ΣΔΙΤ (Συμπράξεις Δημόσιου Ιδιωτικού Τομέα), προώθησης νέων μορφών αποκέντρωσης της πολιτιστικής δραστηριότητας που θα συνοδευτεί με διεύρυνση των ανισοτήτων της, ανάλογα με τις διαχειριστικές και οικονομικές δυνατότητες της κάθε τοπικής κοινωνίας και μεγαλύτερη υποβάθμιση, αλλά και χειραγώγηση της πολιτιστικής δημιουργίας από την άμεση παρέμβαση του ιδιωτικού κεφαλαίου. Ο μονοπωλιακός έλεγχος μέσω των συμπράξεων και των χορηγιών, της διανομής, ο έλεγχος των «διαύλων» παρουσίασης της τέχνης στο κοινό, σε συνδυασμό με την απαξίωση των εργατικών και νεολαιίστικων πολιτιστικών φορέων και των συλλογικών φορέων των καλλιτεχνών και με τον πολυδιαφημιζόμενο «πολιτιστικό εθελοντισμό», θα δημιουργήσει μια πληρέστερα ελεγχόμενη και εμπορευματοποιημένη καλλιτεχνική παραγωγή.

Και βέβαια στις προγραμματικές δηλώσεις και στο Πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ δε γίνεται λόγος κανείς για την «ανατροπή» του νομοθετικού έργου της ΝΔ στον Πολιτισμό το τελευταίο διάστημα, ακριβώς γιατί στρατηγικά η ΝΔ ταυτίζεται με το ΠΑΣΟΚ που και αυτό ψήφισε:

  • Τα «καταδυτικά πάρκα» (2005) που ανοίγουν το δρόμο για τη λειτουργία ιδιωτικών επιχειρήσεων κατάδυσης, χωρίς να έχει καταγραφεί και διασωθεί η ενάλια πολιτιστική κληρονομιά, ανοίγοντας έτσι το δρόμο στην ενάλια αρχαιοκαπηλία και καταστροφή των ενάλιων αρχαιοτήτων.
  • Την ιδιωτικού δικαίου και προσανατολισμού δημιουργία του Εθνικού Κέντρου Θεάτρου και Χορού.
  • Την ιδιωτικού δικαίου και προσανατολισμού, αδιαβάθμητη «Ακαδημία Τεχνών».
  • Την απόσχιση του Νέου Μουσείου Ακρόπολης από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και τη σταδιακή ιδιωτικοποίησή του.
  • Την παραχώρηση του Φαληρικού Δέλτα στο ίδρυμα Νιάρχος και τη δημιουργία της «ΑΕ Κέντρο Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος» που θα διαχειρίζεται το χώρο και την υπαγωγή σε αυτήν της Λυρικής Σκηνής και της Εθνικής Βιβλιοθήκης.
  • Τη σκανδαλώδη διάθεση των αποθεματικών του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων στους (Ιδιωτικού Δικαίου, ΑΕ) «Ενοποίηση Αρχαιολογικών Χώρων Αθήνας», «Οργανισμό Προστασίας Ελληνικού Πολιτισμού», «Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων ΕΑΕ».

Η αναφορά που κάνει το ΠΑΣΟΚ στην αναμόρφωση του νόμου περί χορηγιών αφορά δευτερεύοντα διαδικαστικά θέματα. Σχετίζεται με τη διατυπωμένη διαφωνία με τη ΝΔ για το αν θα πρέπει να μπαίνει το ΥΠΠΟ ρυθμιστής στο πού θα δοθούν οι χορηγίες μέσω του «συμβουλίου χορηγών» του ΥΠΠΟ (το ΠΑΣΟΚ φαίνεται να επιθυμεί την απευθείας).

Τα άμεσα μέτωπα πάλης

Μπροστά στη σημερινή ανάληψη της κυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ, πρέπει να μην ξεχαστεί η νωπή πείρα από την προηγούμενη διακυβέρνησή του. Ο κίνδυνος είναι να εμπλέξουν τους εργαζόμενους και τους καλλιτέχνες σε ελπίδες σχετικά με το πρόσωπο του νέου υπουργού, που είναι στην «επιστημονική ελίτ της χώρας και άνθρωπος με παιδεία κλπ.» και με τα νέα πρόσωπα που διαχειρίζονται και όλα τα άλλα πόστα στα υπουργεία που σχετίζονται με τον Πολιτισμό.

Πρέπει να ενισχύσουμε την πληροφόρηση και να ανοίξουμε τα άμεσα μέτωπα πάλης με οξύτητα:

  • Για τη διεκδίκηση του δικαιώματος των εργαζομένων και της νεολαίας στα πολιτιστικά αγαθά: Ελεύθερο χρόνο με σταθερή και μόνιμη δουλειά με πλήρη δικαιώματα, υποδομές και οικονομική στήριξη για την ανάπτυξη της ερασιτεχνικής δημιουργίας, ελεύθερους χώρους, φθηνά εισιτήρια και ελεύθερη πρόσβαση στα πολιτιστικά αγαθά.
  • Για τα άμεσα ζητήματα ζωής και δουλειάς των καλλιτεχνών: Την ασφάλιση και συνταξιοδότηση των καλλιτεχνικών κλάδων χωρίς εργοδότη, το προσωρινό μέτρο των βιβλιαρίων πρόνοιας στους ανασφάλιστους καλλιτέχνες, τις λεγόμενες «συντάξεις καλλιτεχνών – λογοτεχνών» και τη διεύρυνσή τους για τους ανασφάλιστους κλάδους, τα Εργασιακά και το Ασφαλιστικό όλων των καλλιτεχνών με εργοδότη, σε συνεργασία με το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα.

Να αποκαλύψουμε τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου που υπηρετεί το ΠΑΣΟΚ στον τομέα του Πολιτισμού και να εντείνουμε την πάλη μας για την ανάπτυξη ενός πλατιού μετώπου στο χώρο του Πολιτισμού που θα παλέψει για: ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΩΝ ΓΙΑ ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ,για την ανάπτυξη καλλιτεχνικής και ερασιτεχνικής δημιουργίας ως αντίδοτο στην εμπορευματοποίηση και τα αγοραία πρότυπα της μονοπωλιακής πολιτιστικής βιομηχανίας. Ο στόχος αυτός για να υλοποιηθεί ολοκληρωμένα, απαιτούνται βαθύτερες αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις στη χώρα. Ενώνεται με την προοπτική για λαϊκή οικονομία και λαϊκή εξουσία.

