RSS

Tag Archives: ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ

Κακώς κείμενα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας

Αφορμή για τη σημερινή επιφυλλίδα μού έδωσε ένα κείμενο της κίνησης Πρωτοβουλία Αρχαιολόγων, μιας συνδικαλιστικής ομάδας αρχαιολόγων που εργάζονται στην Αρχαιολογική Υπηρεσία (Α.Υ.) του Υπουργείου Πολιτισμού. Με το κείμενο αυτό οι παραπάνω αρχαιολόγοι διαμαρτύρονται επειδή, κατά την πρόσφατη πλήρωση είκοσι οκτώ θέσεων αρχαιολόγων και ιστορικών της τέχνης στο Υπουργείο, η προβλεπόμενη από την ισχύουσα νομοθεσία διάκριση ειδικοτήτων της Α.Υ. καταργήθηκε. Ως γνωστόν, η υπηρεσία αυτή έχει νομοθετημένες διάφορες ειδικότητες αρχαιολόγων, δηλαδή του κλασικού (και προϊστορικού) αρχαιολόγου, του βυζαντινού αρχαιολόγου και του ιστορικού της τέχνης. Ωστόσο, με την τελευταία πρόσληψη, οι ειδικότητες αυτές δεν ελήφθησαν με συνέπεια υπόψη. Αυτό σημαίνει ότι με την κατάληψη μιας θέσης βυζαντινού π.χ. αρχαιολόγου από κλασικό συνάδελφό του, εκτός των άλλων παρενεργειών, άμεσος είναι ο κίνδυνος για τα ίδια τα μνημεία, αφού αρχαιολόγοι ειδικευμένοι στην κλασική αρχαιολογία θα γνωμοδοτούν για την τύχη βυζαντινών αρχαιοτήτων. Κατακριτέο είναι βεβαίως στην περίπτωση αυτή ότι το Υπουργείο προχώρησε σε μια τέτοια ενέργεια. Δεν είναι ωστόσο άγνωστο το φαινόμενο το ελληνικό κράτος να παρανομεί και να απαξιώνει τους νόμους που το ίδιο έχει θεσπίσει. Πιο απογοητευτικό, και συγχρόνως πολύ ανησυχητικό, είναι ότι υπάρχουν και αρχαιολόγοι της Α.Υ. που, αντί να καταγγέλλουν την κρατική αυθαιρεσία, η οποία εκτός των άλλων υποβαθμίζει και από επιστημονική άποψη τον κλάδο τους, συντάσσονται μ΄ αυτήν. Ετσι, χρησιμοποιώντας πομπώδες λεξιλόγιο, πολύ οικείο στις μέρες μας, αναφωνούν: «η ειδίκευση πολτοποιεί την ίδια μας την επιστήμη».

Πολλοί είναι οι λόγοι, και οπωσδήποτε όχι πάντα οικονομικοί, για τα κακώς κείμενα του ελληνικού Δημοσίου. Το ότι συχνά σε καίρια πόστα τοποθετούνται πρόσωπα ακατάλληλα για τις θέσεις που αναλαμβάνουν να υπηρετήσουν, σίγουρα είναι ένας εξ αυτών. Πώς αλλιώς να δικαιολογηθεί το παράδοξο ότι η ηγεσία της Α.Υ. ενέδωσε στο ενδεχόμενο ένας προϊστορικός αρχαιολόγος να γνωμοδοτεί για την τύχη ενός νεοκλασικού κτιρίου; Φαίνεται ότι στο μυαλό των υπευθύνων της Α.Υ. δεν είναι και τόσο ξεκάθαρη η διάκριση των ειδικοτήτων στον αρχαιολογικό κλάδο. Πιστεύω όμως να κατανοούν π.χ. τη διαφορά ανάμεσα σε έναν γιατρό-οφθαλμίατρο και σ΄ έναν γιατρό-μαιευτήρα. Ως σήμερα, ευτυχώς, δεν έχουμε ακούσει γιατρούς συνδικαλιστές να υποστηρίζουν ότι «η ειδίκευση πολτοποιεί την επιστήμη τους». Και είμαι βέβαιος ότι αυτό δεν θα συμβεί ούτε στο μέλλον. Σε αντίθετη περίπτωση οι γιατροί αυτοί θα πρέπει να εξαφανισθούν από… προσώπου γης καθώς θα τους κυνηγούν όχι βέβαια τα ίδια τα θύματά τους που πρόωρα θα τα έχουν στείλει στον… Κάτω Κόσμο, αλλά οι συγγενείς των τελευταίων. Το κακό με τα συχνά πάσχοντα αρχαία μας είναι ότι σε αντίθεση με τους ασθενείς δεν είναι ζωντανοί οργανισμοί και κυρίως δεν διαθέτουν φωνή.

