RSS

Category Archives: Πολιτισμός και πολιτική

ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ: Απαράδεκτες κυβερνητικές αποφάσεις σε βάρος των εικαστικών

Μουσείο Ακρόπολης. Επιβάλλουν εισιτήριο και για τους εικαστικούς καλλιτέχνες
Την απαράδεκτη κυβερνητική πρακτική, που με απλές υπουργικές αποφάσεις καταργεί θεμελιώδεις νόμους χωρίς τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, ερήμην των φορέων των κοινωνικών ομάδων στις οποίες αναφέρονται, και βέβαια ενάντια στο λαό, στην κοινωνία, που υφίσταται και πληρώνει τις επιπτώσεις από αυτές τις πρακτικές, καταγγέλλει το ΔΣ του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας (ΕΕΤΕ), Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου και συλλογικού φορέα 5.300 εικαστικών καλλιτεχνών.

Read the rest of this entry »

 

Tags:

Τα στρατόπεδα της τέχνης αναδιατάσσονται

  • Το δόγμα «συνεννόηση και συνεργασία» της κυβέρνησης Παπαδήμου επηρεάζει τους παραδοσιακά αντίπαλους πολιτιστικούς οργανισμούς;
  • Γράφουν: ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ ΙΩΑΝΝΑ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

Ο «δικομματισμός» δεν ήταν ποτέ μόνον πολιτικόν ίδιον. Γενικώς αυτός ο λαός, είτε λόγω πάθους είτε λόγω Ιστορίας, είχε την τάση να λειτουργεί… ακροβολισμένος, φτιάχνοντας «στρατόπεδα» ακόμα κι εκεί που δεν υπήρχαν. Το ίδιο ίσχυε και για τις τέχνες. Ο «δυϊσμός» έχει θρέψει πολλούς φιλότεχνους. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τους κρατικούς φορείς. Ακόμα κι όταν εξέλιπε ο ανταγωνισμός (αν και όχι πάντα), όφειλε να τον εφεύρει το κοινό.

Απ’ αυτή τη σκέψη ξεκινήσαμε να θέσουμε σε νυν ή και πρώην επικεφαλής πολιτιστικών φορέων ένα ερώτημα: «Αν συμφωνήσουμε ότι η κυβέρνηση Παπαδήμου εισάγει ένα νέο πολιτικό έθος, πέραν του παραδοσιακού δικομματισμού και υπέρ της συναίνεσης και της συνεργασίας, και αν δεχτούμε ότι και οι ελληνικές τέχνες λειτουργούσαν “παραδοσιακά” με ένα ανάλογο είδος “στρατοπέδων”, πιστεύετε ότι τώρα μπορεί να υπάρξει και σ’ αυτό το πεδίο μια νέα σελίδα “υπερκομματικών” καλλιτεχνικών συνεργασιών;»

Να λοιπόν τι μας απάντησαν:

ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΑΛΤΙΝΟΣ (ακαδημαϊκός, συγγραφέας):

«Οι πνευματικοί οργανισμοί είχαν πάντα μία τάση συνεργασιών, όταν ήταν απαραίτητο. Ως παράδειγμα, η Εταιρεία Συγγραφέων πάντα συνεργαζόταν με το ΕΚΕΒΙ, το ΥΠΠΟΤ και με διάφορους άλλους πανεπιστημιακούς φορείς. Βεβαίως, η δυνατότητα αυτή υπάρχει πάντα, αλλά θα πρέπει να μην ξεχνάμε ότι ακριβώς ο πνευματικός χαρακτήρας αυτών των οργανισμών δεν ορίζεται και δεν υπόκειται σε οικονομικούς παράγοντες.

Η οικονομική κρίση σαφώς δημιουργεί προβλήματα, αλλά δεν βλέπω με ποιον τρόπο, για να την αντιμετωπίσουν, μπορούν να αντιδράσουν αυτοί οι φορείς. Να κάνουν έκπτωση σε τι; Να περιορίσουν τι; Στο κάτω κάτω, για να γίνουμε και λίγο κυνικοί, το “πνεύμα” πάντα ήταν ο παρίας της συντροφιάς».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΝΤΕΡΜΑΛΗΣ (πρόεδρος του νέου Μουσείου Ακρόπολης):

«Το Μουσείο της Ακρόπολης σχεδιάζει έτσι κι αλλιώς φιλικές προσεγγίσεις και συνεργασίες και με άλλα μουσεία, που θα ανακοινωθούν προσεχώς. Θεωρούμε ότι η συνεργασία μόνο καλό μπορεί να προσφέρει, ανεξάρτητα από την περίοδο κρίσης που διανύουμε. Η κρίση όμως είναι και μια αφορμή για σύσφιγξη σχέσεων και για συνεργασίες. Προσωπικά πιστεύω ότι, επειδή τα μουσεία περιλαμβάνουν τεκμήρια ιστορίας, πολιτισμού και τέχνης, μπορούν με έξυπνους τρόπους να προσεγγίσουν το κοινό και να εκπέμψουν τα δικά τους μηνύματα».

ΝΤΕΝΗΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ (ιστορικός, κριτικός τέχνης):

«Η συναίνεση σε επίπεδο τέχνης και πολιτισμού είναι κάτι σχετικό. Διότι το θέμα του δικομματισμού εντός του χώρου των τεχνών λειτουργεί σε δύο επίπεδα. Ο δικομματισμός και ο διχασμός πρέπει να υπάρχει σε επίπεδο υψηλής διανόησης, μεταξύ πνευματικών ανθρώπων. Σε μια δημοκρατία, μια ελεύθερη και ευνομούμενη πολιτεία, οι διαφορές είναι προϋπόθεση. Αν αυτές οι απόψεις δεν εκφράζονται μονολιθικά, όπως παλιά που επιβαλλόταν η καθαρεύουσα έναντι της δημοτικής και η ακαδημαϊκή τέχνη εναντίον της μοντέρνας. Οι πνευματικοί άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να παίρνουν ακραίες απόψεις και να τις υπερασπίζονται. Κάτι που θεσμικά είναι απαράδεκτο. Οι θεσμοί οφείλουν να τους αγκαλιάζουν όλους. Ενώ λοιπόν οι πνευματικοί άνθρωποι πρέπει να μιλάνε με απόλυτα μεγέθη, οι θεσμοί πρέπει να βρουν τους μεταξύ τους συσχετισμούς. Πρέπει να πάψει ο διχασμός ανάμεσα στους αρχαιοπρεπείς βαρύγδουπους θεσμούς που μονοπωλούσαν μια αντικειμενικότητα και στους σύγχρονους θεσμούς που υποτίθεται εκφράζουν μια υποκειμενικότητα συγκυριακή. Δεν είναι δυνατόν η Εθνική Πινακοθήκη, μια αρχαϊκή μορφή θεσμού, όπως το Λούβρο, να μη συνεργάζεται με σύγχρονους θεσμούς όπως το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης -και τανάπαλιν. Είναι απαράδεκτο να μην εκσυγχρονιστούν οι παλιότεροι θεσμοί και οι νεότεροι να μη συμμετέχουν στην ιστορική συγκυρία ντε φάκτο. Στο σήμερα βρισκόμαστε όλοι. Δεν είναι η κυρία Λαμπράκη – Πλάκα στο 19ο αιώνα και η κυρία Καφέτση στον 20ό. Είναι και οι δύο στον 21ο αιώνα. Η σημερινή κρίση με τη νέα κυβέρνηση Παπαδήμου ίσως είναι μια ευκαιρία για να δούμε τα πράγματα έτσι».