Παλεύουμε για την αναγέννηση του Πολιτισμού, αγωνιζόμαστε για:

  • Πολιτιστική παραγωγή και δημιουργία που στόχο θα έχει – αντί για το κέρδος – την αισθητική και πνευματική ανάπτυξη του λαού μας και αποφασιστικό ρόλο σ’ αυτή θα έχουν οι άνθρωποί της και η ίδια η κοινωνία.
  • Να πάψει η τέχνη να αντιμετωπίζεται σαν εμπορικό προϊόν, ώστε να μπορέσει να αναπνεύσει ελεύθερα η καλλιτεχνική δημιουργία και οι συντελεστές της.

Διεκδικούμε:

  • Να συγκροτηθεί ενιαίος δημόσιος μηχανισμός παραγωγής και διανομής του καλλιτεχνικού έργου, αποτελούμενος από κρατικούς φορείςμε φιλολαϊκή πολιτιστική αντίληψη και πολιτική, που θα λειτουργούν με κρατική χρηματοδότηση και συλλογικές διαδικασίες διοίκησης και χάραξης πολιτικής, στις οποίες θα εκπροσωπούνται με αποφασιστικό ρόλο οι συλλογικοί φορείς των δημιουργών, ερμηνευτών, τεχνικών και όλων των άλλων συντελεστών της παραγωγής και διανομής του. Απαιτούμε όλοι οι εποπτευόμενοι σήμερα από το ΥΠΠΟ φορείς να είναι αποκλειστικά δημόσιοι. Είμαστε αντίθετοι στην ιδιωτικοοικονομική – επιχειρηματική λειτουργία των Μουσείων, των κρατικών θεάτρων, των ΔΗΠΕΘΕ, των κρατικών ορχηστρών, των Δημοτικών Μουσικών Συνόλων κλπ., στην υπαγωγή του ΕΚΚ στο καθεστώς των ΔΕΚΟ. Απαιτούμε κατάργηση της απαράδεκτης συμφωνίας με το ίδρυμα Νιάρχου για την ΕΛΣ και την Εθνική Βιβλιοθήκη. Λέμε όχι στην πολιτική της «αποκέντρωσης» – βαθύτερης ιδιωτικοποίησης της πολιτιστικής δραστηριότητας με συγχώνευση των ΔΗΠΕΘΕ σε περιφερειακά θέατρα. Απαιτούμε ίδρυση κρατικών σκηνών και αιθουσών τέχνης σε κάθε πόλη και υπαγωγή τους απευθείας στο ΥΠΠΟ, καμία περικοπή θέσεων και δραστηριοτήτων στα κρατικά θέατρα. Απαιτούμε την παρουσία της τέχνης στο δημόσιο χώρο, την αναβάθμιση της δημόσιας αισθητικής με τη διενέργεια πανελλήνιων καλλιτεχνικών διαγωνισμών, με συλλογική εκπροσώπηση των καλλιτεχνών στις επιλογές.
  • Συγκρότηση πανελλαδικού δικτύου δημόσιων πολιτιστικών κέντρων σε κάθε συνοικία και χωριό με βιβλιοθήκες, θεατρικές σκηνές, αίθουσες κινηματογραφικών προβολών, συναυλιών κ.ά., κυψέλες για την πολιτιστική και μορφωτική ανάπτυξη της νεολαίας και των εργαζομένων, κύτταρα της λαϊκής ερασιτεχνικής δημιουργίας.
  • Καθιέρωση δωδεκάχρονου βασικού σχολείου, που μαζί με τη γνώση πρέπει να καλλιεργεί και το συναισθηματικό κόσμο των μαθητών, αναπτύσσοντας την αισθητική αγωγή. Ιδρυση δημόσιων και δωρεάν κέντρων καλλιτεχνικής εκπαίδευσης για τη φοίτηση μαθητών μετά το σχολείο και εργαζομένων που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε συγκεκριμένο καλλιτεχνικό τομέα.
  • Δωρεάν πρόσβαση όλου του λαού στους αρχαιολογικούς χώρους και τα κάθε είδους μουσεία, που πρέπει να αποτελούν αποκλειστικά κρατική ιδιοκτησία. Δωρεάν είσοδο των μαθητών, φοιτητών και σπουδαστών σε θέατρα και κινηματογράφους.
  • Κατοχύρωση σταθερότητας στην εργασία με μείωση του εργάσιμου χρόνου ώστε να αναπτύσσεται το πολιτιστικό επίπεδο του λαού μας και οι αντιστάσεις του στις κυρίαρχες αξίες και αντιλήψεις ζωής.
  • Γενναία αύξηση του κρατικού προϋπολογισμού για τον Πολιτισμό. Να ενισχυθούν οικονομικά και υλικά οι δημόσιοι φορείς και η εγχώρια παραγωγή που κινείται έξω από τα μονοπωλιακά και πολυεθνικά κυκλώματα με ισότιμη συμμετοχή στην κρατική στήριξη. Να αποδοθεί το 1,5% από τις εταιρείες τηλεοπτικών σταθμών στην κινηματογραφική παραγωγή όπως ορίζει ο νόμος. Υλοποίηση της απόδοσης του 1% από τη δαπάνη των δημοσίων κτιρίων και χώρων για την καλλιτεχνική τους διακόσμηση με διαγωνισμούς. Καμία χρηματοδότηση από το κράτος παραγωγών πολυεθνικών εταιρειών ή των μονοπωλιακών συγκροτημάτων του θεάματος. Τα Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, καθώς και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, οι κρατικές αίθουσες τέχνης να πάψουν να αποτελούν διακινητές της ξένης και εγχώριας μονοπωλιακής παραγωγής, να μπουν στην υπηρεσία της πολιτιστικής ανάπτυξης του λαού μας και όχι της κερδοφορίας των πολυεθνικών του θεάματος και της τουριστικής βιομηχανίας.
  • Εργασιακή και οικονομική αναβάθμιση όλων των συντελεστών του πολιτιστικού έργου.Υπογραφή ουσιαστικών ΣΣΕ σε θέατρα, οπτικοακουστικό τομέα, ΔΗΠΕΘΕ, Νυχτερινά Κέντρα, δήμους κλπ. που να καλύπτουν τις σύγχρονες ανάγκες μας και υποχρεωτική εφαρμογή τους σε κάθε χώρο. Αύξηση του αφορολόγητου ορίου στις 30.000 ευρώ και κατάργηση της φορολογίας στα είδη πλατιάς κατανάλωσης και στα καύσιμα. Επίδομα ανεργίας στο 80% του μισθού, υπολογισμό του χρόνου ανεργίας ως συντάξιμου. Επιδότηση των ανέργων χωρίς καμία προϋπόθεση. Κατάργηση του θεσμού των συμβασιούχων κάθε κατηγορίας. Πλήρη και σταθερή εργασία για όλους.
  • Ενιαίο καθολικό και αποκλειστικά δημόσιο σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης.Κατάργηση όλων των αντιασφαλιστικών νόμων (Σιούφα, Ρέππα, Πετραλιά). Διατήρηση όλων των κατηγοριών καλλιτεχνών που εντάσσονται στα βαρέα και ανθυγιεινά. Κατάργηση των εισφορών για τον τομέα της Υγείας. Καθολική λύση του ασφαλιστικού – συνταξιοδοτικού των ανασφάλιστων καλλιτεχνών – δημιουργών σε βάση συλλογική και αναλογική.
  • Ιδρυση Ανώτατων Καλλιτεχνικών Σχολών, δημόσιων και δωρεάν, στο πλαίσιο της Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης για την επιστημονική μόρφωση των καλλιτεχνών όλων των ειδικοτήτων (ηθοποιοί, μουσικοί, σκηνοθέτες κ.ά.). Οχι στην ψευτοκατάρτιση από τους εμπόρους της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης και την λεγόμενη «Ακαδημία Τεχνών». Οχι στην υποβάθμιση των ήδη υπαρχουσών ανώτατων καλλιτεχνικών σπουδών και στην εφαρμογή των κατευθύνσεων της Μπολόνια.
Advertisements
 

ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ: Επιχειρηματικά… «υγιές»

  • Με ένα κράμα «οπαδικής» ψυχολογίας και «γιάπικου» οργανωτισμού επιχειρήθηκε να καλυφθεί ο αγοραίος προσανατολισμός της κυβέρνησης στον πολιτισμό
Παπαγεωργίου Βασίλης
Το «πολιτιστικό» κομμάτι του κυβερνητικού προγράμματος έτσι όπως ακούστηκε το περασμένο Σαββατοκύριακο στη Βουλή, διά στόματος του υπουργού Πολιτισμού – Τουρισμού, Π. Γερουλάνου, δεν είχε εκπλήξεις, ούτε καν ειδήσεις. Αλλωστε το ΠΑΣΟΚ δημοσιοποίησε αναλυτικά το πρόγραμμά του για τον πολιτισμό τον περασμένο Απρίλη, ενώ, η ταύτισή του με την «πολιτιστική» πολιτική της ΝΔ ήταν ξεκάθαρη και κατά την περίοδο που βρισκόταν στην αντιπολίτευση, αλλά και από την κοινή τους συμφωνία σε όλες τις αποφάσεις της ΕΕ.

Το ΠΑΣΟΚ εκλαμβάνει τον πολιτισμό ως εμπορευματικό «προϊόν» και το δημιουργό ως εν δυνάμει «επιχειρηματία», ο οποίος απλά συμβαίνει να είναι… «ταλαντούχος». Οτιδήποτε βγαίνει εκτός αυτού του πλαισίου «εξορίζεται» από την «αγορά», αφού δε συνιστά «πλεονέκτημα» «ανταγωνιστικότητας». Στο πρόγραμμά του σημειώνεται, ότι «η πολιτιστική πολιτική του ΠΑΣΟΚ έχει στόχο να αναδείξει το πολιτιστικό προϊόν, να ενθαρρύνει πρωτότυπες επιχειρηματικές ιδέες, να δώσει προβάδισμα στους ταλαντούχους», προσθέτοντας ότι «η οικονομία του πολιτισμού είναι ένας νέος αναπτυσσόμενος τομέας της οικονομίας». Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, «προώθηση και προβολή πιστοποιημένων προϊόντων και υπηρεσιών σε συνεργασία με την ιδιωτική πρωτοβουλία (…) προώθηση “έξυπνων” υπηρεσιών και προϊόντων στην τουριστική αγορά (…) καθιέρωση ολοκληρωμένης εθνικής επενδυτικής στρατηγικής», στην οποία θα «συμβάλουν» πολιτεία, Τοπική Αυτοδιοίκηση και «ιδιωτική πρωτοβουλία». Αυτή η «συμβολή» και η «υγιής συνεργασία» φτάνει μέχρι την… «υιοθεσία μνημείων από σχολεία, συλλόγους και άλλους φορείς» (σ.σ. δηλαδή ιδιώτες κάθε μορφής, όπως Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, «φίλοι» μνημείων, «πολιτιστικά ιδρύματα» του κεφαλαίου, «χορηγοί» κλπ)…

Ακολουθώντας τη γνώριμη ρητορική της εγχώριας σοσιαλδημοκρατίας, ο νέος υπουργός Πολιτισμού – Τουρισμού επιχείρησε να «ντύσει» τη στοχοπροσήλωση της κυβέρνησης στην εμπορευματοποίηση του πολιτισμού προβάλλοντας το γνωστό ιδεολόγημα «συντήρηση – πρόοδος», ακριβώς για να καλύψει το γεγονός ότι το κόμμα του δε θα κινηθεί «ρούπι» εκτός των απαιτήσεων της καπιταλιστικής «αγοράς».