Είναι πράγματι λυπηρό ότι στη σημερινή εποχή, στην οποία η εξειδίκευση αποτελεί μονόδρομο για όλες τις επιστήμες εξαιτίας της αδυναμίας να παρακολουθηθούν οι αλματώδεις επιστημονικές κατακτήσεις, υπάρχουν αρχαιολόγοι που αντί να διαμαρτύρονται για το ότι δεν έχει ακόμη θεσμοθετηθεί στον κλάδο τους ξεχωριστή ειδικότητα π.χ. του προϊστορικού αρχαιολόγου, γίνονται θιασώτες της ισοπέδωσης της επιστήμης τους και της επιστροφής στον αρχαιολογικό ιστοριοδιφικό ρομαντισμό. Αν το κάνουν από επιστημονική άγνοια, από ιδιοτελείς επιδιώξεις ή από προσπάθεια να καλύψουν τα δικά τους επιστημονικά κενά, δεν γνωρίζω. Πάντως όχι για το καλό των αρχαίων.

Υπάρχουν όμως και άλλα συμπτώματα που δείχνουν ότι στο Υπουργείο αυτό η επιστήμη, εδώ και καιρό, έχει τεθεί, αν όχι υπό διωγμόν, τουλάχιστον έχει μπει στην… κατάψυξη. Το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων είναι, για όσους δεν γνωρίζουν, ο μοναδικός δημόσιος οργανισμός ο οποίος ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την έκδοση των επιστημονικών αρχαιολογικών δημοσιεύσεων που προβάλλουν διεθνώς- και σε υψηλό επίπεδο- τη χώρα μας και τα μνημεία της. Ο μέχρι πρόσφατα πρόεδρός του- με τον τελευταίο κυβερνητικό ανασχηματισμό απομακρύνθηκε- φέρεται να αμφισβήτησε ευθέως τη χρησιμότητα των δημοσιεύσεων αυτών. Ο άνθρωπος, προφανώς, δεν είχε καμία σχέση με την αρχαιολογία, την πολιτιστική μας κληρονομιά και τους τρόπους προστασίας και ανάδειξή της. Το κρίμα του είναι ότι δεν φρόντισε να ενημερωθεί για το πώς χειρίζονται τα θέματα αυτά άλλες χώρες με πιο ανθηρή ή πιο ισχνή οικονομία από τη δική μας, με μεγαλύτερη ή μικρότερη πολιτιστική παράδοση και κληρονομιά από εμάς. (Ευελπιστώ ο αντικαταστάτης του να μην υποπέσει στο ίδιο ολίσθημα.) Γιατί θα πρέπει και στον τομέα αυτόν η χώρα να πρωτοτυπεί αρνητικά;

Μια από τις κύριες φροντίδες του νέου αρμόδιου υπουργού θα πρέπει να είναι η στελέχωση της Α.Υ. με καταρτισμένα άτομα. Το ζήτημα αυτό είναι ζωτικής σημασίας για το μέλλον των μνημείων. Θα πρέπει έτσι να καταργήσει και τη ρουσφετολογική πρόσληψη εκτάκτων που, μέσω της μονιμοποίησής τους που ακολουθεί με σχεδόν μαθηματικό τρόπο, έχει ως συνέπεια να μπαίνουν στην Α.Υ. άξιοι αλλά και ανάξιοι… κουμπάροι και ημέτεροι. Αν η κατάργηση αυτή δεν είναι εφικτή, τότε ας καθιερωθούν και για την πρόσληψη των εκτάκτων, όπως φυσικά και των μονίμων αρχαιολόγων, ειδικοί πανελλήνιοι διαγωνισμοί.