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΥΡΑΤ (καλλιτεχνικός διευθυντής Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης και αρχιμουσικός):

«Στην Ελλάδα είμαστε μες στο δυϊσμό σε όλα. Κι έτσι μόνον χάνουμε. Η συνεργασία είναι βεβαίως και θέμα παιδείας. Αν όμως σιγά σιγά αρχίσει να κατακτά έδαφος μια καινούργια συνείδηση, θα μας δοθεί η ευκαιρία να αλλάξουμε. Εγώ είμαι σαφώς υπέρ των συνεργασιών. Ελεγα πάντα ότι δεν μπορείς να φτιάξεις ομελέτα, αν δεν διαλέξεις αβγά από το ίδιο καλάθι. Από τον περασμένο Μάιο άλλωστε οι τρεις καλλιτεχνικοί διευθυντές, ο Μύρων Μιχαηλίδης της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ο Βασίλης Χριστόπουλος της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και εγώ, έχουμε συναντηθεί ατύπως πολλές φορές, συντονίζοντας τις από κοινού ενέργειές μας προς τον υπουργό Οικονομικών. Εκτοτε επικοινωνούμε τακτικά ή αλληλογραφούμε. Νομίζω πώς αυτή είναι η πρώτη φορά που τρεις διευθυντές συμφωνούν. Οσα μας ενώνουν είναι άλλωστε πολύ περισσότερα από όσα μας διαφοροποιούν. Συνεπώς, για μένα η απάντηση είναι αυτονόητη. Αφορά όμως και τη θέση στην οποία τοποθετεί κάποιος το “εγώ” του. Οποιος αισθάνεται πλήρης και ικανοποιημένος θεωρεί την προσφορά επιβεβλημένη».

ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (καλλιτεχνικός διευθυντής Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, αρχιμουσικός):

«Διαφωνώ με τη διατύπωση της ερώτησης. Η σύγκριση πολιτιστικών οργανισμών με κόμματα είναι ατυχής. Εμείς, ως ΚΟΑ, ουδέποτε κινηθήκαμε ανταγωνιστικά προς οποιονδήποτε άλλο φορέα και ήμασταν πάντα υπέρ των συνεργασιών.

Βέβαια, η συνεργασία με τη Λυρική είναι εκ των πραγμάτων δύσκολη, καθώς η ορχήστρα της υπηρετεί κυρίως την όπερα κι εμείς κυρίως άλλο τομέα – αυτόν της συμφωνικής μουσικής. Δύσκολη είναι η συνεργασία και με την ΚΟΘ καθώς βρισκόμαστε σε άλλες πόλεις.

Θα ήταν ίσως εφικτή, αν γινόταν πιο ευέλικτος ο εσωτερικός κανονισμός που αφορά τις εκτός έδρας αμοιβές – υπαγόμαστε στο ίδιο καθεστώς με τους δημοσίους υπαλλήλους. Εκείνο, όμως, που θα επιδιώκαμε και θα ευχόμασταν είναι στενότερη συνεργασία με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΕΪΠΙΔΗΣ (διευθυντής Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης & Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης):

«Βιώνουμε μια εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο, στην οποία η έννοια της συνεργασίας, ελλείψει πόρων, λαμβάνει πολλές φορές μια μονομερή διάσταση. Μπορεί οι φορείς να έχουν όλη την καλή διάθεση για συνέργειες, δυστυχώς όμως εγκλωβίζονται από την απουσία οικονομικών μέσων. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είναι ένας θεσμός που πιστεύει στις συνεργασίες. Ηδη συνεργαζόμαστε τόσο με κρατικούς φορείς όσο και με ιδιωτικούς, πάνω σε άξονες είτε αμιγώς καλλιτεχνικούς είτε κοινωνικού χαρακτήρα, ο οποίος ούτως ή άλλως διέπει το θεσμό. Συνεργαζόμαστε με πανεπιστήμια, όπως για παράδειγμα το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, με πρεσβείες, στενά με το Δήμο Θεσσαλονίκης, τον τελευταίο καιρό ειδικότερα για το θέμα της Ταινιοθήκης της πόλης και φυσικά με δήμους σε όλη την Ελλάδα, στο πλαίσιο των περιφερειακών εκδηλώσεων. Επιπλέον, φέτος διευρύναμε τη συνεργασία μας με ιδιωτικούς φορείς, όπως το ΙΕΚ Ακμή, προσφέροντας συνολικά 6 υποτροφίες για σπουδές στον οπτικοακουστικό χώρο σε παιδιά που έχουν ανάγκη στήριξης. Εξίσου ουσιώδης είναι για μας και η επέκταση της συνεργασίας μας με το υπουργείο Δικαιοσύνης, καθώς στους άμεσους στόχους μας είναι, ταυτόχρονα με τις προβολές ταινιών που πραγματοποιούμε σε καταστήματα κράτησης, να οργανώσουμε μια σειρά σεμιναρίων και διαλέξεων με πυρήνα τον κινηματογράφο, που θα απευθύνονται στους κρατούμενους. Θεωρούμε υποχρέωσή μας να καταβάλουμε ακόμη μεγαλύτερες προσπάθειες, όταν το μήνυμα της τέχνης πρέπει να φτάσει σε ανθρώπους και ομάδες που έχουν ανάγκη ουσιαστικής αρωγής, αλλά και ελπίδας».

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑΚΗΣ (γενικός διευθυντής Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου):

«Πιστεύω πως στους καιρούς που ζούμε, αν αφεθούμε στην κυριαρχία των αριθμών και επιτρέψουμε αυτό να διευθύνει τη ζωή μας, στο μέλλον θα την έχουμε υποθηκεύσει, με κίνδυνο μάλιστα να τη χάσουμε. Διότι θα έχουμε χάσει τη μαγεία του ονείρου. Για να υπάρξει ελπίδα, ας φροντίσουμε το όνειρο και οι σκέψεις του σήμερα να γίνουν η πραγματικότητα του αύριο. Πρέπει λοιπόν να “δούμε” τις συνεργασίες, όχι κάτω από το πρίσμα ενός νέου έθους πέραν των παραδοσιακών, αλλά με γνώμονα ένα νέο ήθος πέραν του “παραδοσιακού”! Στον κινηματογράφο οι συνεργασίες και οι συμπαραγωγές είναι συστατικό ύπαρξης και επιδιωκόμενο παλαιόθεν!

Το ΕΚΚ προσπαθεί και θέλει να ενώσει τις “δυνάμεις” του με άλλους φορείς, που πρέπει κι αυτοί να επαναδιατυπώσουν την ύπαρξή τους στο τώρα, όπως με τον ΕΟΤ (στο film commission – με σκοπό την προσέλκυση ξένων παραγωγών για την επένδυση χρημάτων, τη διαφήμιση της χώρας και τη δημιουργία θέσεων εργασίας), με τις πρεσβείες της Ελλάδας στο εξωτερικό (για την αρτιότερη προβολή και συμμετοχή της Ελλάδας στα διεθνή φεστιβάλ), με τις κινηματογραφικές λέσχες (δημιουργία εναλλακτικού δικτύου διανομής για την προσέλκυση μεγαλύτερου κοινού στην επαρχία), με τις περιφέρειες και την τοπική αυτοδιοίκηση (προώθηση ενός αποκεντρωτικού μοντέλου ανάπτυξης παραγωγής ταινιών). Είναι ίσως η στιγμή να αγγίξουμε όλοι μας την πραγματικότητα και εν ανάγκη να ξαναστήσουμε τα πράγματα από την αρχή».