  • «Τυλιγμένοι» στη… σημαία

Αξιοσημείωτος είναι ο ρητορικός τρόπος που αιτιολόγησε την «ένωση» των υπουργείων Πολιτισμού – Τουρισμού: «(…) έρχεται να υπηρετήσει ένα φιλόδοξο όραμα: Να αποδείξουμε σε μας τους ίδιους, και να αναδείξουμε σε όλο τον κόσμο, με την ποιότητα που μας αξίζει, το ποιοι πραγματικά είμαστε: την ταυτότητά μας. Να αναδείξουμε τη διαφορετικότητά μας, τη μοναδικότητά μας σαν λαός και σαν τόπος (…) Ποιος μπορεί να αρνηθεί τη συγκίνηση που νοιώθουμε όταν βλέπουμε ο πολιτισμός μας να θαυμάζεται και να υιοθετείται από άλλους πολιτισμούς (…) Ποιος δεν έχει βγει στους δρόμους να πανηγυρίσει με περηφάνια ένα αθλητικό γεγονός τυλιγμένος με μία ελληνική σημαία; (…) όλα αυτά μιλάνε κατευθείαν στην καρδιά μας (…) Είναι η ταυτότητά μας (…) Είναι αυτά που μας ενώνουν κάτω από τις ίδιες αξίες και νοοτροπίες, ενώ ταυτόχρονα μας διαφοροποιούν από άλλους λαούς»..!

Αυτή η «αιτιολόγηση» – με ισχυρές δόσεις λανθάνοντα εθνικισμού και μάλιστα «ποδοσφαιρικού» τύπου, που φτάνει στο σημείο να χαρακτηρίζει ως στοιχείο εθνικής «ταυτότητας» τους πανηγυρισμούς στο δρόμο για μια αθλητική νίκη – αποκαλύπτει μια ακόμη πλευρά της ιδεολογικής χειραγώγησης του λαού που αναμένεται να «τρέξει». Φαίνεται ότι το προπαγανδιστικό οπλοστάσιο της κυβέρνησης δε θα έχει ιδεολογικούς ενδοιασμούς να στοχεύσει στο θυμικό της συλλογικής συνείδησης για να καλύψει τον κάθε άλλο παρά «εθνικό στόχο»: Την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μονοπωλίων και των μεγάλων επιχειρήσεων στον τομέα του τουρισμού και του πολιτισμού.

Ο νέος πολιτικός προϊστάμενος του ΥΠΠΟ έκανε και μια σχετική «πρόβα», προχωρώντας σε… «δραματικές» ρητορικές «ακροβασίες» τύπου: Η «εικόνα επιβάλλεται στην ουσία», ο «θόρυβος πάνω στη σκέψη», η «ύλη πάνω στην ποιότητα», η «γραφειοκρατία πάνω στη δημιουργία», «η συντεχνία και το ρουσφέτι επιβάλλονται πάνω στην τέχνη και τον αθλητισμό», η «λογική του τσιμέντου πάνω στο περιβάλλον», «το χρήμα επιβάλλεται πάνω στον άνθρωπο». Ενάντι αυτών προέβαλε τη «μάχη επιβίωσης»… «του όμορφου απέναντι στην αισθητική του μαζικού και των πολυεθνικών», «των αξιών απέναντι στην παντοκρατορία του χρήματος»! Είναι φανερό ότι το ΠΑΣΟΚ δε διστάζει, για πολλοστή φορά, να σπεκουλάρει στα προοδευτικά λαϊκά «ένστικτα» για να εφαρμόσει – ελπίζοντας «αναίμακτα» – τη νέα φάση της επίθεσης του κεφαλαίου στον πολιτισμό και την κληρονομιά του λαού! Εμφανιζόμενο ακόμη και… «κατά» των πολυεθνικών!

Βέβαια, ακόμη και αυτού του τύπου η προπαγάνδα «σκοντάφτει» στην ουσία αυτού που θέλει να καλύψει. Στην προκειμένη περίπτωση ο υπουργός (σ.σ. ο οποίος προφανώς κάτι θα ξέρει παραπάνω για την «αισθητική» των πολυεθνικών, αφού εργάστηκε σε μεγάλες επιχειρήσεις και τραπεζικούς «κολοσσούς» από επιτελικές θέσεις) έθεσε ως «έννοια – κλειδί της στρατηγικής μας σε ορίζοντα τετραετίας» την «ποιότητα στο παραγόμενο προϊόν και υπηρεσία ώστε να γίνουμε ανταγωνιστικότεροι»!

Αυτή η «επιχειρηματικού» τύπου προσέγγιση στην πολιτιστική πολιτική είναι υπερπολλαπλάσιες φορές χαρακτηριστική του πραγματικού προσανατολισμού της στη λογική της καπιταλιστικής αγοράς, από κάθε ρητορική ακροβασία. Ετσι, στο πλαίσιο της αύξησης της «ανταγωνιστικότητας», ο υπουργός ανέφερε «ενδεικτικά» (sic)… την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα, «την περαιτέρω ανάπτυξη των προγραμμάτων ενοποίησης αρχαιολογικών χώρων» (σ.σ. λες και αυτό που έγινε στην Αθήνα είναι «ενοποίηση»), «την ανάδειξη και προστασία του μοναδικού ελληνικού τοπίου με την επαναφορά του θεσμού της “Απόσυρσης κτιρίων”» (σ.σ. προφανώς με νέα οικονομικά «κίνητρα» στους ιδιώτες), «την ανάληψη “εμβληματικών” δράσεων και πρωτοβουλιών, όπως “Εικόνα της πόλης” για τη θέσπιση κανόνων για τις κεραίες της τηλεόρασης, τις επιγραφές και τις διαφημίσεις», την «εισαγωγή της αρχιτεκτονικής σε όλα τα δημόσια έργα» και βέβαια, «την υιοθεσία μνημείων από σχολεία, συλλόγους, δήμους ή άλλους φορείς» (σ.σ. βλ. 2η παράγραφο).

Πάνω στο τελευταίο να θυμίσουμε, ότι η «υιοθεσία» μνημείων από ιδιώτες (σ.σ. άλλωστε και η Τοπική Αυτοδιοίκηση με ιδιωτικοοικονομικούς όρους λειτουργεί) εφαρμόστηκε πρώτη φορά από το «συντηρητικό» Μπερλουσκόνι στην Ιταλία στις αρχές αυτής της 10ετίας, ξεσηκώνοντας θύελλα διαμαρτυριών ακόμη και από διεθνείς πολιτιστικούς φορείς, αφού επρόκειτο για «καραμπινάτη» εκχώρηση μνημείων στο κεφάλαιο. Η λογική της «υιοθεσίας» μνημείων είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στο χώρο των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων.