  • Ο κ. Μιχάλης Α. Τιβέριος είναι καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

 

Tags:

Το «Κέντρο Ελληνικών Σπουδών» τού Ηarvard

Γεώργιος Μπαμπινιώτης | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

Το «Κέντρο Ελληνικών Σπουδών» (εφεξής ΚΕΣ) τού Πανεπιστημίου τού Ηarvard στην Ουάσινγκτον ιδρύθηκε το 1961 από έναν πλούσιο Αμερικανό ευπατρίδη, που είχε σπουδάσει στα Πανεπιστήμια Υale και Cambridge, τον Ρaul Μellon. Στα χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε είχε σημειωθεί μια πτώση των ανθρωπιστικών σπουδών στην Αμερική, ο Ρaul Μellon θέλησε να βοηθήσει στην αναζωογόνηση των ελληνικών σπουδών στις ΗΠΑ, πιστεύοντας ότι οι αρχές και οι αξίες των Ελληνικών Γραμμάτων μπορούσαν να βοηθήσουν ουσιαστικά τη μεταπολεμική Αμερική. Οραματίστηκε, λοιπόν, τη λειτουργία ενός «Κέντρου Ελληνικών Σπουδών» τού Ηarvard στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ, όπου θα φιλοξενούνταν και θα ζούσαν επί ένα έτος επιστήμονες -ερευνητές τού αρχαίου ελληνικού κόσμου από την Αμερική και την Ευρώπη, ώστε σε μια μοναδικού πλούτου βιβλιοθήκη και σ΄ ένα έξοχο περιβάλλον με ευκαιρίες ιδεώδους επιστημονικής έρευνας και διεπιστημονικών συζητήσεων να δημιουργούνται ικανοί επιστήμονες των ελληνικών σπουδών και πρωτοποριακά επιστημονικά δημοσιεύματα. Το Κέντρο ιδρύθηκε και λειτουργεί έκτοτε και μέχρι σήμερα, σε μια έκταση που συνορεύει με το περίφημο Κέντρο Βυζαντινών Σπουδών, το Dumbarton Οaks, έχει δε φιλοξενήσει μεγάλο αριθμό επιστημόνων των κλασικών γραμμάτων. Διευθυντές τού Κέντρου υπήρξαν παλαιότερα μεν ο διάσημος καθηγητής τού Υale Βernard Κnox και από το 2000 μέχρι σήμερα μια προσωπικότητα των Ελληνικών Γραμμάτων, ο Gregory Νagy, καθηγητής τού Ηarvard. Είχα την εξαιρετική τιμή να με καλέσει το Πανεπιστήμιο τού Ηarvard να είμαι ένα από τα τρία μέλη τής Επιτροπής Αξιολόγησης τού ΚΕΣ (τα άλλα δύο ήταν Αμερικανοί καθηγητές), που θα καθορίσει την εφεξής πορεία του. Ετσι, γνώρισα από κοντά, σε πολύωρες συζητήσεις, ακροάσεις, συσκέψεις και τηλεδιασκέψεις με πλήθος παραγόντων τού ΚΕΣ, τού Ηarvard και ερευνητών άλλων Πανεπιστημίων, τις προσπάθειες, τους προβληματισμούς και τις τάσεις που επικρατούν στην έρευνα, στη σπουδή και στη διδασκαλία των κλασικών γραμμάτων καθώς και τη μεγάλη δραστηριότητα τού Κέντρου για να αντιμετωπίσει τα θέματα.