ΣΩΤΗΡΗΣ ΧΑΤΖΑΚΗΣ (καλλιτεχνικός διευθυντής Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, σκηνοθέτης):

«Δεν υπάρχει θέμα συγχώνευσης, αλλά συμπόρευσης. Το σημαντικό είναι Εθνικό και Κρατικό να δημιουργήσουμε μία κοινότητα που θα συγκλίνει σε κάποιους κοινούς στόχους. Παράδειγμα: θα ήταν ενδιαφέρον να θεσμοθετηθεί ο Μάιος ως μήνας ανταλλαγής παραστάσεων μεταξύ Εθνικού-Κρατικού, όπου το κοινό της Θεσσαλονίκης θα έχει τη δυνατότητα να συναντηθεί με την αισθητική φιλοσοφία του ρεπερτοριακού προγράμματος του Εθνικού και το κοινό της Αθήνας με τις απόψεις του Κρατικού. Αυτή η κίνηση ελαφραίνει οικονομικά και τα δύο θέατρα, που είναι αναγκασμένα να ψάχνουν χώρο. Αλλά, το προχωρώ και ακόμα παραπέρα. Θα μπορούσαν να οργανωθούν κοινές δράσεις Κρατικού-Εθνικού, όπου χορογράφοι, σκηνογράφοι, σκηνοθέτες να ανταλλάσσονται ή και αν κάποιο ξένο σχήμα μετακαλείται από κάποιο εκ των δύο θεάτρων στην Ελλάδα, να φιλοξενείται και στο άλλο. Επίσης θα μπορούσαν να γίνουν 10ήμερες ανταλλαγές στις δραματικές σχολές μας, με στόχο την ανταλλαγή των μεθόδων αλλά και κοινές δράσεις στην Ενωση Θεάτρων της Ευρώπης. Θα μπορούσε ακόμη να εκδίδεται κι από τα δύο θέατρα διμηνιαία εφημερίδα. Εγώ θα το έφτανα και σε συμπαραγωγές με θιάσους περιοδειών και το χειμώνα και το καλοκαίρι. Σημασία έχει, ανεξάρτητα από το ποιος είναι καλλιτεχνικός διευθυντής, να θεσμοθετηθούν τα παραπάνω, έτσι ώστε να πετύχουμε την αλληλοσυμπλήρωση των αδελφών θεάτρων, μακριά από τυχάρπαστους και πρόσκαιρους ανταγωνισμούς ή επικαιρικές συνεργασίες».

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ (πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων, κριτικός λογοτεχνίας):

«Η Εταιρεία Συγγραφέων, που παρεμπιπτόντως γίνεται φέτος τριάντα ετών (ιδρύθηκε το 1981), είναι υπερκομματική. Αυτό ήταν αίτημα όλων των ιδρυτικών της μελών. Διότι την εποχή εκείνη ο πολιτικός χρωματισμός ήταν έντονος στα άλλα λογοτεχνικά σωματεία. Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να έχει καμία αντίρρηση για ευρύτερες συνεργασίες. Οπως υποθέτω και τα μέλη της, όσα ενδεχομένως κληθούν να συμπαραταχθούν σε μια πολιτισμική στρατηγική πλατύτερου φάσματος. Και προφανώς, εφόσον μια τέτοια στρατηγική δεν είναι θνησιγενής λόγω μικροκομματικών ή προσωποκεντρικών επιθυμιών. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται τόσο στο ποιοι απαρτίζουν αυτή την περιορισμένου βίου κυβέρνηση (έστω και αν παίζει κι αυτό σημαντικό ρόλο), αλλά στο τι κάνουν και τι θέλουν να κάνουν.

Η προσωπική πολιτική εκτίμησή μου είναι ότι οι “πνευματικοί θεσμοί” δεν βρίσκονται στις προτεραιότητες των κυβερνώντων. Ενώ, αντίθετα, θα έπρεπε να είναι, γιατί η χώρα δεν έχει να αντιτάξει και πολλές παραγωγικές συνιστώσες απέναντι στην απαξίωση της οικονομίστικης λογικής της Ε.Ε. Οι “πνευματικοί θεσμοί” δεν ήταν ζωντανοί τα τελευταία τρία τουλάχιστον χρόνια και όλοι γνωρίζουν ότι δεν λειτούργησαν όντες υπό το κράτος του φόβου και της τρομοκρατίας του ΔΝΤ και των άλλων παρεμφερών αφανών ή εμφανών εξουσιών.

Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι η Εταιρεία Συγγραφέων και οι εκπρόσωποί της δεν κατέβαλαν ιδιαίτερες προσπάθειες, πολλές φορές αναλαμβάνοντας να συμπληρώσουν αυτοκλήτως τα κενά ενός απόντος οργάνου σχεδιασμού της πολιτισμικής μας πολιτικής. Και αυτό συνεχίζουν να κάνουν, ασκώντας έλεγχο προς την εκάστοτε εξουσία αλλά και συμμετέχοντας σε συνεργασίες με ομόλογους πολιτιστικούς φορείς, εδώ και σε άλλες χώρες». *

ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΤΣΑΣ (διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου):

«Ανοικτό σε προτάσεις και συνεργασίες είναι το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο όχι μόνο με το Μουσείο της Ακρόπολης που με ρωτάτε, αλλά και με κάθε μουσείο. Θα μπορούσαν να οργανωθούν εκθέσεις από κοινού με άλλα μουσεία, όπως και άλλες δράσεις. Αυτή τη στιγμή δεν έχουμε κανένα πρότζεκτ συνεργασίας, αλλά δεν αποκλείεται να υπάρξει. Υπάρχει πάντα διάθεση συνεργασίας μεταξύ των μουσείων. Ισως να μην έχει όσο θα θέλαμε αναπτυχθεί, αλλά υπάρχει».

Τομέας Τύπου Μεγάρου Μουσικής Αθηνών:

«Η εικοσάχρονη πορεία του Μεγάρου αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο ότι δεν προσχώρησε ποτέ σε καμία λογική “στρατοπέδων” στην πολιτιστική ζωή της χώρας. Το μαρτυρούν οι συνεργασίες του Μεγάρου με σχεδόν όλους τους πολιτιστικούς φορείς του τόπου. Επιτυχώς και επί μακρόν το Μέγαρο μετρά συμπαραγωγές και συνεργασίες: με την Εθνική Λυρική Σκηνή την Ορχήστρα και το Μπαλέτο της, το Εθνικό Θέατρο, το Φεστιβάλ Αθηνών, το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, τα μουσικά σύνολα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, του Δήμου Αθηναίων, την Ορχήστρα των Χρωμάτων, την Ενωση Ελλήνων Μουσουργών κ.ά. Ιδιαίτερα σήμερα, σε συνθήκες οξύτατης οικονομικής κρίσης, κοινός στόχος όλων των πολιτιστικών φορέων δεν μπορεί παρά να είναι η συνεργασία για την ανάπτυξη του πολιτισμού στη χώρα μας».

 

«ΞΕΝΙΑ»: Προς πώληση η αρχιτεκτονική κληρονομιά

  • Στη «λίστα» του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας, που εξήγγειλε τον Ιούνη η κυβέρνηση, περιλαμβάνεται και ένα κεφάλαιο της σύγχρονης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της χώρας
Το Ξενία Βυτίνας το 2008

Το 1997, ο τότε γενικός γραμματέας του ΕΟΤ, υπεραμυνόμενος της κυβερνητικής πολιτικής ξεπουλήματος της περιουσίας του Οργανισμού στους ιδιώτες, είπε στους εργαζόμενους του «Ξενία» Λαγονησίου που τότε αντιδρούσαν σε αυτή την… «αξιοποίηση»: «Το κράτος δεν είναι καλός επιχειρηματίας (…) Το ελληνικό κράτος πρέπει να νοικοκυρευτεί, δεν μπορεί να έχει ζημιογόνες επιχειρήσεις. Τελειώσαμε, δεν υπάρχουν λεφτά να στηρίξουν το “Ξενία” Λαγονησίου»!