Επιπλέον, με το βλέμμα στραμμένο στις απαιτήσεις των μεγάλων τουριστικών ομίλων υποσχέθηκε ανάπτυξη «συγκεκριμένων στρατηγικών προτάσεων για όλες τις μορφές εναλλακτικού τουρισμού, όπως για παράδειγμα ο Αγροτουρισμός, ο Συνεδριακός, ο Θρησκευτικός, ο Κινηματογραφικός τουρισμός, ώστε να πετύχουμε τουριστική κίνηση 12 μήνες το χρόνο». Για τον κινηματογράφο υποσχέθηκε και «άμεση ψήφιση νόμου πλαισίου», αν και κρίνοντας από τις μέχρι τώρα θέσεις του ΠΑΣΟΚ για τον κινηματογράφο οι δημιουργοί δεν έχουν και πολλά να περιμένουν, σε αντίθεση με τους ιδιώτες παραγωγούς.

Οπως όλοι οι υπουργοί Πολιτισμού, ανεξαρτήτως κόμματος, έκανε λόγο για «αποτελεσματική και διαφανή διαχείριση των χρημάτων του ελληνικού λαού», η οποία σημαίνει… «ηλεκτρονική διακυβέρνηση παντού» και «δημοσιοποίηση κάθε απόφασης που συνεπάγεται δαπάνη από τα χρήματα του ελληνικού λαού». Πρόκειται για «κλασικό» ελιγμό του συστήματος για να καλυφθεί ο αποκλεισμός του οργανωμένου κοινωνικού ελέγχου.

Τέλος, ο υπουργός έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο μείζον πρόβλημα της εργασιακής ομηρίας στο ΥΠΠΟ, στην οποία το ΠΑΣΟΚ έχει συνεισφέρει τα μέγιστα, με τον ίδιο προπαγανδιστικό τρόπο: «Οι συμβασιούχοι και οι εργαζόμενοι με καθεστώς stage ανέρχονται σχεδόν στο 50% του συνολικού προσωπικού των υπηρεσιών. Ανθρωποι με βαθιά γνώση της δουλειάς είναι σε ομηρία. Η στάση μας απέναντί τους, ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την εργασία αλλά και ο τρόπος με τον οποίο διαχειριζόμαστε το ανθρώπινο δυναμικό στον πολιτισμό δεν μπορεί να συνεχίσει με αυτές τις πρακτικές». Τι «απαντά» σε αυτό; «Κάλυψη οργανικών θέσεων με προσλήψεις αποκλειστικά μέσω ΑΣΕΠ ώστε να δοθεί τέρμα στην κομματικοποίηση των προσλήψεων». Αναμένουμε όμως να δούμε στην πράξη τι σημαίνουν όλα αυτά για τους χιλιάδες «όμηρους» εργαζόμενους του ΥΠΠΟ…

  • Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 25 Οχτώβρη 2009
 
 

Περί πολιτισμού

H ανάληψη του υπουργείου Πολιτισμού από τον κ. Παύλο Γερουλάνο έκανε πολλούς να χαμογελάσουν – κι όχι μόνον τις κυρίες που δηλώνουν γοητευμένες από το στυλ και το γενικότερο προφίλ του νέου υπουργού. Πάνω απ’ όλα επρόκειτο για χαμόγελα αισιοδοξίας. Είναι ένας άνθρωπος που φαίνεται να γνωρίζει αυτό που γενικώς και αορίστως ορίζουμε στην Ελλάδα ως «πολιτισμό», κυρίως όμως φαίνεται να αφουγκράζεται και το ουσιώδες: όχι τον πολιτισμό ως αρχαιότητα «και άλλες πολιτιστικές κληρονομιές» αλλά ως μια ζώσα, σύγχρονη φλέβα, κεντρική αρτηρία μάλλον, που πάλλεται διαρκώς, που εκκινεί από την όποια «κληρονομιά» και διακλαδώνεται μέσα στο άχτιστο, στο καινούργιο.

Το μέλλον θα δείξει πώς θα τα πάει ο νέος υπουργός. Απλώς, το βέβαιο είναι ότι, είτε μας αρέσει είτε όχι, επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ το υπουργείο Πολιτισμού έτυχε, σε γενικές γραμμές, καλύτερης μεταχείρισης από εκείνες της Ν.Δ. Τουλάχιστον, δεν ήταν στον ίδιο βαθμό ένα υπουργείο «χαλάρωσης» ή απλώς ένα ακόμα ασφαλές, μεταβατικό στάδιο στην καριέρα ενός πολιτικού. Εκ πρώτης όψεως, η επιλογή Γερουλάνου δείχνει, αν μη τι άλλο, ότι ο κ. Γιώργος Παπανδρέου το αντιμετωπίζει με σοβαρότητα.

Η σχέση της Δεξιάς με τον πολιτισμό είναι μια πονεμένη ιστορία. Εχει γραφεί ότι το 1949 η Δεξιά επικράτησε στρατιωτικώς επί της Αριστεράς αλλά στους άλλους τομείς, κυρίως σε εκείνον της κουλτούρας, την άφησε «να αλωνίζει». Πέρα από ανθρώπους σαν τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Γιώργο Σεφέρη ή και τον Μάνο Χατζιδάκι κ.ά., η Δεξιά δεν είχε κοντά της τον κύριο όγκο των διανοουμένων, των λογοτεχνών και των καλλιτεχνών της χώρας. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο: το κακό είναι ότι απέναντι στη χάραξη πολιτιστικής πολιτικής, η Δεξιά υπήρξε σχεδόν πάντα αμήχανη. Φυσικά, δεν ήταν η μόνη. Αίφνης τον Δεκέμβριο του 2007, όταν ξέσπασε το σκάνδαλο Ζαχόπουλου, τα ΜΜΕ συνειδητοποίησαν ότι χρήματα διακυβεύονται και στο ΥΠΠΟ, ότι και αυτό το υπουργείο αξίζει της προσοχής μας. Για λίγο βέβαια, και πάντα στο πλαίσιο της ροζ σκανδαλολογίας.

Η υπόθεση Ζαχόπουλου έδειξε πόσο αβασάνιστα η Ν.Δ. του Κώστα Καραμανλή αντιμετώπισε την πολιτιστική πολιτική: ένας γενικός γραμματέας με ελάχιστη σχέση με το αντικείμενο, ο οποίος έκανε ό,τι ήθελε, και μια σειρά υπουργών σε ένα «κέντρο διερχομένων».

Είναι τρελό να μη λογαριάζεται ως σημαντικό υπουργείο το Πολιτισμού σε μια χώρα σαν τη δική μας. Εχουμε κουραστεί να ακούμε ότι ο πολιτισμός είναι το «ισχυρό χαρτί» της Ελλάδας, τη στιγμή που αντιμετωπίζεται ως κουρελόχαρτο. Το ζητούμενο είναι το πρόσωπο που θα αναλάβει να μην εκλαμβάνει το ΥΠΠΟ ως «ανάπαυλα» ή αποκλειστικά και μόνον ως ένα σκαλοπάτι στην πολιτική ανέλιξή του. Κυρίως, το ζητούμενο είναι και το αυτονόητο: να παραχθεί έργο, να χαραχθεί πολιτιστική πολιτική.

  • Tου Ηλια Μαγκλινη, Η Καθημερινή, 13/10/2009
 

ΠΑΣΟΚ: Αποκαλυπτικά δείγματα «γραφής» στον πολιτισμό

  • Επιστροφή στον τόπο του «εγκλήματος» σημαίνει και για τον πολιτισμό η νέα κυβερνητική θητεία του ΠΑΣΟΚ, το περιεχόμενο της οποίας όμως έχει ήδη παλιώσει, αφού, τόσο το κυβερνητικό παρελθόν όσο και οι προγραμματικές θέσεις του δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αισιοδοξίας για τον προσανατολισμό της πολιτιστικής πολιτικής το επόμενο διάστημα.

Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ έχει εξαγγείλει το ακόμη μεγαλύτερο «δέσιμο» του κεφαλαίου με τον πολιτισμό, έχει υπογραμμίσει το «επιχειρηματικό» μοντέλο στην πολιτιστική διαχείριση, ενώ «πρόλαβε» να δείξει και πώς θα αντιμετωπίσει τους εργαζόμενους στο υπουργείο Πολιτισμού! Δεν πέρασαν άλλωστε πολλές μέρες από τη συνέντευξη Τύπου των συμβασιούχων αρχαιολόγων του ΥΠΠΟ, όπου έγινε ακόμη μία φορά καθαρό ότι το ΠΑΣΟΚ θα συνεχίσει στην ίδια αντιδραστική ρότα, τόσο στο ζήτημα των εργασιακών σχέσεων στο υπουργείο, όσο και στην εφαρμογή της αντιδραστικής πολιτικής της ΕΕ με στρατηγικό στόχο την πλήρη εμπορευματοποίηση του πολιτισμού.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το ΠΑΣΟΚ «χαιρέτισε» το νέο Μουσείο Ακρόπολης υποβαθμίζοντας το νομικό καθεστώς του, που το αποκόβει από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, ακριβώς επειδή πρόκειται και για δική του επιλογή το πέρασμα όλων των κρατικών μουσείων – τουλάχιστον των μεγάλων, τα οποία αποτελούν και το οικονομικό «φιλέτο» – σε καθεστώς «οικονομικής ευελιξίας» και διοικητικής «αυτοτέλειας», δηλαδή σε καθεστώς πλήρους ασυδοσίας των «χορηγών» και των «Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων». Αυτή την πολιτική εφάρμοσε και το 2003 με το νέο Οργανισμό του ΥΠΠΟ με τον οποίο επήλθε η πρώτη «φουρνιά» μουσείων που αποκόπηκαν από την κεντρική Υπηρεσία.

Είναι χαρακτηριστικό ότι υπερψήφισε το νόμο περί «πολιτιστικής χορηγίας» – με το ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ να συμφωνεί επίσης επί της ουσίας – ενώ ουδέποτε στήριξε τους αγώνες των εργαζομένων στο ΥΠΠΟ, «εγκαλώντας» μόνο την κυβέρνηση της ΝΔ… επειδή οι τουρίστες έβρισκαν κλειστούς τους αρχαιολογικούς χώρους λόγω έλλειψης αρχαιοφυλάκων! Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι υπερψήφισε, μαζί με το ΛΑ.Ο.Σ, το ξεπούλημα του Φαληρικού Δέλτα «πακέτο» με τη Λυρική Σκηνή και την Εθνική Βιβλιοθήκη στο «Ιδρυμα Νιάρχου». Είναι χαρακτηριστική και η «κριτική» του για την πολιτική της ΝΔ στον κινηματογράφο, τη στιγμή που μόλις το 2006 έκανε λόγο για «αυτοχρηματοδοτούμενη κινηματογραφική παραγωγή» και πιο πρόσφατα συμπλήρωνε: «Παράλληλα, δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για την υγιή συνεργασία ανάμεσα στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα για τη συγχρηματοδότηση πολιτιστικών δράσεων (…)».

Οσο για τις «κραυγές» του ΠΑΣΟΚ για τη δήθεν «απουσία» του πολιτισμού από το ΕΣΠΑ (4ο ΚΠΣ) αποτελούν «καραμπινάτη» διαστρέβλωση της πραγματικότητας, αφού το μόνο που αλλάζει είναι η ενεργότερη εμπλοκή των περιφερειακών δομών του αστικού κράτους στη διαχείριση των «πολιτιστικών» κονδυλίων και όχι η ουσία τους, δηλαδή η στήριξη του κεφαλαίου. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που το ΠΑΣΟΚ χρηματοδοτούσε τα διάφορα «Μέγαρα» από το Γ’ ΚΠΣ… [ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τρίτη 6 Οχτώβρη 2009]

 

Η πολιτική «δικαίωση» του πολιτισμού

  • Δύο διακεκριμένοι άνθρωποι του πνεύματος, η Αννα Καφέτση και ο Εμμανουήλ Κριαράς, είναι υποψήφιοι βουλευτές

ΕURΟΚΙΝΙSSΙ/ΒΕΡΒΕΡΙΔΗΣ

Η διευθύντρια του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Αννα Καφέτση  είναι υποψήφια στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠαΣοΚ, μία θέση πάνω από την τιμητική τελευταία του κορυφαίου φιλολόγου Εμμανουήλ Κριαρά, ο οποίος στα 103 χρόνια του παραμένει ακμαίος και δημιουργικός

ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2009

«Είμαι παρούσα σε κάτιπου είναι πολύ κοντά στο προσωπικό μου “πιστεύω”, δηλαδή την ελπίδα για μιαν άλλη διάσταση στην πολιτική και στην κοινωνία. Μια υπέρβαση και μια νέα αρχή». Αυτά λέει η κυρία Αννα Καφέτση, διευθύντρια του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης και εδώ και λίγες ημέρες υποψήφια βουλευτής στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠαΣοΚ, μία θέση πάνω από την τιμητική τελευταία του Εμμανουήλ Κριαρά. Αγωνίστρια στην προσωπική και στην επαγγελματική της ζωή, η κυρία Καφέτση έχει συνδέσει τα τελευταία χρόνια το όνομά της με τη δημιουργία του ΕΜΣΤ, το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του το 2000, ενώ αναμένεται και η ολοκλήρωση της μόνιμης στέγης του μουσείου στο κτίριο Φιξ.

Η κυρία Καφέτση έχει σπουδάσει Φιλοσοφία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Αισθητική και στην Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (Παρίσι- Ι), απ΄ όπου έλαβε το διδακτορικό της. Εργάστηκε επί δεκαεπτά χρόνια στην Εθνική Πινακοθήκη ως επιμελήτρια, υπεύθυνη των Συλλογών του 20ού αιώνα. Εξειδικεύθηκε στη Μουσειολογία στο Εθνικό Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στο Κέντρο «Ζορζ Πομπιντού» στο Παρίσι και δίδαξε Ιστορία και Θεωρία της Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα της Σχολής Αρχιτεκτόνων στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.

Τ η δεκαετία του 1980 υπήρξε μέλος της συντακτικής ομάδας του θεωρητικού περιοδικού λογοτεχνίας και τέχνης «Σπείρα». Από τις θέσεις της, αρχικώς στην Εθνική Πινακοθήκη και ακολούθως στο ΕΜΣΤ, επιμελήθηκε μεγάλες εκθέσεις μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης (Μεταμορφώσεις του Μοντέρνου- Η ελληνική εμπειρία, 1992, Ρωσική Πρωτοπορία- Η Συλλογή Γ. Κωστάκη, 1995, Τσεν Ζεν- Μεταφορές του σώματος, 2002, Σύνοψις 1, 2, 3, Διαπολιτισμοί 2004, Βιντεογραφίες- Οι πρώτες δεκαετίες, 2005, Ο Μεγάλος Περίπατος, 2006). Εχει δημοσιεύσει εξάλλου μονογραφίες, άρθρα και μελέτες σχετικά με τη σύγχρονη τέχνη και θεωρία.

«Μουσεία χωρίς κοινό δεν υπάρχουν, αλλά και μουσεία χωρίς συλλογές δεν υπάρχουν» πιστεύει η κυρία Καφέτση. Γι΄ αυτό και στοχεύει στην ανάπτυξη του ΕΜΣΤ ως πυρήνα έργων τέχνης ελλήνων και διεθνών καλλιτεχνών, με πρωτοποριακές τάσεις και κριτικές αναζητήσεις του παρόντος αλλά και του πρόσφατου παρελθόντος, δηλαδή ως το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. «Στόχος μας είναι να προσφέρουμε σε όλους τους επισκέπτες του μουσείου, το οποίο παραμένει ένας κατεξοχήν δημοκρατικός θεσμός, την “άλλη” διάσταση, που στις ημέρες μας δεν νοείται έξω από διαπολιτισμικά και οικουμενικά σχήματα» τονίζει η ίδια.

  • Η προοδευτική διανόηση χρόνια δεν κοιτά

Στις 8 Απριλίου ο Εμμανουήλ Κριαράς συμπλήρωσε 103 χρόνια ζωής. Την περασμένη εβδομάδα το ΠαΣοΚ τον περιέλαβε στη λίστα των υποψηφίων στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας. Στην τελευταία και τιμητική θέση. Ωστόσο η πρωτοβουλία, που είχε μεγάλη συμβολική σημασία, είναι από εκείνες που σπανίζουν στην πολιτική μας ζωή. Δεν τιμά μόνο το τεράστιο επιστημονικό έργο του ανδρός αλλά και την αντοχή του, το πάθος για δημιουργία, την κατάφασή του στη ζωή.

Το διδακτικό και επιστημονικό έργο του Κριαρά είναι τεράστιο. Ξεχωρίζει βέβαια το μνημειώδες «Λεξικό της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας 1100- 1669», έργο ζωής άξιο να παραβληθεί με τα σημαντικότερα δημιουργήματα της φιλολογικής επιστήμης όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό. Ως το 1997 είχαν εκδοθεί δεκατέσσερις τόμοι με δική του επιστασία και επιμέλεια. Αλλοι δύο κυκλοφόρησαν αργότερα, όταν πλέον ο καθηγητής Κριαράς παρέδωσε το λεξικογραφικό αρχείο του στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη.

Ο Εμμανουήλ Κριαράς αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1929, αλλά υπήρξε σε όλη του τη ζωή δημοτικιστής, μελετητής του Ψυχάρη και από τους βαθύτερους γνώστες του γλωσσικού προβλήματος στη χώρα μας. Με μεταπτυχιακές σπουδές στο Μόναχο (1930) και στο Παρίσι (1938-1939) αναδείχθηκε και σε σημαντικό μελετητή των ζητημάτων Συγκριτικής Γραμματολογίας.

Το διδακτορικό του δίπλωμα το πήρε το 1938 από το Πανεπιστήμιο Αθηνών για τη διατριβή του που έφερε τον τίτλο «Μελετήματα περί τας πηγάς του Ερωτοκρίτου». Από το 1930 ως το 1950 εργάστηκε στο Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών, στην αρχή ως συνεργάτης και από το 1939 ως διευθυντής.

Το 1950 εξελέγη τακτικός καθηγητής της Μεσαιωνικής Ελληνικής Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, όπου δίδαξε ως το 1968, όταν τον απέλυσε το δικτατορικό καθεστώς των συνταγματαρχών λόγω των δημοκρατικών του πεποιθήσεων.

Ο Εμμανουήλ Κριαράς συμμετείχε ενεργά στη γλωσσική μεταρρύθμιση του 1976 και στην καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος το 1982 (Ν. 1228/1982). Υπήρξε μάλιστα πρόεδρος της σχετικής επιτροπής που συστήθηκε το 1981. Σήμερα παραμένει ακμαίος και δημιουργικός, παράδειγμα λαμπρού επιστήμονα και προοδευτικού διανοουμένου.

 

Καυτά ερωτήματα για τα χρήματα του πολιτισμού

  • Πενήντα δύο βουλευτές του ΠαΣοΚ ζητούν από την κυβέρνηση αναλυτική ενημέρωση για τα κονδύλια του Γ Δ ΚΠΣ

Πού πήγαν τα χρήματα για τον πολιτισμό; Το ερώτημα έθεσαν σε επίπεδο κοινοβουλευτικού ελέγχου 52 βουλευτές του ΠαΣοΚ ζητώντας από την κυβέρνηση αναλυτική ενημέρωση σε επίπεδο νομού σε ό,τι αφορά τόσο το Γ Δ ΚΠΣ όσο και το ΕΣΠΑ 2007-2013. «Γνωρίζουμε ότι η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τον πολιτισμό ως φτωχό συγγενή και μας ανησυχεί ιδιαίτερα η σιωπή σε ό,τι αφορά τα έργα που θα γίνουν το διάστημα 2007-2013» δηλώνει μάλιστα ο εισηγητής ΚΤΕ Πολιτισμού του ΠαΣοΚ κ. Κ. Καρτάλης.

Αναλυτικά, οι βουλευτές του ΠαΣοΚ ζητούν να διευκρινιστούν:

* Ποια είναι η τελική εικόνα ως προς την υλοποίηση των έργων του Γ Δ ΚΠΣ (εθνικό σκέλος και ΠΕΠ) του ΥΠΠΟ ανά νομό (όνομα έργου, ΣΑΕ, πρόοδος φυσικού αντικειμένου, ποσοστό απορρόφησης), δεδομένου ότι έληξε από τον Ιούνιο η εγκεκριμένη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή παράταση επιλεξιμότητας των δαπανών.

* Ποια είναι τα έργα του Γ Δ ΚΠΣ (εθνικό σκέλος και ΠΕΠ) που δεν ολοκληρώθηκαν και για ποια από αυτά έχει εγκριθεί ότι θα μεταφερθούν ως έργα-γέφυρες στο ΕΣΠΑ 2007-2013;

* Σε ποια φάση βρίσκεται η διαδικασία για την πιστοποίηση των υπηρεσιών του ΥΠΠΟ ως προς τη διαχειριστική τους επάρκεια; * Σε ποια φάση βρίσκεται η κατάρτιση του Εγχειριδίου Διαδικασιών για τα έργα αυτεπιστασίας για τις υπηρεσίες που υπάγονται στη Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς;

* Πώς εξελίσσεται η εκπόνηση των 82 μελετών ωρίμανσης που χρηματοδοτήθηκαν από το ΕΠ «Πολιτισμός», των μελετών στον τομέα των μουσείων και των μελετών της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Νεότερων Μνημείων;

* Ολοκληρώθηκε η αποτίμηση την οποία είχε δρομολογήσει το ΥΠΠΟ σύμφωνα με το από 10.3.2009 έγγραφο του υπουργού Πολιτισμού κ. Αντ. Σαμαρά σχετικά με την υφιστάμενη κατάσταση ανά τομέα (μουσεία, αρχαιολογικοί χώροι, σύγχρονος πολιτισμός κτλ.), καθώς και η αξιολόγηση των συνεπειών από τα έργα του Γ Δ ΚΠΣ;

* Ποιος είναι ο τελικός προσδιορισμός των κατευθύνσεων πολιτικής ανά τομέα;

* Σε ποια φάση βρίσκεται η σύνταξη των προγραμμάτων έργων πολιτισμού ανά νομό και περιφέρεια, καθώς και ποιοι είναι οι κατάλογοι των προτεινόμενων ώριμων έργων;

Την ερώτηση συνυπογράφουν οι Κ. Καρτάλης, Δ. Ρέππας, Π. Ευθυμίου, Αννα Διαμαντοπούλου,Θάλεια Δραγώνα, Μ. Ανδρουλάκης, Κ. Γείτονας, Β. Τόγιας, Β. Κεγκέρογλου, Η. Καρανίκας, Γ. Βλατής, Μιχ. Κατρίνης, Ευ. Αργύρης, Α. Μακρυπίδης, Αντζελα Γκερέκου, Γ. Διαμαντίδης, Η. Λαμπίρης, Ροδούλα Ζήση, Απ. Κατσιφάρας, Μιχ. Καρχιμάκης, Β. Εξαρχος, Μ. Βέρρας, Ν. Ζωίδης, Α. Αθανασιάδης, Ντ. Βρεττός, Γ. Αμοιρίδης, Σπ. Κουβέλης, Στ. Κουτμερίδης, Γ. Μανιάτης, Ε. Νασιώκας, Β. Γερανίδης, Αθανασία Μερεντίτη, Ν. Αλευράς, Χρύσα Αράπογλου, Γ. Νικητιάδης, Μ. Σκουλάκης, Γ. Σκουλάς, Π. Μπεγλίτης, Εύα Καϊλή, Θ. Μωραΐτης, Ντ. Ρόβλιας, Δ. Βαρβαρίγος, Γ. Δριβελέγκας, Γ. Κουτσούκος, Γ. Παπαγεωργίου,Φ. Σαχινίδης, Μαρία Σκραφνάκη, Θεοδώρα Τζάκρη, Κ. Σπηλιόπουλος, Λ. Γρηγοράκος, Ευ. Βενιζέλος και Μαρία Δαμανάκη.

 

Λογοκρισία ο «τεμαχισμός» έργου του Γαβρά λέει Γ. Παπακωνσταντίνου

«Πηγαίνουμε σε εποχές λογοκρισίας» σχολίασε σχετικά με τον «τεμαχισμό» του καλλιτεχνικού έργου του Κώστα Γαβρά, που περιλαμβάνεται στην ενημερωτική ταινία για το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Παπακωνσταντίνου. “Τα καλλιτεχνικά έργα δεν είναι για να τεμαχίζονται. Το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης είναι κόσμημα για τη χώρα μας, ας μην το μολύνουμε με πρακτικές που παραπέμπουν σε άλλες εποχές” πρόσθεσε ο Γ. Παπακωνσταντίνου.