Η γενικότερη τάση, που αποτελεί κοινό τόπο για τις κλασικές σπουδές στην Αμερική, είναι η ευρεία, σχεδόν καθολική, χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, τής Τεχνολογίας των Πληροφοριών, Ιnformation Τechnology όπως λέγεται. Η συλλογή πηγών των κλασικών γραμμάτων για τη σπουδή, τη διδασκαλία και την έρευνα, η σύνταξη τραπεζών δεδομένων, πλούσιων, αξιόπιστων και προσβάσιμων στους ενδιαφερομένους, είναι πλέον το ζητούμενο ως προσφορά εκ μέρους των αρμόδιων φορέων και ως αξιοποίηση από τους ασχολούμενους με τις ανθρωπιστικές σπουδές.

Ετσι π.χ. το ΚΕΣ τού Ηarvard στην Ουάσινγκτον με μια ομάδα κλασικών φιλολόγων πανεπιστημιακών καθηγητών (Gregory Νagy, Κenneth Μorrell, Leonard Μuellner) προγραμματίζει μια Τράπεζα Κειμένων που θα παρέχει τα αρχαία ελληνικά κείμενα από των χρόνων τής ελληνικής «αλφαβητικής γραφής» (8ος αι. π.Χ.) μέχρι τον 3ο αι. μ.Χ. υπό τον τίτλο «Τα πρώτα χίλια χρόνια τής Ελληνικής» («First Τhousand Υears of Greek»), όπου πιο έγκυρα και πιο συστηματικά, με περισσότερες δυνατότητες αναζήτησης και σύνδεσης από άλλες συλλογές (όπως αυτή λ.χ. τού Θησαυρού τής Ελληνικής Γλώσσας / Τhesaurus Linguae Graecae/ ΤLG), θα μπορεί κανείς να βρει και να εργασθεί με τις πιο αξιόπιστες εκδόσεις ελληνικών κειμένων. Το επόμενο βήμα είναι να συνδεθούν τα κείμενα με πληροφορίες προσώπων και πραγμάτων (realia), με επιλεγμένες μελέτες που συνδέονται με αυτά ακόμη και με δυνατότητα παρέμβασης τού μελετητή, για να εκφράσει τη δική του επιστημονική συμβολή (παρατηρήσεις, κριτική, συμπληρώσεις), σαν ένα είδος ιστολογίου [We]blog! Καταλαβαίνουμε όλοι πόσο μεγάλη και ουσιαστική μπορεί να είναι αυτή η προσφορά σε μια επιστήμη, όπου η ενασχόληση με κείμενα, συναφείς πηγές και αχανή βιβλιογραφία (είναι ασύλληπτο το τι έχει γραφεί για τον Ομηρο διεθνώς, σε ποικιλία γλωσσών, σε αριθμούς ερευνητών και σε τεράστια έκταση χρόνου!) είναι εξαιρετικά δύσκολη για υπεύθυνους ερευνητές. Βεβαίως η ύπαρξη ηλεκτρονικών Τραπεζών Δεδομένων, όπως ο ΤLG ή ο Ρerseus ή η ηλεκτρονική μορφή τού Λεξικού τής Αρχαίας των Liddell- Scott- Jones (9η έκδ. τού 1940, επανέκδοση τού 1996 με προσθήκες- παρατηρήσεις- διορθώσεις) κ.ά. έχουν ήδη διευκολύνει την έρευνα και τη διδασκαλία των κλασικών γραμμάτων.

Κοντά σ΄ αυτή την προσφορά με πλήρη αξιοποίηση τής Τεχνολογίας των Πληροφοριών, το ΚΕΣ τού Ηarvard (το οποίο, ας σημειωθεί, διαθέτει την πλουσιότερη βιβλιοθήκη για τη μελέτη των Κλασικών Γραμμάτων, πάνω από 60.000 τόμους) έχει αναπτύξει μια ενδιαφέρουσα και ιδιαιτέρως σημαντική δραστηριότητα ανανέωσης των Διδακτικών Προγραμμάτων (Curricula) των Κολεγίων και των Πανεπιστημίων τής Αμερικής, με προτάσεις και σεμινάρια εισαγωγής στα Προγράμματά τους ελληνικών μαθημάτων σύγχρονου ενδιαφέροντος και με εκτεταμένη χρήση τής τεχνολογίας των πληροφοριών. Η επανεισαγωγή των ελληνικών γραμμάτων σε κολεγιακά και πανεπιστημιακά προγράμματα με σύγχρονες διαδραστικές και διεπιστημονικές μεθόδους μπορεί να αποτελέσει ένα καλό παράδειγμα και για εμάς προς τα πού θα πρέπει πια να κινηθούμε για να ανανεώσουμε το ενδιαφέρον για τα «παλαιότερα Ελληνικά μας».

  • Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, τ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.
 

Tags:

Δημοτικισμός και σοσιαλισμός

Παναγιώτης Νούτσος | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

H συζυγία δημοτικισμού και σοσιαλισμού δεν υπήρξε, κατά την εκδίπλωση της δεκαετίας του 1910, κάποια ευθύγραμμη διεργασία. Οι αποστάσεις που κρατήθηκαν δεν φαίνονται αμελητέες και πάντως σηματοδοτούν τις δυνατότητες μιας εναλλακτικής πρότασης στην κυρίαρχη στρατηγική του Βενιζελισμού. Από τη μια πλευρά συνωθούνται όσοι αντιπολιτεύονται το Κόμμα Φιλελευθέρων, υπογραμμίζοντας τη χθόνια παράδοση του κοινοτισμού που αντιμάχεται τον «ξενισμό» και τοποθετώντας ως αντίβαρο στη διεθνικιστική σκέψη τον εθνικισμό του Περικλή Γιαννόπουλου. Από την άλλη όχθη κινούνται σοσιαλιστικές ομάδες- η επικρατέστερη πάντως από αυτές, η «Φεντερασιόν», και οι Αθηναίοι συνοδοιπόροι της συμφώνησαν σε εκλογική σύμπραξη, το 1915, με τον «ουδετερόφιλο» αντιβενιζελικό σχηματισμό του Γούναρη.

Το «Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθηνών» ωστόσο παρείχε, έστω και ασυνεπώς, μετά την εμπλοκή της χώρας στον παγκόσμιο πόλεμο, στο πλευρό των δυνάμεων της Εntente, την κριτική υποστήριξη στα νομοθετικά μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση Βενιζέλου το 1917 για τη γενική εκπαίδευση. Την ίδια τροχιά είχε διανύσει ήδη ο Σκληρός, αφανής «σύμβουλος» του Γιαννιού από το καλοκαίρι του 1915, που διέθετε μια σαφέστερη εκδήλωση κατάφασης και πλήρους κατανόησης των δυσκολιών που συναντούσε στην εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής του ο Βενιζέλος, με έσχατο παράδειγμα τον εξαναγκασμό του σε παραίτηση.

Κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα, στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού των θεσμών που πραγματοποιούσε το Κόμμα Φιλελευθέρων, διαμορφώνονται οι επαρκείς όροι για τη δημιουργία των «οργανικών διανοουμένων» του νέου καθεστώτος που κατέστησε τη χώρα ισχυρή βαλκανική δύναμη και στη συνέχεια σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Ο δημοτικισμός υπήρξε ένα από τα κέντρα έλξης σοσιαλιστών διανοουμένων, με τον διττό ορισμό, προς την πολιτική του Βενιζέλου και επομένως λειτουργούσε ως ιστός ομογενοποίησης μιας κατηγορίας ανθρώπων που μπορούν να προσφέρουν τη διανοητική τους εργασία σε μια κοινωνία που ανασυντάσσεται, inter alias, και στον εκπαιδευτικό θεσμό.