Η αλήθεια είναι ότι το τότε κυβερνητικό στέλεχος ήταν υπέρ το δέον «σεμνό» ως προς τις δυνατότητες του αστικού κράτους και των κυβερνήσεών του. Στα χρόνια που ακολούθησαν από τις παραπάνω δηλώσεις αποδείχθηκε ότι αυτό το κράτος ήταν αρκούντως ικανό στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της «αγοράς» και ως προς τα οικονομικά «φιλέτα» των «Ξενία». Ηταν μια ουσιαστικά σύντομη διαδικασία, η οποία κατέληξε σε έναν πρώτο «σταθμό» στις αρχές του περασμένου Ιούνη και την ανακοίνωση, από την κυβέρνηση (σ.σ. πάλι του ΠΑΣΟΚ) του ξεπουλήματος… των πάντων, υπό τον εκπληκτικό τίτλο «Αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας για την ανάπτυξη και την ποιότητα ζωής»! Σε αυτή την περιουσία περιλαμβάνονται και τα «Ξενία», τα οποία προγραμματίζονται να βγουν στο «σφυρί» ως εξής: «Πώληση μεμονωμένων ή δημιουργία επενδυτικού σχήματος στο οποίο θα εισφερθούν τα δικαιώματα εκμετάλλευσης όλων των “Ξενία”, αξιοποίηση με συμβάσεις παραχώρησης, Ενδεχόμενη εισαγωγή της εταιρείας στο ΧΑΑ, με διακράτηση του 51% ή 34%».

  • Στοιχεία αρχιτεκτονικής κληρονομιάς
Παλαιότερη φωτογραφία του «Ξενία» Ναυπλίου
EUROKINISSI

Οταν ξεπουλιέται η λαϊκή περιουσία, οι υποδομές της χώρας (λιμάνια, αεροδρόμια, ενέργεια, επικοινωνίες κλπ.), η γη, το νερό, ακόμη και ο αέρας και ο ήλιος (σ.σ. βλ. φωτοβολταϊκά «πάρκα» και ανεμογεννήτριες από ιδιωτικές εταιρείες) στο κεφάλαιο, φαντάζει μάλλον σόλοικο να ασχολείται κανείς με μερικές δεκάδες μεταπολεμικά κτίρια που είχαν κατασκευαστεί για τουριστικούς σκοπούς. Στην προκειμένη περίπτωση τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά.Ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων, ο οποίος υπερασπίζεται εδώ και χρόνια τα «Ξενία» από την απαξίωση, την εγκατάλειψη και την κατεδάφισή τους (σ.σ. ανεξάρτητα από τις κατά καιρούς προτάσεις χρήσης που είναι προς συζήτηση), παρουσιάζει την «εκστρατεία», υπό τον τίτλο «Σώστε τα “Ξενία”», ως εξής: «Το πρόγραμμα των τεχνικών υπηρεσιών του ΕΟΤ για τη μελέτη και ανέγερση των “Ξενία”, που ξεκίνησε το 1950 από τον Χ. Σφαέλλο, έμελλε να εξελιχθεί την περίοδο 1957-1967 σε πραγματικό εργαστήριο αρχιτεκτονικής σκέψης, με τον αρχιτέκτονα Αρη Κωνσταντινίδη, προϊστάμενο της Υπηρεσίας Μελετών και με άξιους συνεργάτες σημαντικούς αρχιτέκτονες της εποχής. Με βάση ένα στερεό και ουσιαστικό θεωρητικό υπόβαθρο, όπως αυτό παρουσιάζεται στα κείμενα του Αρη Κωνσταντινίδη, κατά το σχεδιασμό επιδιώκεται η επιλογή του κατάλληλου χώρου και προσανατολισμού, η ένταξη στο τοπίο, η σχέση του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, η απλότητα και σαφήνεια της μορφής, η ειλικρίνεια στη χρήση των υλικών, η τυποποίηση στην κατασκευή, αλλά και η ένταξη των μονάδων αυτών στη ζωή του κάθε τόπου. Το εγχείρημα έδωσε μία από τις σημαντικότερες ενότητες δημοσίων κτιρίων μεταπολεμικά σχεδιασμένων υπό μια συνολική αρχιτεκτονική θεώρηση. Τα “Ξενία” αποτελούν σήμερα σημείο αναφοράς για τους Ελληνες και ξένους αρχιτέκτονες ως μία σύγχρονη, καθαρή και ειλικρινής αρχιτεκτονική έκφραση, που με συνέπεια ερμήνευσε τις αρχές του μοντέρνου κινήματος μέσα από έναν κώδικα πολιτισμικής εντοπιότητας».

Το «Ξενία» Κυλλήνης στα τέλη της περασμένης δεκαετίας

Πιο απλά, τα «Ξενία» ανήκουν στη νεότερη αρχιτεκτονική κληρονομιά του λαού. Δηλαδή, εκτός από το ότι αποτελούν δημόσια περιουσία, η οποία έτσι κι αλλιώς πρέπει να προστατευθεί από την ιδιωτικοποίηση, είναι ταυτόχρονα και σημαίνοντα στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Εδώ έγκειται η ιδιαιτερότητά τους και αυτό είναι άλλωστε και το στοιχείο που υπογραμμίζεται στο πλήθος των παρεμβάσεων που έκανε και το ΚΚΕ όλα αυτά τα χρόνια, ακόμη και σε επίπεδο ΕΕ, υπέρ της προστασίας τους, της διατήρησης του δημόσιου καθεστώτος τους και της λειτουργίας τους υπέρ του λαού. Για παράδειγμα, σε Ερώτηση το 2005 στο Ευρωκοινοβούλιο για τα «Ξενία», το ΚΚΕ διαπιστώνει ότι «η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας δεν εμποδίζεται ούτε από την ανάγκη διάσωσης σημαντικών κτιρίων και του περιβάλλοντος χώρου τους, που αποτελούν κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς και μαρτυρία της αρχιτεκτονικής και οικονομικής ιστορίας της Ελλάδας». Θυμίζει την άμεση εμπλοκή του μεγάλου αρχιτέκτονα Αρη Κωνσταντινίδη στη δημιουργία των «Ξενία» της δεκαετίας του 1960, τα οποία η Ερώτηση χαρακτηρίζει «κοσμήματα της ελληνικής και διεθνούς αρχιτεκτονικής, τα οποία αν και είναι καταξιωμένα σε διεθνή σχετικά βιβλία και περιοδικά, κινδυνεύουν με κατεδάφιση».Πράγματι, τα περίπου 40 «Ξενία» που κατασκευάστηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος «περνούν» κατά τη 10ετία του ’70 σε «καθεστώς» σταδιακής απαξίωσης, διαδικασία που θα οδηγήσει σε επικίνδυνες καταστάσεις ακόμη και για την ύπαρξή τους. Ο ΕΟΤ, αρχικά και αργότερα η ΕΤΑ ΑΕ (Εταιρεία Τουριστικών Ακινήτων) αρχίζουν τις μισθώσεις στους ιδιώτες, ενώ η ΕΤΑ, προσανατολισμένη στην κρατική πολιτική της αγοραίας «αξιοποίησης», ξεκινά διαδικασίες ξεπουλήματος, με δυσμενή αποτελέσματα τόσο για τα ίδια τα κτίρια, όσο και για το εργασιακό καθεστώς. Κάποια άλλα, όπως τα «Ξενία» Ιωαννίνων και Ηρακλείου, κατεδαφίζονται, άλλα υπολειτουργούν και τα περισσότερα περιμένουν να καταρρεύσουν.

  • Στο «σφυρί»

Οι κυβερνήσεις και στην περίπτωση των «Ξενία» ακολουθούν τη γνωστή τακτική της αδιαφορίας, η οποία οδηγεί στη συλλογική απαξίωση ώστε να «πέσει», σαν ώριμο φρούτο, χωρίς αντιδράσεις, το ξεπούλημα. Το οποίο είχε ξεκινήσει ήδη από τη δεκαετία του ’90 στο πλαίσιο της πολιτικής εξυπηρέτησης του κεφαλαίου του τουρισμού από το αστικό κράτος με ένα «σμπάρο», δηλαδή την ιδιωτικοποίηση των «Ξενία», που θα έφερνε «δυο τρυγόνια»: Την παράδοση αυτής της σημαντικής υποδομής σε μερικά από τα καλύτερα σημεία της χώρας και, ταυτόχρονα, τη «ρύθμιση» του ανταγωνισμού από το κράτος προς όφελος του κεφαλαίου του τουρισμού, αφού τα «Ξενία» μέχρι τότε ήταν δημόσια περιουσία. Μάλιστα, οι τιμές εκκίνησης του ξεπουλήματος παρέπεμπαν ουσιαστικά σε «δώρο».

Σε επίπεδο ασκούμενης πολιτικής, αυτή η τακτική κατέληξε σε «τεχνάσματα» που θυμίζουν το γνωστό… «στρίβειν διά του αρραβώνος». Για παράδειγμα, το Κεντρικό Συμβούλιο Νεοτέρων Μνημείων (ΚΣΝΜ) του υπουργείου Πολιτισμού… «ξύπνησε» το Γενάρη του 2005 όταν κλήθηκε να εκφέρει γνωμοδότηση για το χαρακτηρισμό ή μη ως μνημείου του «Ξενία» Ιωαννίνων (σ.σ. το οποίο όπως είπαμε τελικά κατεδαφίστηκε). Εκείνη η συζήτηση είναι χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζει το ελληνικό κράτος την πολιτιστική κληρονομιά. Ετσι, η πλευρά που τελικά μειοψήφησε θεωρούσε ότι τα «Ξενία» «συμβολοποιούν» το ξεκίνημα της τουριστικής κίνησης «με μια κρατική έμφαση» και αποτελούν ξεχωριστό κεφάλαιο στην ελληνική αρχιτεκτονική. Πρόκειται περί «ομοειδών» κτιρίων, ανεξαρτήτως του αρχιτέκτονά τους, «που έχουν προσδώσει μια ξεχωριστή αναφορά στα τοπία του τουριστικού χώρου, με διακριτή παρουσία», συστατικά τα οποία δόθηκαν από τον Αρη Κωνσταντινίδη. Επιπλέον, αν ξεκινούσε η «φάμπρικα» μη χαρακτηρισμών, θα κινδύνευαν και άλλα «Ξενία». Η πλευρά που τελικά πλειοψήφησε «πιάστηκε» από το ότι το συγκεκριμένο «Ξενία» δεν είχε την «υπογραφή» του Κωνσταντινίδη και «δε διακρίνεται» για κάτι ξεχωριστό στην αρχιτεκτονική του από αισθητικής αλλά και ιστορικής άποψης. Και ότι τα «Ξενία» θα έπρεπε να προσεγγίζονται «κατά περίπτωση». Το κωμικοτραγικό της υπόθεσης είναι πως σύσσωμο το συμβούλιο συμφώνησε ότι όσα «Ξενία» πέρασαν στους ιδιώτες, έχουν αλλοιωθεί πλήρως…

Τρία χρόνια μετά, τον Ιούνη του 2008, σχεδόν 60 χρόνια μετά την έναρξη κατασκευής των «Ξενία», το ελληνικό κράτος, μέσω του ΚΣΝΜ, αποφάσισε το χαρακτηρισμό ως μνημείων πέντε «Ξενία»: Ηγουμενίτσας (1959, αρχιτέκτονας Αρης Κωνσταντινίδης), Βυτίνας (1965, Μπέτσιος), Καλαμπάκας (1960, Κωνσταντινίδης), Πλαταμώνα (1962, Βώκος), Παλιουρίου Χαλκιδικής (1962, Κωνσταντινίδης). Και πάλι όμως το «πνεύμα» της εισήγησης ήταν στο πλαίσιο του «εφικτού», δηλαδή της αγοραίας εκμετάλλευσής τους. Ετσι, η Διεύθυνση Νεότερης και Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς του ΥΠΠΟ πρότεινε στο ΚΣΝΜ να κηρυχθούν ως μνημεία μόνο τα κελύφη των κτιρίων και όχι το εσωτερικό τους! Δηλαδή, μια «μισή» κήρυξη που στην πράξη θα σήμαινε ολόκληρη καταστροφή, αφού, ειδικά με τον τρόπο που είναι χτισμένα τα «Ξενία», δεν «υπάρχει» κέλυφος με τη στενή έννοια του όρου. Αρα οποιαδήποτε αλλαγή του εσωτερικού τους θα σήμαινε συνολική αλλοίωση. Ανάλογη πρόταση έκαναν και οι εκπρόσωποι της ΕΤΑ, η οποία, όπως είχε σημειωθεί εισηγητικά, αρχικά αρνούνταν ακόμη και την πιθανότητα κήρυξης.

Ευτυχώς, τόσο μέλη του ΚΣΝΜ, όσο και ο εκπρόσωπος του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων τεκμηρίωσαν την ανάγκη για ολική κήρυξη των κτιρίων. Μεταξύ άλλων αναφέρθηκαν στην αρχιτεκτονική τους λιτότητα, στην αξιοθαύμαστη ένταξή τους στο περιβάλλον, αλλά και στο χαρακτήρα τους, όχι ως «μικρές “Μεγάλες Βρετανίες”» αλλά ως «μοτέλ» που απευθύνονταν στα μικρά και μεσαία εισοδήματα. Τότε ο «Ρ» σημείωνε στο σχετικό ρεπορτάζ: «Ακριβώς εδώ είναι και το ζήτημα που προκύπτει μετά την κήρυξή τους ως μνημείων: Αν και αυτή η κήρυξη αποτελεί σίγουρα ένα θετικό προηγούμενο, ωστόσο κάθε άλλο παρά ξεκαθαρίζει από μόνη της το ιδιοκτησιακό καθεστώς των “Ξενία”. Θα παραμείνουν στο κράτος ή θα συντηρηθούν με χρήματα του λαού και ως μνημειακά “φιλέτα” πλέον θα ξεπουληθούν στο τουριστικό κεφάλαιο; Το οποίο σίγουρα θα τα μετατρέψει σε …”μικρές “Μεγάλες Βρετανίες”;». Πολύ σύντομα, όπως είδαμε, το κράτος φρόντισε τουλάχιστον για το δεύτερο, ανεξάρτητα αν θα τα καταφέρει ή όχι, αφού αυτό εξαρτάται από το κερδοσκοπικό ενδιαφέρον της τουριστικής «αγοράς».

  • Μνημεία – «κράχτες»

Μπρος γκρεμός (δηλαδή κερδοσκοπική «αξιοποίηση») και πίσω ρέμα (δηλαδή εγκατάλειψη) είναι η σημερινή κατάσταση για τα περισσότερα από τα εναπομείναντα «Ξενία». Ακόμα και τα κηρυγμένα ως μνημεία δεν εξαιρούνται. Ετσι, το «Ξενία» Ηγουμενίτσας μπορεί να στεγάζει τα ΤΕΙ της πόλης, αλλά, όπως είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει από κοντά και κλιμάκιο της ΝΕ Θεσπρωτίας του ΚΚΕ πέρυσι, κτίριο και σπουδαστές βιώνουν καταστάσεις εγκατάλειψης και αδιαφορίας. Τα «Ξενία» Καλαμπάκας, Πλαταμώνα, Παλιουρίου και Βυτίνας «βιώνουν» την εγκατάλειψη. Είναι χαρακτηριστική η περιγραφή του «Ρ» το 2008 για το τελευταίο: «Ενα σπάνιο στολίδι, το “Ξενία” στη Βυτίνα – βρίσκεται στους πρόποδες του Μαινάλου, χωμένο μέσα στα έλατα – που χτίστηκε με χρήματα του ελληνικού λαού και θα μπορούσε να εξυπηρετεί τις λαϊκές οικογένειες για διακοπές υψηλού επιπέδου σε προσιτή τιμή, κείτεται τώρα ρημαγμένο από την αχρησία 12 ετών.

Ετσι, αντί να αποτελεί μέρος ξεκούρασης και αναψυχής των ανθρώπων του μόχθου, έχει εγκαταλειφθεί στη φθορά του χρόνου και έχει μετατραπεί μέχρι και σε …στάβλο για να κουρνιάζουν τα πρόβατα το μεσημέρι προκειμένου να προφυλαχτούν από την ήλιο (…) Η εικόνα που συναντά κανείς αντικρίζοντας το εν λόγω συγκρότημα είναι αποκαρδιωτική. Τα δωμάτια είναι σε άθλια κατάσταση, καθώς οι τοίχοι έχουν αρχίσει και ξεφτίζουν, τα κρεβάτια είναι σπασμένα και τα στρώματα σκισμένα, οι ντουλάπες και οι πόρτες έχουν σκεβρώσει. Οι χώροι της κουζίνας και του εστιατορίου βρίσκονται στο έλεος της βρωμιάς, της σκόνης και όλα σχεδόν τα αντικείμενα στο χώρο – από καρέκλες, τραπέζια μέχρι πάγκοι και ψυγεία – είναι σπασμένα (…)».

Την ίδια εποχή, το 2008, που γραφόταν το παραπάνω ρεπορτάζ και που, όπως είπαμε, το κράτος χαρακτήρισε τα πέντε «Ξενία», το τότε υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης ετοιμαζόταν να τα μετατρέψει με «πιλοτικές αποκαταστάσεις» σε «πρότυπες ξενοδοχειακές μονάδες υψηλών προδιαγραφών» και να τα παραδώσει για εκμετάλλευση στους ιδιώτες. Για το «Ξενία» Βυτίνας μάλιστα είχε ήδη προκηρυχτεί διαγωνισμός και είχαν κατατεθεί προσφορές, μετά το «πράσινο φως» που είχε δώσει η διυπουργική επιτροπή. Το «μοντέλο» που είχε επιλέξει η ΕΤΑ για το συγκεκριμένο μνημείο ήταν η «μακροχρόνια εκμίσθωση». Αλλωστε, ακόμη και ο χαρακτηρισμός τους ως μνημείων αποτελεί για την «αγορά» αλλά και το κράτος απλώς έναν διαφημιστικό «κράχτη».

Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ,ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 11 Ιούλη 2010
 

Η Βιομηχανία Ταλέντων και η Πολιτιστική Πολιτική

  • Σκηνή Πρώτη

Οι περίπου εκατό θεατρικές σκηνές στην Αθήνα και το πλήθος των θεατρικών σχημάτων που φιλοξενούν, καλλιεργούν κάθε χρόνο προσδοκίες για παραγωγή πολιτισμού και ποιοτική ψυχαγωγία. Αν στα παραπάνω προστεθούν οι εναλλακτικοί χώροι που στεγάζουν πλήθος δρώμενων (μπαρ, γκαλερί, παλιά εργοστάσια, εγκαταλελειμμένα σπίτια, μουσεία κ.ο.κ.), τα φεστιβάλ, οι εικαστικές εκθέσεις, οι παρεμβάσεις στην πόλη με τη μορφή παραστασιακής δράσης και γενικά τα ποικίλα καλλιτεχνικά συμβάντα (happenings), τότε βρισκόμαστε μπροστά σε μια έκρηξη κουλτούρας, που εκβάλλει από όλους τους πόρους του κοινωνικού σώματος. Άραγε αυτή η κατακλυσμιαία εξάπλωση της κουλτούρας, η υπερδιάθεση πολιτιστικών γεγονότων -απόρροια της μεταμοντέρνας πολιτιστικής συνθήκης – οδηγεί στην όξυνση του αισθητικού πόλου του θεατή ή τελικά στον αποσυντονισμό και την αισθητηριακή του απονεύρωση ;

  • Σκηνή Δεύτερη

Στην επικράτεια της τηλεθέασης η παρέλαση μιας στρατιάς από «ταλαντούχους» και επίδοξους καλλιτέχνες μοιάζει ατελείωτη. Η βιομηχανία του θεάματος με σύστημα και επινοητικότητα γυμνάζει τον μέσο θεατή στο τίποτα. Εκπομπές τύπου διάδρασης με την πραγματικότητα ( κοινώς reality) εθίζουν το ελληνικό κοινό στην αισθητική και κυρίως στην φιλοσοφία του αμερικανικού οικουμενικού ύφους, προσφέροντας διασκέδαση με λίγο από αγωνία, ένταση, διαπληκτισμούς και χύμα συναίσθημα σε ποπ συσκευασία.

Η αξιολογική κλίμακα με την οποία «κρίνεται» ο συμμετέχων εξαρτάται ευθέως από το concept της παραγωγής και το οικονομικό διακύβευμα, οδηγώντας έτσι στη διαμόρφωση και τη διακίνηση ενός οιονεί και αυθαίρετου αξιακού συστήματος, που αναδεικνύει σε αυθεντίες-κριτές τον συρφετό του καλλιτεχνικού και μουσικού lifestyle παρακράτους. Εξάλλου δεν πέρασε καιρός που μοντέλο-«κριτής» απευθύνθηκε με περισπούδαστο ύφος σε διαγωνιζόμενες «ταλαντούχες» λέγοντας ότι «η δουλειά του μοντέλου είναι ευλογημένη, γιατί χωρίς να σπουδάσεις μπορείς να πλουτίσεις…», εκφράζοντας έτσι εναργώς την ηγεμονεύουσα κοινωνικοπολιτική και πολιτιστική νοοτροπία, που υπαγορεύεται στον Έλληνα για σχεδόν είκοσι χρόνια.

Ο Adorno επαληθεύεται τραγικά καθώς ήδη από τα μέσα του εικοστού αιώνα, έκανε λόγο για την οικουμενική ημιμόρφωση ως αποτέλεσμα της πλήρους ενσωμάτωσης του πολιτιστικού προϊόντος στις δομές της μαζικής παραγωγής. Ο Brecht και ο Suhrkamp μιλούσαν επίσης για το πολιτιστικό εμπόρευμα το οποίο ρυθμίζεται σύμφωνα με την αρχή της αξιοποίησης του και όχι βάσει του περιεχομένου του .

  • Τα ερωτήματα υπαγορεύουν τη στρατηγική

Υπάρχει άραγε η δυνατότητα κριτικής των πολιτιστικών γεγονότων, η οποία να μπορεί χωρίς ηθικολογίες, αρνητισμούς ή νεοφώτιστη μονομανία να εντοπίζει το «αξιόλογο» καλλιτεχνικό έργο; Με ποιους όρους είναι δυνατό να προσεγγίσουμε ξανά έννοιες όπως «αξία» και «υψηλό έργο τέχνης»; Μπορούμε να οργανώσουμε την κριτική, η οποία στις δεδομένες συνθήκες συστημικής εχθρότητας για την σκέψη, να συγκροτήσει λόγο για τα νέα πολιτιστικά μορφώματα, αλλά και για τις επιπτώσεις τους στο μαζικό κοινό;

Τελικά μήπως αυτό σημαίνει και την έκφραση μιας πολιτικής σκέψης και βούλησης για τον πολιτισμό, αναδεικνύοντας επαγωγικά και την ανάγκη αναδιοργάνωσης της εκπαίδευσης; Χρόνια τώρα οι πολίτες καταναγκάζονται να μαθητεύσουν στην πνευματική ασιτία και την πολιτιστική υποπλασία, γιατί έτσι βολεύει το πολιτικό σύστημα και τη διαπλεκόμενη με αυτό ελληνική βιοτεχνία του θεάματος.

Ο πολιτισμός είναι το προνομιακό πεδίο όπου η σύγχρονη αριστερή πολιτική μπορεί να οργανώσει την στρατηγική της σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο .Να προτείνει δηλαδή μια νέου τύπου αντίσταση στη νέου τύπου κεφαλαιοκρατική συνείδηση, η οποία θεμελιώνει το χρήμα και την ανταποδοτικότητα σε υπέρτατο αξιακό και πολιτιστικό στοιχείο, κάτι που οικοδομήθηκε επιμελώς από τις εφαρμοσμένες πολιτικές τόσων χρόνων .

  • ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΡΑΠΤΟΥ, Η ΑΥΓΗ: 25/10/2009
 

Κόσμος πάει κι έρχεται

  • Η επόμενη μέρα των εκλογών βρίσκει πολλά στελέχη σε πολιτιστικούς οργανισμούς να αγωνιούν για τις θέσεις τους.

Είτε η θητεία τους ανανεώθηκε λίγο πριν από τις εκλογές, όπως συνέβη με το Δ.Σ. του Ελληνικού Ιρύματος Πολιτισμού και τον πρόεδρό του Γ. Μπαμπινιώτη (ο Αντώνης Σαμαράς ανανέωσε τη θητεία τους μέχρι το 2013), είτε η θητεία τους έληξε ή λήγει εντός των ημερών, αλλά ουδείς σκέφτηκε να την ανανεώσει. Σ’ αυτή την περίπτωση ανήκει η διευθύντρια της Υπηρεσίας Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης, Μαίρη Ιωαννίδου (επί των ημερών της τελειώνουν τα έργα) και η διεπιστημονική Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης (η θητεία της λήγει στις 12 Οκτωβρίου). Η διαφορά ανάμεσά τους είναι ότι η διοίκηση του ΕΙΠ καλείται να εφαρμόσει κάθε φορά την πολιτική της κυβέρνησης (ποια ήταν ακριβώς ποτέ δεν καταλάβαμε), ενώ η ΥΣΜΑ και η ΕΣΜΑ νοιάζονται αποκλειστικά για την προστασία των μνημείων.

Την κυβερνητική πολιτική οφείλει ασφαλώς να εφαρμόσει και η διοίκηση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, που διορίστηκε πρόσφατα και δεν έχει καν αναλάβει. Ετσι, αν ο νέος υπουργός Πολιτισμού θελήσει να τοποθετήσει δικά του πρόσωπα στο ΕΚΕΒΙ, τα προσφάτως διορισθέντα θα έχουν τη μοναδική εμπειρία να παυθούν πριν πιάσουν δουλειά.

Το ΥΠΠΟ έχει υπό την εποπτεία του και μερικά «ευαγή» ιδρύματα όπως τον Οργανισμό Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού, που εδώ και χρόνια στελεχώνεται από ποικιλώνυμους ετεροαπασχολούμενους (πληρώνονται από τον ΟΠΕΠ αλλά εργάζονται σε μουσεία ή γραφεία) και κάποιους κομματικούς αργόμισθους που περιμένουν (αυτοί κυρίως) με αγωνία να δουν τι τους επιφυλάσσει η επόμενη μέρα. Οι επικεφαλής, όπως ο πρόεδρος Χρ. Γιάνναρης και ο διευθύνων σύμβουλος Β. Σγούρος (επιλογές Μιχ. Λιάπη ο πρώτος και Αντ. Σαμαρά ο δεύτερος), παρ’ όλο που η θητεία τους λήγει το 2014, εμφανίζονταν χθες έτοιμοι να υποβάλουν παραίτηση. Το ίδιο κλίμα υπήρχε στο Δ.Σ. του Ταμείου Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Εργων και στο Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων (ΤΑΠ).

Τώρα, μένει να δούμε τι τύχη θα έχουν τα θεσμικά όργανα, όπως είναι το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων και τα τοπικά συμβούλια ανά την επικράτεια, η θητεία των οποίων δεν έχει λήξει. Εχουν γνωμοδοτικό χαρακτήρα (προς τον υπουργό) και χρειάζονται όσο ποτέ άλλοτε ποιοτική αναβάθμιση.

  • Ν. ΚΟΝΤΡΑΡΟΥ-ΡΑΣΣΙΑ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009
 

Ελλάδα: μια χώρα σε τιμή ευκαιρίας

  • Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Αυτή τη φορά οι αρχηγοί των δύο κομμάτων εξουσίας δεν προκάλεσαν, ενόψει εκλογών, μια συνάντηση ο καθένας με τον «πνευματικό κόσμο», όπως έκαναν από το 1996, αν δεν κάνω λάθος, αρχής γενομένης με τον Σημίτη. Αναρωτιέμαι τι σημαίνει το σπάσιμο αυτής της παράδοσης και μου έρχονται στο μυαλό δύο εξηγήσεις. ΄Η θεωρούν ότι το εκλογικό σώμα έχει πλέον διαπαιδαγωγηθεί κατάλληλα στο σχολείο που λέγεται τηλεόραση, ώστε μπορούν να του «επικοινωνήσουν» τα μηνύματά τους χωρίς τις περικοκλάδες της κουλτουριάρικης μεσολάβησης, ή αποφάσισαν ότι έχει γίνει περιττό ν΄ απευθύνονται στους διανοούμενους, γιατί έχουν ήδη ενσωματώσει όσους απ΄ αυτούς μπορούν να εξασκήσουν κάποια επιρροή (στο είδος ψηφοφόρων που τους ενδιαφέρει). Φυσικά, αυτές οι δύο εξηγήσεις δεν χρειάζεται καθόλου να είναι διαζευκτικές, το πιθανότερο είναι μάλιστα ότι αλληλοεπικαλύπτονται. Εμένα πάντως με γεμίζει αισιοδοξία αυτή η παράλειψη. ΄Οσο λιγότερες οι υιοθεσίες «πνευματικών ανθρώπων» από την εξουσία, τόσο περισσότερα αβόλευτα, ανήσυχα ορφανά κερδίζει ο πολιτισμός.

΄Οποιο βέβαια και αν είναι το αποτέλεσμα των αυριανών εκλογών, η συνέχεια του κράτους είναι εξασφαλισμένη. Και δεν υπάρχει πιο άμεσα ορατή απόδειξη γι΄ αυτό, αν εξαιρέσουμε τη γραφειοκρατία, από τα αστικά ναρκοπέδια που σακατεύουν καθημερινά πεζούς και τροχοφόρα και που αποκαλούνται κομψά κακοτεχνίες, αντί για το κακόηχο εργολαβικές λαμογιές.

Είναι πράγματι εντυπωσιακή η διακυβερνητική αντοχή τους σε διαμαρτυρίες πολιτών, εκκλήσεις για επισκευή, μηνύσεις. Και δεν μιλάμε για διορθωτικές επεμβάσεις που απαιτούν πολύ χρόνο και χρήμα, αλλά για απλούστατες εργασίες αποκατάστασης.

Το εντυπωσιακότερο όμως είναι κάτι που αγγίζει τα όρια του θαύματος. Όταν παρ΄ ελπίδα επισκευάζεται (όπως όπως) κάποια από αυτές τις «κακοτεχνίες», και για να μη διακόπτεται η συνέχεια που λέγαμε, αμέσως ξεφυτρώνει παραδίπλα, σε συμμετρική με αυτή θέση, μια άλλη ομοειδής. Πώς λέμε για τα δίδυμα όργανα (τα μάτια, τα χέρια, τα πόδια κ.λπ.), ότι, όταν το ένα παθαίνει κάποια βλάβη, το άλλο ισχυροποιείται για ν΄ αναπληρώσει κατά το δυνατόν την απώλεια; ΄Ετσι κι εδώ, μόνο που στην προκειμένη περίπτωση αυτό που αποκαθίσταται είναι η… βλάβη.

΄Ισως έτσι εξηγείται γιατί διαδόθηκε αυτός ο σολοικισμός των τηλερεπόρτερ: επειδή τελικά δεν είναι σολοικισμός!

΄Εγραφα, λοιπόν, τον περασμένο Φεβρουάριο για μια μεγάλη και βαθιά τρύπα που είχε ανοίξει στο πεζοδρόμιο της γωνίας Βεΐκου και Ζίννη, στο Κουκάκι, από το ξεχαρβάλωμα του καλύμματος ενός φρεάτιου. Κάποια στιγμή την άνοιξη η βλάβη «αποκαταστάθηκε» (έπειτα από έναν ολόκληρο χρόνο ζωής!). Ε, δεν πέρασαν λίγες μέρες κι εμφανίστηκε στο απέναντι πεζοδρόμιο της ίδιας γωνίας μια άλλη τρύπα, ακόμα μεγαλύτερη και βαθύτερη, κι αυτή επίσης από το σπάσιμο της πλάκας που σκέπαζε ένα φρεάτιο. Το άνοιγμά της είναι τέτοιο που μπορεί να βυθιστεί εκεί μέσα πόδι ελέφαντα. Οι γύρω καταστηματάρχες (γιατί η περιοχή είναι εμπορική και πολυσύχναστη) έχουν τηλεφωνήσει επανειλημμένα στη ΔΕΗ, στον Δήμο, στο ΥΠΕΧΩΔΕ και δεν ξέρω πού αλλού για να διαμαρτυρηθούν, αλλά στου κουφού την πόρτα… Τελικά, στην απελπισία τους, παραγέμισαν την τρύπα με χαρτόνια. Το θέαμα μπορείτε να το απολαύσετε στη φωτογραφία που επισυνάπτω.

Θυμάμαι κάτι που άκουσα να λέει πριν από πολλά χρόνια ένας σοφός γέροντας σε μια παρέα επίδοξων, πλην ατάλαντων καλλιτεχνών με φουσκωμένα μυαλά: «Κανένας δεν μπορεί να με πείσει ότι μπορεί να φτιάξει έναν Παρθενώνα, αν δεν μπορεί να χτίσει έναν μαντρότοιχο». Η μετάφραση στη γλώσσα της επικαιρότητας θα μπορούσε να είναι: Κανένας δεν μπορεί να με πείσει ότι μπορεί να συμμαζέψει τα δημοσιονομικά ελλείμματα, να προωθήσει την πράσινη ανάπτυξη κ.λπ., αν δεν μπορεί να βουλώσει μια τρύπα σ΄ ένα πεζοδρόμιο.

Αλλά, θα μου πείτε, εδώ μας πνίγει η παγκόσμια οικονομική κρίση, με τέτοιες τρύπες θ΄ ασχολούμαστε;

Σωστά. Το ελληνικό κράτος έχει όντως ν΄ αντιμετωπίσει πολύ πιο επείγοντα προβλήματα, κι ένα από αυτά είναι η τόνωση της «βαριάς βιομηχανίας» μας, του τουρισμού.

΄Οσοι κάνουν τη βόλτα τους στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, θα έχουν προσέξει στη γωνία με τη Μακρυγιάννη, στο κτήριο που ανακαινίζεται απέναντι από το νέο μουσείο της Ακρόπολης, ένα διαφημιστικό πάνελ του Υπουργείου Τουρισμού και του ΕΟΤ με μια επιγραφή σε πέντε ξένες γλώσσες, που σε μετάφραση λέει: «Ελλάδα, ένα αριστούργημα που το σηκώνει η τσέπη σας». Ναι, τόσο κακόγουστα. Σαν να διαβάζουμε διαφήμιση για οικόπεδα ή για τις προσφορές ενός σουπερμάρκετ. Το «αριστούργημα» μπορείτε να το αποκτήσετε σε τιμή ευκαιρίας, μαζί με το σαμπουάν, το απορρυπαντικό και τη σκυλοτροφή. χρόνια πολιτισμού ήταν η μόνη αναγκαία προϋπόθεση για την πνευματική άνθηση της ανθρώπινης σκέψης. Από τα μινωικά ανάκτορα και τον Παρθενώνα ώς το “εύρηκα” του Αρχιμήδη και τα αριστουργήματα του Βυζαντίου… Ο ελληνικός πολιτισμός διατηρήθηκε αμετάβλητος ανά τους αιώνες».

Τώρα, αν κάποιος μπορέσει να μου εξηγήσει το νόημα της πρότασης «5.000 χρόνια πολιτισμού ήταν η μόνη αναγκαία προϋπόθεση για την πνευματική άνθηση της ανθρώπινης σκέψης», θα του βγάλω το καπέλο. Γιατί εμένα δεν μου φαίνεται να λέει κάτι περισσότερο από το «5.000 χρόνια πολιτισμού ήταν η μόνη αναγκαία προϋπόθεση για να υπάρξει πολιτισμός». Δεν μπορώ βέβαια να μην αντλήσω αισιοδοξία από τη διαβεβαίωση ότι ο πολιτισμός δεν είναι παρά θέμα χρόνου (πέντε ψιλοχιλιάδες χρονάκια η «μόνη αναγκαία προϋπόθεση»), οπότε μπορούμε να ελπίζουμε πως σε άλλες πέντε χιλιετίες, δηλαδή αύριο-μεθαύριο, θα έχουμε μια καινούργια «πνευματική άνθηση της ανθρώπινης σκέψης», αν και ώς τότε θα πρέπει ν΄ αρκούμαστε σε μη πνευματικές ανθήσεις της.

Αλλά με προβληματίζει κάπως το γεγονός ότι στην αμέσως επόμενη πρόταση τα πέντε χιλιάδες χρόνια περιορίζονται στα μισά, αφού τόσα μεσολαβούν ανάμεσα στα μινωικά ανάκτορα και τα «αριστουργήματα του Βυζαντίου» (ποια είναι αυτά, θ΄ απορήσει ο δυτικός αποδέκτης της διαφήμισης). Δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ, επειδή «η μόνη αναγκαία προϋπόθεση» γίνεται έτσι ακόμη πιο εφικτή, ή ν΄ αγανακτήσω ως πατριώτης για την παράλειψη των λαμπρών σελίδων που έγραψε ο ελληνικός πολιτισμός στα υπόλοιπα δυόμισι χιλιάδες χρόνια.

Αν πάντως αναρωτιέστε πόσο αμετάβλητος διατηρήθηκε πράγματι ο ελληνικός πολιτισμός, θα σας διαφωτίσει το ίδιο το μότο της διαφήμισης. Η οποία διαδέχθηκε εκείνη την άλλη, που καλούσε τους τουρίστες να ζήσουν τον μύθο τους στην Ελλάδα. ΄Ετσι είναι. Μέσα σε λίγα χρόνια η Ελλάδα έγινε από μύθος κτηματομεσιτικό γραφεί Φυσικά, το Υπουργείο Τουρισμού και ο ΕΟΤ δεν σκάρωσαν αυτή την τόσο ευφάνταστη και ρομαντική διαφήμιση για να τη στήσουν μόνο σε μια γωνιά της Αθήνας. Φρόντισαν να καταχωριστεί και σε διεθνή έντυπα. Εγώ τη βρήκα στο γερμανικό περιοδικό Spiegel της 14-20 Σεπτεμβρίου. Εκεί, το μπακαλίστικο μότο φιγουράρει πάνω από τον ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο, και στο κάτω μέρος της σελίδας υπάρχει το εξής κείμενο (μεταφράζω): «5.000