Οι «Κοινωνιολόγοι», μολονότι διαφώνησαν με τον τρόπο που η πρώτη κυβέρνηση Βενιζέλου ρύθμισε συνταγματικά το θέμα της γλώσσας, εφόσον στο πρόγραμμα του Λαϊκού Κόμματος είχε προβλεφθεί η θεμελίωση της διδασκαλίας «απάνου στην αλήθεια με την καλλιέργεια της δημοτικής», κατανόησαν τις δυνατότητες που προεξοφλούσε η μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος σε μια χώρα που το χρησιμοποιούσε κατ΄ εξοχήν για την αναπαραγωγή των υπαρχουσών κοινωνικών σχέσεων. Οσοι διέθεταν ένα minimum, απλώς, δεκτικότητας προς τις ιδέες της κοινωνικής μεταρρύθμισης διέκριναν στο κίνημα του δημοτικισμού τον μοχλό να αξιοποιηθούν οι εκπαιδευτικοί μηχανισμοί στη σύνθετη διεργασία «ανάπλασης» της ελληνικής κοινωνίας.

Από τον κύκλο του Σκληρού στην Ιένα (ιδίως από την ομάδα που σχεδίασε την «Προοδευτική Εταιρεία») πέρασε ο στενός πυρήνας του Εκπαιδευτικού Ομίλου και συντάκτης των συναφών νομοθετημάτων που ψήφισε η κυβέρνηση Βενιζέλου (διστακτικά το 1911, τολμηρότερα το 1917), αφού βέβαια συμμερίστηκε- εμφανώς ή όχι- τις διεκδικήσεις των «Κοινωνιολόγων».

Μια παρόμοια τελεσφόρηση είχε ο δημοτικισμός και στους «διανοούμενους» με τη στενή σημασία του όρου. Οι «άνθρωποι των γραμμάτων», στην πλειοψηφία τους λογοτέχνες, κατακτούν με την ένταξή τους σ΄ αυτό το κίνημα, ιδιαίτερα όταν διευρύνουν τη σκόπευσή του και διαπιστώνουν ταυτόχρονα τα περιορισμένα περιθώρια της επιτυχίας του, μιαν οξύτερη αίσθηση του κοινωνικού, γεγονός που τους ετοιμάζει να ασπασθούν αβίαστα τις ιδέες του σοσιαλισμού. Σε μια πρώτη γενιά σοσιαλιστών δημοτικιστών λογοτεχνών ανήκουν οι Π. Ζητουνιάτης, Γ. Καμπύσης και Γρ. Ξενόπουλος. Στην περίοδο που μας ενδιαφέρει εδώ οι κυριότεροι λογοτέχνες αυτής της κατηγορίας συνδέονται με τον Νουμά που αποτέλεσε, από αυτή την άποψη, μια συλλογική καταγραφή της εμπειρίας από την προσέλκυση στις ιδέες της κοινωνικής μεταρρύθμισης. Το περιοδικό αυτό, στις περίπου τρεις δεκαετίες της σταδιοδρομίας του, υπήρξε ένα αντιθετικό βήμα, στο οποίο το ιδιαίτερο στίγμα προσέδιδαν οι εκάστοτε πολιτικές επιλογές του διευθυντή του και των στενών συνεργατών του. Η ιδεολογική συνοχή του περιοδικού, εύθραυστη βέβαια στις ποικίλες διακυμάνσεις μιας τέτοιας διάρκειας, αφορούσε έναν στενό κύκλο συνεργατών που η εμβέλεια του εγχειρήματός τους ήταν σαφώς ευρύτερη από τις δυνατότητές τους. Από μια άλλη άποψη το βήμα αυτό του δημοτικισμού, στον ρυθμό των γεγονότων της πρώτης τριακονταετίας του 20ού αιώνα, αποκαλύπτει τα όρια των μορφών σύζευξης εθνικού και κοινωνικού ζητήματος.

Αυτόν ακριβώς τον προβληματισμό (και όχι μόνο) μας υπενθυμίζει με το βιβλίο της η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, Οι φόβοι ενός αιώνα (2008), μέσα από ένα κείμενο πλούσιας τεκμηρίωσης και εκφραστικής σαφήνειας.

  • Ο κ. Παναγιώτης Νούτσος διδάσκει Κοινωνική και Πολιτική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

 

Tags: